Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2021, τ. 1005

του Αντώνη Παπαγιαννίδη – adp@economia.gr

«Ό,τι μπορούμε, κάνουμε!»

Πώς η αίσθηση αρχικής επιτυχίας και η διαχείριση της εικόνας έφεραν αδιέξοδα

Δεν είναι μόνο στην Ελλάδα, είναι ένα ευρύτερο φαινόμενο που βρίσκεται σε εξέλιξη και που η επίπτωσή του εντείνεται με το τρίτο κύμα της πανδημίας Covid-19, που σαρώνει την υφήλιο – πάντως την Ευρώπη. Μια αρχικά πετυχημένη ανταπόκριση στη μεγάλη αυτή πρόκληση, που από υγειονομική βαθμιαία γίνεται οικονομική και κρίση κοινωνικής συνοχής, μια αίσθηση ότι με τη βοήθεια της επίσημης (κυρίως: εμβόλια, παρά τα παρατράγουδα διαχείρισης των εμβολιασμών) παρέμβασης η απειλή θα έφευγε από το προσκήνιο, συν κάποιες «εύκολες» συγκρίσεις με προβληματικότερες περιοχές και τρόπους διαχείρισης (όπως της παλαβής εποχής Τραμπ στις ΗΠΑ, την όχι και τόσο καλύτερη Μπόρις Τζόνσον στη Βρετανία, την τραγωδία στην Ιταλία και Πορτογαλία) και έφερε επανάπαυση και υπονόμευσε την όποια αυτοπειθαρχία στην Ελλάδα.

Το πρόβλημα είναι ότι η επιλογή του κλεισίματος και των οριζόντιων απαγορεύσεων, όσον μεν καιρό συνδυαζόταν με τον φόβο και την, αντανακλαστικά, αυτοπροστασία των ανθρώπων, απέδωσε· εν συνεχεία όμως, όσο συνοδευόταν με ανάμεικτα μηνύματα από την κορυφή των ηγεσιών, κατέληξε να λειτουργεί απλώς ως αποδοχή (;) της καταστολής, αλλά και σε ευρύτατη παράκαμψη των απαγορεύσεων. Οπότε φθάσαμε κοινωνίες και συστήματα που κάποια στιγμή θεωρούσαμε αποτυχημένα (ακριβώς η Μεγ. Βρετανία ή οι ΗΠΑ) σήμερα να έχουν εμβολιάσει τον μισό πληθυσμό (η πρώτη) ή να λειτουργούν σαν πηγή εμβολιαστικής προσδοκίας (οι δεύτερες), και τούτο ενώ το πρότυπο της από κοινού απόκτησης και διάθεσης εμβολίων (η ΕΕ, διά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) περνούσε από απογοήτευση σε απογοήτευση. Το πρώτο 3μηνο της χρονιάς έκλεισε π.χ. με τη Γαλλία να ξαναμπαίνει σε αυστηρό lockdown, με τη Γερμανία να παλεύει να συμφωνήσει με τον εαυτό της (σε επίπεδο Laender) για παράταση του δικού της.

Και η Ελλάδα; Ω, η Ελλάδα –η οποία με ικανή δόση μικρομεγαλισμού κούνησε το δάχτυλο στους άλλους, όχι δε μόνον η εύκολα αυτεπιβραβευόμενη κυβέρνηση αλλά και η κοινή γνώμη οδηγούμενη από τον εύκολο μιντιακό ενθουσιασμό– βρέθηκε με το τρίτο κύμα της πανδημίας να περνάει πάνω από την Αθήνα/την Αττική, με το ΕΣΥ σε αληθινό αδιέξοδο. «Έξυπνα μέτρα» που είχαν προ-ανακοινωθεί με τυμπανοκρουσίες αφήνοντας πίσω μάλλον άγαρμπη αστυνόμευση έπεσαν στο κενό. Η προσπάθεια να ερμηνευθεί πολιτικά η απογείωση των κρουσμάτων, των διασωληνώσεων και των θανάτων με αναφορά στις πορείες και διαδηλώσεις (από την κυβέρνηση) ή στην έλλειψη οργάνωσης και συντονισμού, π.χ. στο ΕΣΥ ή στα ΜΜΕ (από την αντιπολίτευση) έπεισε μόνον όσους ήταν ήδη πεπεισμένοι από κάθε πλευρά. Φθάσαμε, έτσι, να επιχειρείται χαλάρωση των μέτρων λόγω κόπωσης της κοινωνίας ακριβώς –μα, ακριβώς!– στη στιγμή κορύφωσης του προβλήματος, των κρουσμάτων, των διασωληνώσεων.

Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, το (πολιτικό) άγχος της κυβέρνησης να δείξει ότι όλα τα προβλέπει, όλα τα ρυθμίζει, όλα σύμφωνα με τις εισηγήσεις (κατά καιρούς αυτό λέγεται: «με τις αποφάσεις») των ειδικών/επιστημόνων, όλα με προτεραιότητα στην ανθρώπινη ζωή (πλην όταν «ανακαλύπτεται» η κοινωνική κόπωση ή/και η περιδίνηση της αγοράς, η απειλή της οικονομίας) κατέληξε να λειτουργεί αρνητικά. Ενώ η πραγματικότητα –η βαριά πλην ανθρώπινη πραγματικότητα– του «ό,τι μπορούμε, ό,τι καταλαβαίνουμε, αυτό κάνουμε!» θα ήταν όχι μόνο πιο σεμνή/ταπεινή, αλλά και κυρίως πιο πειστική. Ιδίως στην τωρινή στροφή των πραγμάτων…

Και στην Ελλάδα αλλά και αλλού (αρκεί να δει κανείς τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών στη Γερμανία, μέσα Μαρτίου), η αίσθηση της αρχικής επιτυχίας και η δημοσκοπική επικράτηση (στη Γερμανία η απογείωση του CDU μέχρι προ μερικών εβδομάδων), καθώς και η επένδυση στην εικόνα (παράδειγμα η σπουδή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να καυχηθεί για «ευρωπαϊκή λύση» στη διαχείριση των εμβολίων), έφεραν τα τωρινά αδιέξοδα. Στη Γερμανία αυτό μεταφράσθηκε σε υποχώρηση της Κεντροδεξιάς στις κάλπες τοπικών εκλογών, σε ανάκαμψη των Σοσιαλδημοκρατών και –κυρίως– σε αναβάθμιση των Πρασίνων· στην ΕΕ, απαξίωση της διαχειριστικότητας των Βρυξελλών.

Η απόσυρση από το προσκήνιο – και η διαχείριση της οικονομικής προοπτικής

Ακριβώς η συναίσθηση του αδιεξόδου εξηγεί και την απόσυρση –στην Ελλάδα– της φιγούρας του πρωθυπουργού από την πρώτη γραμμή της διαχείρισης της πανδημίας: εκεί που τα διαγγέλματα και τα επίσημα μηνύματα, ειδικά στις δύσκολες στροφές των πραγμάτων και με φόντο τη Βρεφοκρατούσα του Παρθένη στο Μέγαρο Μουσικής, είχαν γίνει ένα είδος πολιτικής κανονικότητας, οι παρουσίες Κυριάκου Μητσοτάκη αραίωσαν· ενώ η μεταφορά δυσάρεστων ειδήσεων αφέθηκε στην κυβερνητική εκπρόσωπο, στον Άκη Σκέρτσο, τον Βασίλη Κικίλια. Ακόμη και ο Νίκος Χαρδαλιάς αποσύρθηκε ελαφρώς, με το μαχητικό αμπέχονό του το στολισμένο με τα διάσημα της Πολιτικής Προστασίας και την ανάλογη αυστηρότητα να αντικαθίσταται από σκούρο κουστούμι και αντίστοιχη προσπάθεια προσήνειας.
Εκεί κάπου, σε δεύτερο πλάνο της δημόσιας προσοχής αλλά σαφώς με μεγάλη προτεραιότητα άμα κοιτάξει κανείς προς το μέλλον, έρχεται η –αντίστοιχη– διαχείριση των οικονομικών επιπτώσεων της συνεχιζόμενης πανδημίας με εργαλείο το lockdown. Έστω και με προοπτική σταδιακής χαλάρωσης, το α΄ 3μηνο πήγε χαμένο. Διόλου περίεργο, λοιπόν, που αρχές Μαρτίου δόθηκε επισήμως ιδιαίτερη προβολή στο ότι η ύφεση για την περσινή χρονιά στην Ελλάδα υπήρξε «μόνον» -8,2% του ΑΕΠ (έναντι -8,9% της Ιταλίας, -11% της Ισπανίας).

Και τούτο με το κλείσιμο της περασμένης χρονιάς να «γράφει» -4,7% στην καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών (αντισταθμιστικά: +7,3% του Δημοσίου), στις εξαγωγές -13,4% (οι εξαγωγές υπηρεσιών σε κατάρρευση: -54,4%). Βέβαια, η περσινή ύφεση ήταν τόση «μόνον», αλλά με μια μεγάλη διάθεση δημοσιονομικών και άλλων πόρων για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων: για 36,5 δισ. ευρώ στη διετία –24 δισ. το 2020, ήδη 11,6 για το 2021 (είχαν προϋπολογισθεί 7,5% δισ.)– έκανε λόγο ο ΥΠΟΙΚ Χρήστος Σταϊκούρας. Αυτά, βέβαια, μεταφράζονται σε συνεχιζόμενο δανεισμό: η στήριξη της ΕΚΤ σημαίνει ότι οι αγορές συνεχίζουν να βλέπουν ευνοϊκά την Ελλάδα, παρά το ότι ο δανεισμός της χτυπάει το 210% του ΑΕΠ. Άλλωστε ο Μάρτιος έκλεισε με ενδιαφέρουσα έκδοση 30ετούς ομολόγου (κουπόνι στο 0,875%), για πρώτη φορά μετά από μία 15ετία. Ωστόσο, όπως σταθερά θυμίζει ο αναπληρωτής ΥΠΟΙΚ Θοδωρής Σκυλακάκης, όλα αυτά τα δανεικά κάποια στιγμή «από εμάς θα αποπληρωθούν»…

Κατακλείδα: όπως υπενθυμίζει και ο Γιάννης Στουρνάρας σε άλλες σελίδες του τεύχους, μόνο μέσα από ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης τα αμέσως επόμενα χρόνια αποφεύγεται ένα –ακόμη– αδιέξοδο της ελληνικής οικονομίας. Για την ώρα, αυτό σημαίνει κάποιο είδος προσευχής/πάντως να ξεκολλήσει το Ταμείο Ανάκαμψης/Next Generation EU. Αλλά και να μεταφρασθεί σε κάτι απτό η προσδοκία να ανοίξει ο τουρισμός για φέτος το καλοκαίρι – κι ας μην είναι ακριβώς στις 15 Μαΐου, όπως προαναγγέλθηκε αρμοδίως. Πάντως… να ανοίξει!