Παγίδες που έστησε για όλους το 2022, που φεύγει

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Μπορεί κανείς να διαφωνεί για τον χαρακτηρισμό annus horribilis που ακούστηκε για το 2022, θεωρώντας τον λεκτικά ακραίο.

Αν και, με πόλεμο (αληθινό πόλεμο, με νεκρούς στις δεκάδες χιλιάδες, με διάλυση της ζωής του άμαχου πληθυσμού εκατομμυρίων, με καταστροφές εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, με σπορά γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στο παγκόσμιο σύστημα) μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, πόλεμο σε ευρωπαϊκό έδαφος, δηλαδή στην ήπειρο που ξεκίνησε και «φιλοξένησε» τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους μέσα σε μια 30ετία του 20ού αιώνα, δύσκολα θα κατηγορηθεί κανείς για υπερβολή. Ενώ και η επανεμφάνιση του πληθωρισμού, σε παγκόσμια κλίμακα, σε επίπεδα που θύμιζαν δεκαετία του ‘70 και με απειλή να «ριζώσει» στις οικονομίες αν δεν αντιμετωπιστεί από την νομισματική (κυρίως) πολιτική, αμιλλάται ως απειλή με το ενδεχόμενο η καθυστερημένη αντίδραση των Κεντρικών Τραπεζών να οδηγήσει σε υπεραντίδραση – και τραυματιστική αύξηση της ανεργίας.

Παράλληλα, οι αδυναμίες που αποκαλύφθηκαν στην δομή του ενεργειακού εφοδιασμού – όχι μόνο στην ανάφλεξη των τιμών της ενέργειας, αλλά και στην ασφάλεια/ επάρκεια της προμήθειας – ήρθε να συνδυαστεί με την παγίωση μίας φάσης υψηλού ενεργειακού κόστους, ήδη λόγω της μετάβασης σε στόχους απανθρακοποίησης. Αυτό, σημαίνει μη-διαπραγματεύσιμη επίδραση στα καταναλωτικά πρότυπα· σημαίνει όμως και αποδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου σε κομβικές οικονομίες, στο βιομηχανικό πυρήνα της Ευρώπης πρώτιστα.

Φτάνουμε στο τέλος αυτής της αδρής αναφοράς επιβαρυμένων μετώπων και μόλις έχει μείνει χώρος για να δούμε τι μπορεί να σημάνει η υπό πίεση εγκατάλειψη της πολιτικής zero-Covid στην Κίνα, που οδήγησε εσπευσμένα σε άρση των περιορισμών επικοινωνίας με τον «έξω κόσμο», με την ανησυχία για μετάθεση νέων μεταλλάξεων να φέρνει ήδη… αμυντικούς περιορισμούς στις διεθνείς μετακινήσεις, στις ΗΠΑ και βλέπουμε για την Ευρώπη.

Όλα αυτά τα μέτωπα βρίσκονται εκεί και σιγοβράζουν – όταν δεν εκρήγνυνται – πέρα από την δυνατότητα επηρεασμού κάθε χώρας. και μάλιστα μιας μικρομεσαίας χώρας, με κατ’ ανάγκην ανοιχτή οικονομία, όπως η Ελλάδα. Το κύριο τώρα είναι πώς, μάλιστα σε μια προεκλογική περίοδο εξελισσόμενη με ένταση που ξεφεύγει ήδη για εσωτερικούς λόγους, θα καταφέρουμε να αποφύγουμε τις παγίδες που προκύπτουν από αυτήν την συγκυρία. Δείτε:

Η επιλογή πλευράς στον πόλεμο που συνεχίζεται στην Ουκρανία, όπως προήλθε από εισβολή και καταπάτηση συνόρων, δεν μπορούσε να είναι άλλη· η συμμετοχή στο πλέγμα κυρώσεων της (υπό αναδημιουργίαν) «Δύσης» κατά της Ρωσίας, επίσης δεν ήταν ελεύθερη επιλογή. Ωστόσο, διατυπώσεις όπως «είμαστε σε πόλεμο με την Ρωσία», η πάλι αγνόηση του ότι Ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως η Γαλλία ή Γερμανία πασχίζουν ώστε να κρατηθεί ανοιχτή μία πόρτα για την επόμενη μέρα, παραξενεύουν. Υποθηκεύουν περισσότερο μέλλον – ακόμα και περιφερειακά – από όσο μπορεί να διαθέσει η Ελλάδα της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Αν – ΑΝ! – η σκέψη είναι ότι η ενσωμάτωση στο σκληρό πυρήνα της νέας «Δύσης» αποτελεί κάποιο είδους εγγύηση για την άμεση περιφερειακή απειλή που αποτελεί η Τουρκική επιθετικότητα (αν δηλαδή σ’ αυτό αποβλέπει το σύμπλεγμα δραστηριοτήτων Αλεξανδρούπολης, σε αυτό η αναβάθμιση της σημασίας της Κρήτης – από Σούδας μέχρι ερευνών για υδρογονάνθρακες Νοτιο-Νοτιοδυτικά), την σκέψη αυτή δεν την βλέπουμε να επιβεβαιώνεται τις επίπεδο απειλών – ιδίως τώρα, με την επέκταση αναφορών σε casus belli και για την επέκταση χωρικών υδάτων στην Κρήτη… Κινδυνεύει όμως να κριθεί στο άμεσο μέλλον, δηλαδή άμα «ξεφύγει» επεισόδιο στα ελληνοτουρκικά τώρα, με την προεκλογική τελική ευθεία και στις δύο πλευρές του Αιγαίου.  Ποτέ στην Ελληνική εξωτερική πολιτική – ούτε επί Κωσταντίνου Καραμανλή, ούτε επί Ανδρέα Παπανδρέου, ούτε επί Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ούτε επί Κώστα Σημίτη – δεν τέθηκε τόσο μονόπλευρο στοίχημα· ποτέ δεν υπήρξε και ενδεχόμενο να κριθεί τόσο άμεσα το εν λόγω στοίχημα.

Όσον αφορά, τώρα τον πληθωρισμό: Οι επιλογές επιδοματικής στήριξης των νοικοκυριών, με τα διάφορα -Pass, που έρχονται (μην αυταπατώμεθα!) ως συμπλήρωμα της αποπληθωριστικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ την οποία στιγμές-στιγμές ανταγωνίζονται, θα κριθούν μεσοπρόθεσμα από το αν και κατά πόσο η Ευρωζώνη (και τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα, δηλαδή οι ΗΠΑ) θα δουν ριζικά «αλλιώς» το θέμα του χρέους. Επειδή τώρα-τώρα τελευταίως συγκρινόταν η Ελληνική προσέγγιση επιδοματική με την Ισπανική, εκείνη της μείωσης του ΦΠΑ σε ενέργεια και είδη πρώτης ανάγκης, προσπεράστηκε χωρίς να σχολιασθεί μια πληροφορία: για την διαχείριση των τελευταίων χρήσεων Ισπανία διέθεσε σε στήριξη περίπου 45 δις ευρώ· αντίστοιχο ποσό κορδακίζομαστε ότι διατέθηκε κι από την Ελλάδα. (Ογκώδης λεπτομέρεια: η Ισπανία διαθέτει υπερτετραπλάσιο πληθυσμό, το δε ΑΕΠ της είναι λίγο λιγότερο από επταπλάσιο του Ελληνικού).

Εκεί που το πράγμα θάπρεπε να προσεχθεί για ενδεχόμενη αυτοπαγίδευση, είναι το πεδίο της απασχόλησης / ανεργίας άμα οι – ομολογουμένως καλύτερες για το 2022, καλύτερες από το αναμενόμενο, καλύτερες και τις Ευρωπαϊκές… – επιδόσεις της οικονομίας αποεπιταχύνουν απότομα το 2023. Η υποχώρηση από το 6% σε ένα 1,2%-1,5% δεν είναι απλή υπόθεση: η επίπτωση στην ούτως ή άλλως τραυματισμένη Ελληνική αγορά εργασίας θα πρέπει να απασχολεί – σοβαρά. Έχουμε φτάσει να θεωρούμε μεταξύ μας λαμπρή επίδοση ότι –με ανάπτυξη 6%… – πάει το 2022 να κλείσει με 11,5% ανεργία (έναντι 13,5% προ έτος). Την ίδια στιγμή, η απώλεια άνω των 83.000 θέσεων εργασίας το Νοέμβριο, μετά και την απώλεια 115.000 τον Οκτώβριο – η βουτιά υποδηλώνει την ακραία εποχικότητα λόγω τουρισμού, όμως δεν παύει να τονίζει το στρώμα εργασιακής ανασφάλειας – επιχειρήθηκε να περάσει σιωπηλά. Δεν θάπρεπε .

Όσον αφορά, δε, τις παγίως επανερχόμενες αναφορές στην κάλυψη του επενδυτικού κενού 10ετίας, τις με τεχνολογικό περιεχόμενο νέες επενδύσεις, τις ευκαιρίες που εξασφαλίζει το Ταμείο Ανάκαμψης μαζί με το ΕΣΠΑ κοκ, χρήσιμο θα ήταν να θυμόμαστε – όλοι – ότι από την απόφαση και εκκίνηση μιας επένδυσης μέχρι την απόδοσή της με τροφοδότηση του ΑΕΠ, παρέρχεται ένας χρόνος. Χρόνος ετών, όχι μηνών. Από κει, δε, και πέρα το να κάνουμε κάθε τόσο λόγο για «μεταβολή του παραγωγικού προτύπου» στην Ελλάδα, υπάρχει απόσταση. Μεγάλη απόσταση.

Τελευταίο σημείο : έχοντας κατοχυρώσει το δυσάρεστο προνόμιο, με την διαχείριση της πανδημίας του κορονοϊού με τη μέθοδο των lock-down της εποχής Χαρδαλιά (τα οποία, να το ομολογήσουμε, χλωμαίνουν μπροστά στην πολιτική zero-Covid του προέδρου Σι), να βρίσκεται σε μία απ’ τις πρώτες θέσεις θανάτων από Covid στην Ευρώπη (ανάλογα με τον πληθυσμό, βέβαια) η Ελλάδα του 2023 θα χρειαστεί να σκεφτεί δυο και τρεις φορές πριν επαναφέρει την διαχείριση δια του φόβου – τώρα που και η Κίνα την εγκατέλειψε – αντί της διαχείρισης δια της πειθούς. Εάν, δηλαδή, ξαναξεφύγει η κατάσταση…