Eλλάδα – Ευρωπαϊκή Ένωση: Μια σχέση «μέσα από σαράντα κύματα», 1981-2021

Επιμέλεια: Αργύρης Γ. Πασσάς – Κωνστ. Αρβανιτόπουλος – Μαριλένα Κοππά

Πρόλογος: Jean-Claude Juncker

Εκδόσεις Πεδίο/ΙΔΙΣ, Αθήνα 2021, σελίδες 712, τιμή εκδότη: 40 ευρώ

 

Ένα πρωτεϊκό, στιγμές-στιγμές απολαυστικό, σε κάποια σημεία του πιο «επίπεδο» βιβλίο για μια γνώριμη θεματική: τα 40 χρόνια Ελλάδας στην ΕΟΚ/Ευρωπαϊκή Κοινότητα/Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αρθρωμένο σε τέσσερεις κύκλους (την ένταξη και πρώτη γνωριμία της Ελλάδας με την κοινοτική Ευρώπη τη δεκαετία του 1980, την ωρίμανση και τις προσπάθειες ενσωμάτωσης τη δεκαετία του 1990, την προσέγγιση της Ευρωζώνης τη δεκαετία του 2000, τέλος «τα σαράντα κύματα» που πήγαν να θρυμματίσουν τη σχέση Ελλάδας/Ευρώπης με την εμπειρία των Μνημονίων), το συλλογικό αυτό έργο κάνει μια συνολική σάρωση της «ανακάλυψης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα σε πλήθος ζητημάτων. Δεν είναι μονοδιάστατη, το αντίθετο μάλιστα, η αρθρωτή/συλλογική οικοδόμηση αυτού του τόμου με άνω των 50 συντελεστών: αντιθέτως λειτουργεί πολυσυλλεκτικά, ανοίγει προσεγγίσεις μάλλον παρά καθοδηγεί τον αναγνώστη.

Επελέγη να προλογίσει ο κατ’ εξοχήν φιλέλληνας (στην ουσία, όχι στα λόγια…) Ευρωπαίος πολιτικός, ο Ζαν-Πολ Γιουνκέρ. Σε μια παρέμβαση διόλου τυπική, ο Γιουνκέρ επισημαίνει τόσο ότι «ο ενθουσιασμός της Ελλάδας [και η προσδοκία των Ελλήνων] για την Ευρώπη δεν κλονίστηκε ποτέ», αλλά και ότι «στις τραγικές στιγμές της τελευταίας δεκαετίας ήταν θεμελιώδες η Ευρώπη να σταθεί στο πλευρό της Ελλάδας». Η Ευρώπη δεν έδωσε μόνο, πήρε και από την ελληνική εμπειρία…

Επιπλέον, οι οργανωτές του συλλογικού τόμου επέλεξαν να φιλοξενήσουν έξι προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων οι οποίοι συνέδεσαν την προσωπική/επαγγελματική τους πορεία με αυτή τη σχέση Ελλάδας-ΕΕ. Η Ζωρζέτα Λάλη και ο Πάνος Καρβούνης έζησαν από κοντά κρίσιμες στιγμές, ιδίως στην τελική φάση των «σαράντα κυμάτων», όμως και η Ίρις Τζαχίλη και ο Νώε Γιουσουρούμ, αμφότεροι με την ιδιαίτερη οπτική γωνία του μεταφραστικού, καθώς και η Μαρία Παναγιώτου με τη γνώση του Ευρωκοινοβουλίου, λειτουργούν σαν μια ιδιότυπη χορωδία μαρτυριών. Ο έκτος αυτής της ομάδας, ο Γιάννης Δρόσος, που δοκίμασε τη σαγήνη των Βρυξελλών για να επιστρέψει στην Ελλάδα για μιαν εντελώς ιδιαίτερη ακαδημαϊκή καριέρα συνταγματολόγου, που δεν του στέρησε τη βαθύτερα πολιτική ματιά, εντυπωσιάζει με τη διεισδυτική του μαρτυρία. Δίδαγμα, από την προσέγγιση Γ. Δρόσου, το πώς η έστω περιορισμένη τριβή με τον κόσμο των Βρυξελλών ανοίγει τα μάτια για την αξιολόγηση της συνέχειας.

Θα κρατούσαμε από την πρώτη δεκαετία της αρχικής επαφής τη γλυκόπικρη αντίθεση ανάμεσα αφενός στις πιο αισιόδοξες παρουσιάσεις των προθέσεων και της στρατηγικής Κωνσταντίνου Καραμανλή (από τον Κ. Αρβανιτόπουλο) και την εντέλει αισιόδοξη ανάγνωση της πορείας της Ελλάδας ως προσγείωση από τον μύθο της Ευρώπης σ’ εκείνον του Σισύφου (από την Κ. Μπότσιου). Αλλά και την προσγειωτική προσέγγιση των Τ. Ρουμελιώτη-Β. Κολλάρου σε μια πιο ψυχρή πραγματικότητα, ή πάλι την αδυναμία/άρνηση της Βουλής των Ελλήνων να ανταποκριθεί σε «ευρωπαϊκή» λειτουργία (Α.Πασσάς/Δ.Δημητρακόπουλος) και την υπό πίεση παρέμβαση στην ελληνική δημόσια διοίκηση.

Στη φάση της δεύτερης δεκαετίας, τότε δηλαδή που προχώρησε περισσότερο η συνάντηση ΕΕ-Ελλάδας σε μια λογική ενσωμάτωσης, η έμφαση τίθεται περισσότερο στις απόπειρες διαμόρφωσης εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ και των εσωτερικών αμφισβητήσεων της ελληνικής πορείας (Μακεδονικό, ελληνοτουρκικά). Ο Χαρ. Τσαρδανίδης παρουσιάζει την ωρίμανση και των δύο πλευρών, η Μ. Κοππά καταγράφει το άλμα από τη βαλκανική ένταση στη μεταναστευτική/προσφυγική κρίση, ενώ Π. Τσάκωνας και Κ. Υφαντής επιχειρούν (με επίγνωση της συνέχειας…) να ξαναδούν το στοίχημα του Ελσίνκι.

Η κορωνίδα της τρίτης δεκαετίας δεν μπορούσε παρά να είναι η πορεία προς ένταξη στην Ευρωζώνη: αυτήν, την προσεγγίζει ο Δημ. Κατσίκας, καθώς εντοπίζει ευθύς εξαρχής την ύπαρξη, ακόμη και στην αρχική «φάση ευφορίας», των σπερμάτων της επερχόμενης κρίσης: επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, ανακατεύθυνση πόρων από κλάδους εξαγώγιμων αγαθών σε παροχή υπηρεσιών για εγχώρια κατανάλωση, φούσκα ακινήτων, δίδυμα ελλείμματα – «διογκούμενες ανισορροπίες που δεν αντιμετωπίσθηκαν από τους κυβερνώντες».

Η τελική φάση της 40ετίας, που ο Παν. Λιαγκόβας εισάγει ως «δέκα χρόνια κρίση, τρία Μνημόνια και μία πανδημία», αποτελεί ακριβώς την περίοδο όπου η σχέση της Ελλάδας με την ΕΕ πέρασε «από σαράντα κύματα» – με το παρ’ ολίγον Grexit και τη μετάπτωση των εταίρων σε δανειστές να έχουν δοκιμάσει τις αντοχές της ελληνικής κοινής γνώμης· η οποία, ωστόσο, δεν απομακρύνθηκε εντέλει από τη λογική του ευρωπαϊκού ανήκειν. Εδώ, οι πρόσθετες δοκιμασίες της προσφυγικής κρίσης (Μ. Παπακωνσταντής) ή τα όσα συνεπάγεται για το αύριο η «δημιουργική καταστροφή του ψηφιακού μετασχηματισμού» (Λ. Τσιπούρη, Μ. Αργυρού) έρχονται να συναντήσουν την ιδιότυπη ευκαιρία στην οποία τείνει να μετατραπεί η πανδημία του κορονοϊού, για ΕΕ και Ελλάδα (όχι, σε μόνον λόγω Next Generation EU) κατά τη Στ. Λαδή, για να καταλήξουν στο ερωτηματικό με το οποίο κλείνει –κάπως δίκην επιλόγου– ο Κωνσταντίνος Στεφάνου τη δική του αξιολόγηση: «Εσωτερικός εκσυγχρονισμός και διεθνής αναβάθμιση(;)».

Α.Δ.Παπαγιαννίδης