Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2022, τ.1017, Πόλεμος στην Ουκρανία

του Χάρη Γ. Σαββίδη

Πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 και διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δείχνει ήδη να είναι ένα γεγονός τέτοιας σημασίας για τις γεωπολιτικές ισορροπίες – πιο σημαντικό από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, πιο σημαντικό ακόμα κι από την πτώση των Δίδυμων Πύργων, το 2001. Ίσως αποδειχθεί η στιγμή που η Ιστορία γυρίζει κεφάλαιο.

Σε οικονομικό επίπεδο, αντίθετα, η συγκυρία δεν θυμίζει τα τέλη της δεκαετίας του ’80 αλλά τις αρχές του ’70 και την ενεργειακή κρίση, από την οποία γεννήθηκαν κάποιες από τις οικονομικές δυναμικές, που τελικά οδήγησαν στο πολιτικό ’89. Και το 1973 οι δυτικές οικονομίες, έχοντας για δεκαετίες απαλλαγεί από το άγχος του πληθωρισμού, βρίσκονταν αντιμέτωπες με ένα (σχετικά ήπιο) κύμα ανατιμήσεων (μια «γεύση» των προβληματισμών της εποχής δίνουν τα τότε άρθρα της Βιομηχανικής Επιθεώρησης και των Financial Times). Μέχρι που τον Οκτώβριο ξέσπασε ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, οδηγώντας στο αραβικό εμπάργκο εξαγωγών πετρελαίου και στον τετραπλασιασμό της τιμής του πετρελαίου. Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ, για πρώτη φορά μεταπολεμικά, εκτοξεύτηκε σε διψήφια επίπεδα, τα οποία συνέχισε να «επισκέπτεται» μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 (και τη δεύτερη ενεργειακή κρίση, το 1979). Έκτοτε δεν επέστρεψε ποτέ σε αυτά – το εγγύτερο που βρέθηκε είναι το 7,87%, τον φετινό Φεβρουάριο.

Οι φωτογραφίες είναι του Ουκρανού φωτογράφου Oleksii Kyrychenko, ο οποίος απαθανάτισε την 9χρονη κόρη του σε ένα παράθυρο χωρίς τζάμι ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού στο Κίεβο. Ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, κοινοποίησε τη φωτογραφία με την κοπέλα καθιστή, με λεζάντα «Παρακαλώ μην της πείτε ότι οι αυστηρότερες κυρώσεις θα ήταν πολύ ακριβές για την Ευρώπη»

Και πάλι ένας πόλεμος έρχεται να εκτοξεύσει τις τιμές της ενέργειας αλλά και πολλών άλλων πρώτων υλών, ξυπνώντας το φάντασμα του πληθωρισμού από λήθαργο δεκαετιών (άρθρο του Economist περιγράφει τις βασικές συνέπειες για τις αγορές και τη διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα). Ακόμα, βέβαια, κυριαρχεί η αβεβαιότητα. Μπορεί οι συνέπειες να εξασθενήσουν σε μερικούς μήνες. Μπορεί όμως και να προκύψουν ευρύτερες ανακατατάξεις – ακόμα και μία αλλαγή παραδείγματος, όπως εκείνη που γέννησε η ενεργειακή κρίση του ’73.

Άρση κυρώσεων

Προφανώς το τοπίο δεν πρόκειται να ξεκαθαρίσει προτού κατακάτσει η ομίχλη του πολέμου. Κεντρικό ερώτημα είναι πότε θα αρθούν οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία. Κάτι που βέβαια, για να συμβεί, πιθανότατα θα χρειαστεί να αποσυρθούν τα ρωσικά στρατεύματα, άρα να έχει υπάρξει ειρηνευτική συμφωνία (όχι μια απλή κατάπαυση πυρός).

Εφόσον κάτι τέτοιο συμβεί τους επόμενους μήνες, πιθανόν οι τιμές ενέργειας και πρώτων υλών να υποχωρήσουν αισθητά και το πλήγμα στον πληθωρισμό να αποδειχθεί παροδικό – ισχυρότερο από αυτό που κληροδοτούσε η πανδημία, αλλά πάντως παροδικό. Η πραγματικότητα θα αποδειχθεί προσωρινά χειρότερη από τις προ του πολέμου προβλέψεις κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών και αγορών, αλλά όχι σημαντικά διαφορετική.

Μάλλον ένα τέτοιο σενάριο είχε κατά νου και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, διατυπώνοντας την εκτίμηση ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις έχουν συσσωρεύσει καταθέσεις ικανές να αντέξουν το σοκ. Ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, η παραοικονομία ίσως κρύβει ακόμα αντοχές που δεν καταγράφονται στα επίσημα στοιχεία. Παροδικές θα μπορούσαν άρα να είναι και οι συνέπειες σε ανάπτυξη και απασχόληση, με την ανάκαμψη από το σοκ της πανδημίας να ανακτά τη δυναμική της, τροφοδοτούμενη ενδεχομένως από μια έκρηξη επενδύσεων.

Ενεργειακά

Όσο η άρση των κυρώσεων καθυστερεί, για τις δυτικές οικονομίες προκύπτει πρωτίστως ένα ζήτημα ομαλής ενεργειακής τροφοδοσίας των ευρωπαϊκών οικονομιών. Μεγαλύτερος πονοκέφαλος είναι μεν το φυσικό αέριο, καθώς η ΕΕ εισάγει από τη Ρωσία το 40% της κατανάλωσης – μερίδιο που άμεσα δεν μπορεί να υποκατασταθεί πλήρως. Πλην όμως, εξαιτίας ακριβώς της σημασίας τους, οι εισαγωγές αυτές εξαιρέθηκαν από τον αποκλεισμό της Ρωσίας από το Swift και οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν να εισάγουν ρωσικό αέριο, έχοντας πληρώσει μετά το ξέσπασμα του πολέμου πάνω από 10 δισ. ευρώ (σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε το Centre for Research on Energy and Clean Air). Στην αγορά λέγεται, μάλιστα, ότι οι Ευρωπαίοι έχουν αυξήσει τον τελευταίο μήνα τις εισαγωγές κατά 40%, προφανώς πληρώνοντας στις αυξημένες τιμές.

Για το πετρέλαιο η κατάσταση δείχνει κάπως καλύτερη, καθώς υπάρχουν περισσότερες εναλλακτικές. Οι τιμές στην αγορά κατά τις πρώτες μέρες της εισβολής εκτοξεύτηκαν προς το ιστορικό ρεκόρ των 150 δολ./βαρέλι αλλά σύντομα επέστρεψαν στα $100. Εφόσον δεν υπάρξει νέα… υποτροπή, το σοκ θεωρείται διαχειρίσιμο. Εάν όμως εκτοξευτεί σε νέα ιστορικά υψηλά, η κρίση απειλεί να μεταδοθεί στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς κομβικές παραδοχές επενδυτικών στρατηγικών θα ανατρέπονται, πυροδοτώντας μαζικές ρευστοποιήσεις στις αγορές.

Σε δε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι ευρωπαϊκές οικονομίες βρίσκονται να χάνουν κάτω από τα πόδια τους τη… γέφυρα της ενεργειακής μετάβασης, το φυσικό αέριο. Το αν αυτό θα οδηγήσει σε επιτάχυνση της μετάβασης, στροφή προς την πυρηνική ενέργεια ή αξιοποίηση μορφών ενέργειας που εγκαταλείπονταν ως ρυπογόνες (άνθρακας) είναι ακόμα ασαφές. Για παράδειγμα, δεν είναι σαφές εάν τελικά οι Γερμανοί βιομήχανοι επιμείνουν στο σενάριο της πράσινης μετάβασης, που συνεπάγεται ριζική αλλαγή του παραγωγικού τους μοντέλου κι άρα απαιτεί σημαντικά κεφάλαια. Ωφελημένες σίγουρα θα είναι οικονομίες-εξαγωγείς ενέργειας, όπως οι ΗΠΑ και τα κράτη του Κόλπου.

Ουκρανία

Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια παραγωγή δεν περιορίζονται στην ενέργεια ή τις κυρώσεις στη Ρωσία. Η ίδια η Ουκρανία, όσο είναι πεδίο μάχης, βρίσκεται εκτός της διεθνούς αλυσίδας, δημιουργώντας ελλείψεις σε σειρά πρώτων υλών που βρίσκονται στο υπέδαφός της (για παράδειγμα, είναι πρώτη σε αποδεδειγμένα αναλήψιμα αποθέματα ουρανίου, 2η σε μαγγάνιο, σίδηρο και υδράργυρο, 2η στην Ευρώπη και 10η στον κόσμο σε τιτάνιο, 3η στην Ευρώπη και 13η στον κόσμο σε σχιστολιθικό αέριο).

Ακόμα πιο σημαντικός είναι ο ρόλος της στην αγροτική παραγωγή, καθώς στην Ουκρανία βρίσκεται η μεγαλύτερη επιφάνεια αρόσιμης γης της Ευρώπης. Είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ηλιέλαιου, 2η παγκοσμίως σε παραγωγή κριθαριού, 3η σε παραγωγή καλαμποκιού, 4η σε παραγωγή πατάτας και σίκαλης, 8η σε εξαγωγές σιταριού. Κομβικό ρόλο διεθνώς έχουν και μια σειρά βιομηχανιών της: μεγαλύτερη παραγωγός αμμωνίας στην Ευρώπη, 3η παγκοσμίως σε εξαγωγές χάλυβα, 4η σε εξαγωγές αργιλίου και τιτανίου, όπως και σε εξαγωγές τουρμπινών για πυρηνικά εργοστάσια και παραγωγή πυραύλων.

Το ειδικό βάρος της ρωσικής παραγωγής για πλήθος προϊόντων είναι προφανώς ακόμα μεγαλύτερο – και στις περισσότερες περιπτώσεις οι κυρώσεις συνεπάγονται μηδενισμό των εξαγωγών. Ήδη στις αγορές καταγράφονται μεγάλες αντιδράσεις και διακυμάνσεις στην αποτίμηση πλήθους προϊόντων, από το σιτάρι μέχρι το νικέλιο. Και όλα αυτά, βέβαια, θα αρχίσουν να περνούν στις τιμές των τελικών αγαθών και στο καλάθι της νοικοκυράς.

Εργαλεία παρέμβασης

Εφόσον τελικά το «καλάθι πάρει φωτιά», οι κυβερνήσεις θα αναγκαστούν να παρέμβουν. Ήδη στην ΕΕ συζητούν ανοικτά την υιοθέτηση ανώτατου ορίου στις τιμές του φυσικού αερίου ή την επιβολή υψηλού φόρου στα «ουρανοκατέβατα» κέρδη που καταγράφουν οι ενεργειακοί όμιλοι. Πολλές κυβερνήσεις (και η ελληνική) ανακοίνωσαν μέτρα στήριξης του εισοδήματος των νοικοκυριών. Το αποτύπωμα στις δημόσιες δαπάνες θα είναι ισχυρό, ενώ τα φορολογικά έσοδα θα πληγούν ανάλογα με το μέγεθος του σοκ σε παραγωγή και απασχόληση.

Το τελικό ισοζύγιο για τα δημόσια οικονομικά θα είναι πιθανότατα αρνητικό, δημιουργώντας μεγαλύτερα ελλείμματα. Προσθέτοντας στην εικόνα τις ανάγκες χρηματοδότησης είτε για επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης είτε για εξοπλισμούς, προκύπτει ένα δημοσιονομικό κενό. Σε αυτό μια κοινή απάντηση θα μπορούσε να είναι η έκδοση ενός ευρω-ομολόγου ή κάποιου εργαλείου αντίστοιχου με αυτό που χρηματοδοτεί το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η συζήτηση έχει ανοίξει στα κοινοτικά όργανα (όπως περιγράφει στην ανάλυσή του ο Αντώνης Παπαγιαννίδης) αλλά, όπως εξηγεί ο πρόεδρος του ΣΟΕ Μιχάλης Αργυρού προς το παρόν κυριαρχεί η άποψη ότι επαρκούν τα υφιστάμενα εργαλεία. Μεταξύ όσων χρησιμοποιήθηκαν στην πανδημία είναι βέβαια και η χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας, που όμως θα ολοκληρωνόταν φέτος και από το 2023 θα ίσχυαν αναθεωρημένοι κανόνες. Θα μπορούσε σε αυτούς να περιληφθεί κάποια εξαίρεση για τις αμυντικές δαπάνες; Ίσως μετά τον Μάιο τα σενάρια αυτά αποκτήσουν δυναμική στην Ευρωζώνη. Κάπως έτσι η κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω ωρίμανση της Ευρώπης (εδώ σχετική συζήτηση με τον Νίκο Χριστοδουλάκη).

Οι εργαζόμενοι, από την πλευρά τους, για να υπερασπιστούν το εισόδημά τους μπορούν μόνο να διεκδικούν αύξηση μισθών. Βέβαια, η οικονομική «ορθοδοξία» παραπέμπει στην εμπειρία της δεκαετίας του ’70 και του ’80 και στο δίδαγμα ότι έτσι προκύπτουν υψηλότερες πληθωριστικές προσδοκίες, ανατροφοδοτώντας τον πληθωρισμό. Αυτό, όμως, πρακτικά σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι οφείλουν να αποδεχθούν ότι θα επωμισθούν (για μία ακόμα φορά) το βάρος της κρίσης. Στις δημοκρατικές κοινωνίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ είναι αρκετά πιθανό να μην επικρατήσει τελικά η οικονομική ορθοδοξία. Πολιτικές συγκρούσεις τέτοιου περιεχομένου περιέγραψε για το επόμενο διάστημα, στην Ευρώπη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στο μήνυμα που απηύθυνε στους πολίτες μέσα Μαρτίου.

Επιτόκια

Ίσως και σε αυτή την περίπτωση τη λύση τελικά δώσουν οι κεντρικές τράπεζες. Έχοντας υιοθετήσει υπερ-χαλαρή νομισματική πολιτική τα τελευταία 15 χρόνια, καλούνται τώρα να ανακτήσουν διαπιστευτήρια στην πάταξη του πληθωρισμού και να ξεκολλήσουν την παγκόσμια οικονομία από την παγίδα του στασιμοπληθωρισμού. Προς το παρόν τηρούν σχετικά επιφυλακτική στάση, με τη Fed να εμφανίζεται πιο δυναμική από την ΕΚΤ και να ανοίγει τον χορό των αυξήσεων επιτοκίων.

Τα στελέχη της διοίκησης Fed επικαλούνται την κληρονομιά του Πολ Βόλκερ, που με μεγάλες αυξήσεις επιτοκίων «σκότωσε» τον πληθωρισμό στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Αν και ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Λόρενς Σάμερς σε πρόσφατο άρθρο του στην Washington Post τους κατηγορούσε ότι «αντί να αποσύρουν τα ποτά προτού ανάψει το πάρτι, περιμένουν πρώτα κάποιοι να μεθύσουν», το σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή οι κάνουλες θα κλείσουν.

Οδηγώντας την οικονομία σε ύφεση και την ανεργία σε άνοδο, θα επιδιώξουν να επαναφέρουν τη νομισματική σταθερότητα περιορίζοντας τις πληθωριστικές προσδοκίες. Όσο δεν το πετυχαίνουν, τα επιτόκια στις αγορές θα αυξάνονται, δυσχεραίνοντας και την αναχρηματοδότηση των χρεών, ιδιωτικών και δημόσιων. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μια παρόμοια διαδικασία οδήγησε τελικά στην υιοθέτηση πολιτικών λιτότητας και στις μεταρρυθμίσεις της νεοφιλελεύθερης ατζέντας – την περίφημη «Συναίνεση της Ουάσιγκτον». Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, μετά και τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, η οικονομική αποτελεσματικότητα αναγορεύτηκε στον κεντρικό στόχο της πολιτικής.

Αλλαγή παραδείγματος

Η σημερινή κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια αλλαγή παραδείγματος αντίστοιχης έκτασης, με το κεφάλαιο της παγκοσμιοποίησης κάπου εδώ να ολοκληρώνεται (μάλλον διαφωνεί ο Νίκος Παπανδρέου, στην ανάλυσή του που φιλοξενεί η Οικονομική Απριλίου). Έχουν άλλωστε υπάρξει κι άλλα αντίστοιχα κεφάλαια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις δεκαετίες που προηγήθηκαν του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τα προβλήματα που ανέδειξε η πανδημία και επιτείνει ο πόλεμος, η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα χρήζει βελτιώσεων. Ήδη πριν από τα περιστατικά αυτά, ο Ντόναλντ Τραμπ προσπαθούσε να επαναπατρίσει την παραγωγική βάση των ΗΠΑ (με μικρά αποτελέσματα) και ξεκινούσε εμπορικό πόλεμο στην Κίνα.

Το επόμενο κεφάλαιο θα μπορούσε, λοιπόν, να περιλαμβάνει περισσότερο προστατευτισμό, ενδεχομένως μεταξύ μεγάλων οικονομικών περιφερειών. Θα μπορούσε, επίσης, να προβλέπει μεγαλύτερη βαρύτητα για μη οικονομικούς παράγοντες, με την ασφάλεια και τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς να επηρεάζουν περισσότερο τις αποφάσεις. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα μπορούσε κάλλιστα να κρίνεται σημαντικότερη η διασφάλιση κοινωνικής ειρήνης από την επίτευξη οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Θα περιλαμβάνει, σίγουρα, περισσότερες δαπάνες για εξοπλισμούς. Και αυτός είναι ένας λόγος πραγματικής ανησυχίας σε μακροπρόθεσμη βάση. Όχι μόνο για τη δυνητική τους χρήση (μακάρι να λειτουργούν πάντα ως αποτροπή) αλλά επειδή στερούν πόρους από την κοινωνία. Τις τελευταίες δεκαετίες η ανθρωπότητα κατάφερε να περιορίσει σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα τις εξοπλιστικές δαπάνες. Απομακρυνόμενη από την πεπατημένη αυτοκρατόρων και βασιλιάδων, έστρεψε δημόσιους πόρους από τον στρατό και τα όπλα στην υγεία και την παιδεία. Αυτή η κατάκτηση πλέον κινδυνεύει. Ακόμα δε πιο ανησυχητική είναι η εγκατάλειψη του δρόμου της διεθνούς συνεργασίας, σε μια περίοδο όπου η κλιματική κρίση την ανάγει σε μονόδρομο επιβίωσης.

Ελλάδα

Οι εξελίξεις αυτές θα διαμορφώσουν προφανώς και το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η ελληνική οικονομία. Από τον άμεσο αντίκτυπο των κυρώσεων μέχρι την πορεία της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.

Βραχυπρόθεσμα, η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί το πληθωριστικό σοκ και να διατηρήσει όσο περισσότερη μπορεί από τη δυναμική της ανάκαμψης. Ενδεχόμενες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες (νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης, παράταση χαλάρωσης δημοσιονομικών κανόνων) θα είναι καλοδεχούμενες αλλά η σημερινή κυβέρνηση επιμένει στην οδό της δημοσιονομικής προσαρμογής, επενδύοντας στην επιχείρηση ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας στην αξιολόγηση των ομολόγων.

Η Ελλάδα θα μπορούσε ενδεχομένως να ωφεληθεί και από την αναδιάρθρωση της παγκόσμιας παραγωγικής μηχανής. Η εγχώρια παραγωγή πολλών προϊόντων ήταν ασύμφορη όσο η σύγκριση γινόταν με την Κίνα αλλά αυτό δεν θα ισχύει απαραίτητα εφόσον οι εναλλακτικές περιοριστούν στην Ευρώπη. Αξιοποιώντας τους κοινοτικούς πόρους που θα εισρεύσουν τα επόμενα χρόνια, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει επενδύσεις για την αναδιάρθρωση της παραγωγής στο νέο πλαίσιο.

Αυτό είναι σίγουρα το καλό σενάριο. Ίσως, όμως, η επιτυχία να είναι… μονόδρομος, καθώς η εναλλακτική είναι άκρως ανησυχητική. Το βάρος του δημοσίου χρέους συνεχίζει να υπάρχει, έχοντας μάλιστα εκτοξευτεί πάνω από το 200% του ΑΕΠ. Ακόμα και με την επίτευξη ταχύρρυθμης ανάπτυξης και την αποφυγή δημοσιονομικών ελλειμμάτων, θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να πάψει να είναι με διαφορά το υψηλότερο της Ευρωζώνης σε σχέση με το ΑΕΠ.

Σε απόλυτα μεγέθη, βέβαια, οι αγορές ανησυχούν πολύ περισσότερο για τα χρέη μεγαλύτερων οικονομιών – πρωτίστως της Ιταλίας. Όπως συνέβη, όμως, και προ δεκαετίας, σε συνθήκες κρίσης είναι προτιμότερο να στιγματιστεί ως μόνος ένοχος κάποιος μικρότερος «παίκτης». Η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει την απειλή μιας νέας κρίσης χρέους. Εφόσον δε στο νέο κεφάλαιο οι τάσεις προστατευτισμού και εσωστρέφειας αποδειχθούν ισχυρότερες της δυναμικής της ΕΕ, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί την επόμενη φορά χωρίς εναλλακτική της χρεοκοπίας.