ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

του Σάκου Οικονομόπουλου*

 

Με την λέξη μεταρρύθμιση αποδόθηκε στα Ελληνικά η λατινική reform που χαρακτήρισε το τεράστιας σημασίας κίνημα του 16ου αιώνα που έσπασε την κυριαρχία του Βατικανού στην χριστιανική Δύση και σηματοδότησε την απαρχή της κατάρρευσης του φεουδαρχισμού, την συγκρότηση εθνικών κρατών, διαμόρφωση νέων κανόνων διεθνούς δικαίου, την χειραφέτηση των αγροτικών κοινοτήτων και νέους κανόνες πίστης και κοινωνικής συμπεριφοράς. Δηλαδή ανά-σχηματισμό και όχι μετά-ρύθμιση, δηλαδή προσαρμογή και  βελτίωση, όπως σημαίνει η λέξη στην σύγχρονη ελληνική κοινωνική ιστορία.

Δεν ξέρω πώς και γιατί επελέγη αυτή η λάιτ μετάφραση στο βίαιο κίνημα της Reformation, σίγουρα όμως δεν απηχεί αυτό που σήμερα έχει ανάγκη η χώρα. Διότι απλά η χώρα πτώχευσε και μπορεί ανά πάσα στιγμή με ένα ακόμα σοκ να καταρρεύσει. Το να συζητάμε για ανώδυνες μεταρρυθμίσεις που δεν θα θίγουν τίποτα και κανέναν είναι απλά άνευ σημασίας και χάνουμε τον χρόνο μας. Η χώρα έχει ανάγκη από ριζικό ανασχηματισμό με ό, τι αυτό σημαίνει και ό, τι αυτό μπορεί να κοστίσει.

Θα ξεκινήσω επισημαίνοντας δύο πράγματα που μπορούν να μας κάνουν να αισιοδοξούμε. Δεδομένου από που ερχόμασταν, οικονομικά και πολιτιστικά, η πρόοδος και τα επιτεύγματα της Ελληνικής κοινωνίας μεταπολεμικά είναι τεράστια και αξιοθαύμαστα. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις όμορες χώρες και θα το συνειδητοποιήσει. Προφανώς αυτό πιστώνεται στην έφεση του Ελληνικού λαού στην πρόοδο, στην εργατικότητα και βέβαια στις επιλογές του. Δεν πρέπει όμως εν προκειμένω να αδικήσουμε ούτε τους πολιτικούς που κυβέρνησαν όλα αυτά τα χρόνια ούτε βέβαια τους υπαλλήλους του κράτους οι οποίοι επωμίστηκαν το γιγαντιαίο έργο της συγκρότησης των κρατικών υποδομών κοινής ωφελείας, της παιδείας, τη υγείας, του πολιτισμού και εν γένει των δημοσίων υπηρεσιών για την εξυπηρέτηση της καθημερινότητας των πολιτών και των επιχειρήσεων.

Κάτι όμως, όπως εμφαντικά διαπιστώσαμε με την κρίση του χρέους, πήγε στραβά από την μεταπολίτευση κυρίως και μετά. Δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε προφανές να εντοπίσει και απαριθμήσει κανείς όλα τα αίτια της κατάρρευσης, που περικλείουν συμπεριφορές, νοοτροπίες, ψυχολογία, φαντασιώσεις και αποφάσεις που παράλληλα με το καλό που ανέφερα, απεργάστηκαν και το κακό. Ερμηνευτικά σχήματα και υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε όσα θέλουμε, πλην όμως για να έχουν κάποια αξία πειθούς και αποδοχής θα πρέπει να στηρίζονται σε στοιχεία, δηλαδή γεγονότα και αριθμούς. Αυτό θα επιχειρήσω να κάνω στην συνέχεια αναφερόμενος στην πορεία της χώρας από την Μεταπολίτευση και μετά.

Τα αίτια της οικονομικής κατάρρευσης τα εντοπίζω στα ακόλουθα:

  • Στην προοδευτική επικράτηση ενός άκρατου λαϊκισμού που αναπτύχθηκε σε διαλεκτική συνενοχή της κοινωνίας με την πολιτική της εκπροσώπηση.
  • Στην ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία προκάλεσε δομική οικονομική κάμψη που επισκίασε τα όποια οικονομικά οφέλη εντοπίζονται αποκλειστικά στην χρηματοδότηση των υποδομών και ενδεχομένως της γεωργίας
  • Στις κοινωνικές φαντασιώσεις της μεσαίας τάξης
  • Στην ανάπτυξη της διαφθοράς σε κάθε δραστηριότητα που σχετίζεται με το Δημόσιο
  • Στην καθολική σχεδόν επικράτηση της φοροδιαφυγής από ελεύθερους επαγγελματίες και προσωπικές ή μικρές επιχειρήσεις.

 

Περί λαϊκισμού

Την επαύριον της πτώσης της χούντας θα περίμενε κανείς από αυτούς που στελέχωσαν το περίφημο αντιδικτατορικό κίνημα να δραστηριοποιηθούν για την επάνοδο στην δημοκρατική κανονικότητητα όπως επικρατούσε τότε στα ευρωπαϊκά κράτη την αρωγή των οποίων αναζητούσαμε στη μάχη κατά της χούντας. Μιας χούντας, ειρήστω εν παρόδω, η οποία δεν είχε τίποτα κοινό με τα εγκληματικά και σκοταδιστικά ανάλογα ούτε της Λατινικής Αμερικής που προσφέρονταν τότε προς σύγκριση,  πολλώ δε μάλλον της Σοβιετικής Ένωσης και Κίνας που ήταν στο απυρόβλητο της εγχώριας κριτικής, κυρίως από άγνοια. Θέλω εν συντομία να πω ότι τα φιλομαθή και μορφωμένα στρώματα της κοινωνίας συμπεριλαμβανομένων των με τα κοινά ανακατεμένων φοιτητών ήταν άκρως ενημερωμένα με τα πολιτικά και πολιτιστικά δρώμενα του πολιτισμένου δυτικού κόσμου. Επί χούντας μάλιστα είχαν μεταφραστεί και κυκλοφορήσει όλα τα εμβληματικά συγγράμματα της κοινωνικής και πολιτικής κριτικής της εποχής, από τους Marcuse, Popper, Foucault, Orwell, Γκράμσι και Αλτουσέρ μέχρι τον Βίλχελμ Ράιχ και δεν συμμαζεύεται. Οι συζητήσεις στο προαύλιο του Πολυτεχνείου, αλλά ακόμα και οι συγκεντρώσεις σε αίθουσες του ιδρύματος, στρέφονταν γύρω από τον Μάη του ΄68, το Woodstock, την εισβολή στην Πράγα, τον πόλεμο στο Βιετνάμ, την μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, και τόσα άλλα «σχετικά» με τα μαθήματα θέματα.

Είναι λοιπόν ανατριχιαστικό το πως τα νέα εκείνα παιδιά που αναδείχθηκαν στη συνέχεια στο πολιτικό προσκήνιο με την λεοντή του ρομαντικού επαναστάτη και του ευρωπαίου διαφωτιστή μετατράπηκαν σε κομισάριους κάποιας αόρατης τάξης που ξεκινώντας σχεδόν προσχηματικά με την αποχουντοποίηση μέσα σε λίγο χρόνο επέβαλλαν στον σπουδαστικό χώρο την δικτατορία του φοιτητο-προλεταριάτου. Το περίφημο εκείνο προοδευτικό υποτίθεται κίνημα βρέθηκε στις ρίζες του άκρατου, αχαλίνωτου και καθολικού λαϊκισμού  που επικράτησε στο πολιτικό σύστημα, τινές χαρακτηριστικές πλευρές του οποίου θέλω να σκιαγραφήσω.

Η πρώτη και πλέον ορατή αρνητική συνέπεια της δράσης του, αυτή που έπλασε τα συρίγγια με την κοινωνία εκμεταλλευόμενη  τον ευάλωτο ψυχισμό των γονιών, ήταν η καταπάτηση κάθε έννοιας αξιοκρατίας και αριστείας στον εκπαιδευτικό χώρο. Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα χρόνια για να ακούσουμε επισήμως το περίφημο «η αριστεία είναι ρετσινιά» με το οποίο επισημοποιήθηκε το δόγμα της κοινωνικής ανέλιξης με την πονηριά, το πολιτικό αντάλλαγμα και την απαξίωση της εργατικότητας και της άμιλλας. Δυστυχώς, όπως αποδείχθηκε, την ιδεολογία αυτή ασπάζεται και το μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας που ανέδειξε πρωθυπουργό έναν αγκιτάτορα των κινημάτων στην εκπαίδευση.

Η καταστροφή της χώρας από τον πόλεμο και η επακόλουθη φτώχεια στην κοινωνία κυρίως της επαρχίας, εξώθησε μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην μετανάστευση, όπως επισημοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου 1960 με την υπογραφή της ελληνογερμανικής σύμβασης «Περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών στη Γερμανία». Όταν προς του τέλος της δεκαετίας του ’60 οι βιομηχανικές επενδύσεις του σχεδίου Marshall και οι αγροτικές εργασίες είχαν αρχίσει να αποδίδουν, το κακό ή καλό έχει συντελεστεί. Πάνω από έναν εκατομμύριο Έλληνες πήγαν στην Γερμανία και όσοι μείνανε ούτε ήθελαν να ακούν για χωριό, εργοστάσιο και χωράφι. Με κάθε θυσία το παιδί έπρεπε να σπουδάσει. Είναι γνωστό το τί έγινε, γνωστές και οι συνέπειες. Κατά δεκάδες χιλιάδες έσπευσαν αρχικά στην Ιταλία και στη συνέχεια παντού αλλού όπου μοιράζονταν πτυχία ευκαιρίας. Παράλληλα ασκήθηκε πίεση στο εσωτερικό να μεταγράφονται οι φοιτητές εξωτερικού στα Ελληνικά πανεπιστήμια και παράλληλα να ιδρύονται νέες σχολές και πανεπιστήμια όχι μόνο για να μειωθεί το κόστος σπουδών στην ξενιτιά αλλά και να στηριχθούν τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και τα σουβλατζίδικα της ελληνικής επαρχίας. Να ανοίξουν δε και κατά εκατοντάδες νέες θέσεις καθηγητών πανεπιστημίου καθιερώνοντας παράλληλα ως απολύτως φυσιολογικό να εργάζονται 1-2 ημέρες την εβδομάδα πηγαινοερχόμενοι αεροπορικώς στην επαρχία.

Ανεπίσημα στοιχεία που δεν μπόρεσα να διασταυρώσω μιλάν για 240 μεταγραφές φοιτητών ιατρικής από τη  Ιταλία στην Ιατρική Αθηνών, τον Σεπτέμβριο του 1974. Και δεν γνωρίζω πόσες άλλες στις σχολές αρχιτεκτονικής και φαρμακευτικής που αποτέλεσαν τις βασικές επιλογές των ευέλπιδων αποτυχημένων των εισαγωγικών εξετάσεων. Αυτό ήταν τελικά το ουσιαστικό αίτημα εκδημοκρατισμού κατά της δικτατορίας;

Έκτοτε το εκπαιδευτικό σύστημα ακολούθησε την συνταγή αυτή του λαϊκισμού. Να κάνουμε νέα πανεπιστήμια, νέες σχολές, νέες ειδικότητες και να προσφέρουμε αφειδώς την ψευδαίσθηση της κοινωνικής αποκατάστασης και καταξίωσης. Και τα μεν σοβαρά και έντιμα άτομα αναζητούν μετά να κάνουν κάτι που τους αρέσει και οι υπόλοιποι ό, τι μπορούν για να ξεγελάσουν και τους εαυτούς τους και την κοινωνία.

Η ικανοποίηση όμως του λαϊκού αισθήματος για πτυχίο βρήκε αρωγό και την πανεπιστημιακή κοινότητα η οποία είδε τον εαυτό της να πολλαπλασιάζεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, την εξουσία της να εξαπλώνεται και εδραιώνεται και τις απολαβές της να αυξάνονται. Το δήθεν αυταρχικό και απαρχαιωμένο ακαδημαϊκό κατεστημένο αντικαταστάθηκε το 1981 από ένα, εκτός δημοκρατικού ελέγχου, δυσπρόσιτο και ερμητικό εξάμβλωμα που αυτοαναπαράγεται, αυτοπροάγεται, αυτοδιοικείται και αυτοθαυμάζεται αποφεύγοντας να έρθει σε ρήξη με οτιδήποτε θα μπορούσε να υπονομεύσει την μακαριότητα του.

Οι συνέπειες καταγράφονται σήμερα σε αριθμούς με απόλυτη ακρίβεια:

–           Οι μισοί σχεδόν από τους περίπου 75,000 γιατρούς που ασκούν στην επικράτεια δεν πέρασαν στις εισαγωγικές εξετάσεις για τις ελληνικές ιατρικές σχολές. Αυτό προκύπτει από το άθροισμα των εισακτέων στις ιατρικές σχολές κάθε χρόνο όπως καθορίζονται από τα σχετικά ΦΕΚ των τελευταίων 40 ετών και τον αριθμό των ασκούντων το ιατρικό επάγγελμα όπως καταγράφονται στους ανά τη χώρα ιατρικούς συλλόγους. Το τί αξίας πτυχίο και γνώσεις κατέχουν όλοι αυτοί που δεν πέρασαν στις εισαγωγικές εξετάσεις των Ελληνικών πανεπιστημίων, ένας θεός το ξέρει. Επιπλέον, τα στατιστικά στοιχεία του ΟΟΣΑ δίνουν για την Ελλάδα την μεγαλύτερη πυκνότητα γιατρών απ΄ όλες τις χώρες με 658 γιατρούς ανά 100,000 κατοίκους έναντι 242 στην Πολωνία που έχει την μικρότερη. Δεύτερη μετά την Ελλάδα είναι η Αυστρία με μόλις 500.

–           Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δίνουν εν λειτουργεία 10,420 φαρμακεία και 11,251 φαρμακοποιούς εργαζόμενους σε φαρμακεία, τουτέστιν περίπου 22 χιλ. φαρμακοποιούς. Τα ίδια ισχύουν και στις συγκρίσεις από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ. 88 φαρμακεία εμείς για 100,000 κατοίκους, με επόμενη την Κύπρο με 62 και μετά αρχίζουν οι σοβαρές χώρες για να καταλήξουν στην Δανία με 8. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 31.

–           Τέλος για τους αρχιτέκτονες τα στοιχεία του ΤΕΕ δίνουν 17,257 εν ενεργεία αρχιτέκτονες.  Η στατιστική των χωρών CAE την δίνει 4η μεταξύ των τριάντα με περίπου 20 αρχιτέκτονες για 100,000 κατοίκους.

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός των ανωτέρω. Ο πληθωρισμός πτυχίων έχει δημιουργήσει αποπνιχτική κατάσταση στην αγορά εργασίας, απίστευτη διαφθορά στην διακίνηση πλαστών τίτλων σπουδών και σοβαρά προβλήματα εμπιστοσύνης στις υπηρεσίες υγείας.

Κλασσικότερο παράδειγμα είναι η υπόθεση Novartis η οποία περιλαμβάνει μία πολιτική πτυχή η οποία προφανώς δεν μπορεί να εξακριβωθεί διότι οι δοσοληψίες γίνονται τοις μετρητοίς, και μία εξακριβωμένη, δηλαδή τον χρηματισμό ιατρών για την συνταγογράφηση  και τα συναφή. Μπροστά στο σύνολο της διαφθοράς και της απάτης που επικρατεί στον τομέα υγείας, το σκάνδαλο Novartis είναι ότι και η κλοπή ενός περιπτέρου μπροστά στην περίφημη ληστεία του τρένου. Και με πονοκέφαλο ή παρανυχίδα να πας σήμερα στον γιατρό, θα σου ζητήσουν μία αξονική, δύο μαγνητικές, όλες τις αναλύσεις αίματος και ούρων, τεστ γονιμότητας και κωλονοσκόπιση. Αν τολμάς, πάνε.

Η κακή δε πρακτική από τους γιατρούς για οικονομικό όφελος καταγράφεται στις γεννήσεις με καισαρική τομή (50% αντί του παγκοσμίως αποδεκτού 15%) και στις καταχρηστικές εμφυτεύσεις βηματοδοτών, αχρείαστες αρθροπλαστικές, κ.α. που έχουν καταγραφεί.

Τα ανωτέρω δεν είναι απλά παραδείγματα διαφθοράς. Είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα σήψης που με μικρή γενίκευση αντιλαμβάνεται κανείς ότι  έχουν εμφιλοχωρήσει και διαβρώσει ολόκληρη την κοινωνία.

 

H ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Ελλάδα προσδέθηκε στο Ευρωπαϊκό άρμα ήδη από το 1961 με την υπογραφή της συμφωνίας τελωνειακής ένωσης η οποία είχε θεσπιστεί το 1958 και επέτρεπε την άνευ δασμών κυκλοφορία αγαθών μεταξύ των μελών της. Η χώρα επέλεξε να γίνει πλήρες μέλος της ΕΟΚ το 1981, χρονιά ανόδου στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ που καταψήφισε τότε στην Βουλή την εν λόγω επιλογή. Τα επιχειρήματα που επικράτησαν ήταν κατ΄εξοχήν πολιτικά με προεξάρχον την εγγύηση του δημοκρατικού βίου μετά την περιπέτεια της στρατιωτικής δικτατορίας 1967-1974 και την οιονεί ασφάλεια που θα εξασφάλιζε η συμμετοχή στον μεγάλο αυτό οργανισμό μετά την τραγωδία της Κύπρου. Ο οικονομικός απολογισμός της 40-ετούς συμμετοχής της χώρας στην ονομαζόμενη πλέον Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), μετά την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ τον Φεβρουάριο του 1992, είναι εξαιρετικά δυσχερής δεδομένου ότι είναι θεωρητικά και πρακτικά αδύνατον να εκτιμηθεί η οικονομική κατάσταση της χώρας αν είχε ακολουθήσει κάποια άλλη πορεία. Παρόλα αυτά, χρήσιμο είναι να καταγράψουμε μερικές αδιαμφισβήτητες διαπιστώσεις.

Στο αμιγώς οικονομικό πεδίο, αρχικά μέσω των Μεσογειακών προγραμμάτων και εν συνεχεία των διαρθρωτικών ταμείων, των κοινοτικών πλαισίων στήριξης και εσχάτως των ΕΣΠΑ εισέρευσαν τεράστια κεφάλαια που επενδύθηκαν στις κρατικές υποδομές και άλλαξαν την φυσιογνωμία της χώρας. Σε ετήσια βάση η Ελλάδα συνεισφέρει στον Κοινοτικό προϋπολογισμό περίπου 1.8-2 δις. ευρώ (περίπου 1,8% του προϋπολογισμού) και απολαμβάνει χρηματοδοτήσεων ευρέως φάσματος προγραμμάτων στην γεωργία, τη θαλάσσια πολιτική, την έρευνα, την απασχόληση και την περιφερειακή πολιτική οι οποίες έχουν εκτιμηθεί μεταξύ του 2 και 5% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση και συνολικά σε περίπου 162 δις. ευρώ (Καθημερινή, 20/8/2020) μέχρι το 2017. Από τα στοιχεία της Eurostat π.χ.,  η Ελλάδα το 2016 έδωσε 1,5 δις. και πήρε 5,85. Καθαρά αριθμητικά, το οικονομικό όφελος φαίνεται προφανές.

Υπήρξαν όμως παράλληλα αρνητικές επιπτώσεις των οποίων η αριθμητική αποτύπωση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ο ποιοτικός τους όμως χαρακτήρας είναι τέτοιος που ενδεχομένως να επισκιάζει τα καθαρά οικονομικά οφέλη. Η πρώτη και σημαντικότερη όλων ήταν η συνέπεια της τελωνειακής ένωσης και η ελεύθερη εγκατάσταση των ευρωπαϊκών εμπορικών κολοσσών στην Ελλάδα. Είναι γνωστό ότι όλες οι μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανικές εταιρείες μετέφεραν την παραγωγή μέρους ή του συνόλου των προϊόντων τους σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους και στην συνέχεια επωφελήθηκαν της τελωνειακής ένωσης για την διείσδυση στις άλλες χώρες μέλη με εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις για την βιομηχανία των μικρών χωρών όπως η Ελλάδα. Σε συνδυασμό και με την βοήθεια του πασοκογενούς συνδικαλισμού μεγάλος αριθμός βιομηχανιών και βιοτεχνιών οδηγήθηκε στην πτώχευση. Δεν γνωρίζω αν κανείς προσπάθησε ποτέ να περιγράψει το φαινόμενο και να καταγράψει το χρονικό αυτής της καταστροφής και του οικονομικού της αποτυπώματος. Ποιος δεν θυμάται τα γνωστά ελληνικά brand που χάθηκαν, όπως η Πειραϊκή-Πατραϊκή και η ΙΖΟΛΑ, και τις 10-άδες λιγότερο γνωστές μεγάλες βιομηχανίες που έκλεισαν, όπως η ΤΕΟΚΑΡ, οι Χημικές Βιομηχανίες, τα τσιμέντα Χαλκίδας, όλες σχεδόν οι βαμβακουργίες, τα μεταλλεία Σκαλιστήρη, τα πλαστικά Καβάλας, η Ideal Standard, τα ναυπηγεία, η ΕΛΒΟ, η Pirelli, η χαρτοβιομηχανία Λαδόπουλου, η καλτσοβιομηχανία Μάντισον, η οινοποιία ΒΕΣΟ και τόσες άλλες. Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας σας διηγούνται ιστορίες από μια τοπική βιοτεχνία και το πως έκλεισε ή μετακόμισε στην Βουλγαρία όπου σήμερα δραστηριοποιούνται περί τις 3,500 ελληνικές επιχειρήσεις.

Ήταν και ένα σωρό άλλα επαγγέλματα, όπως επιπλοποιοί, ράφτες, μοδίστρες, βυρσοδέψες κ.α. που δεν άντεξαν τον ανταγωνισμό από τα φθηνά εισαγόμενα προϊόντα κατασκευασμένα στην Άπω ανατολή, την Τουρκία, την Αίγυπτο και αλλού.

Θα μπορούσε θα διερωτηθεί ο καλόπιστος αναγνώστης αν ήταν δυνατόν να αποφευχθεί; Πιστεύω ναι, αν στην συμφωνία σύνδεσης προβλέπονταν μεταβατική περίοδος σε μερικούς τουλάχιστον σημαντικούς κλάδους με μεγάλη απασχόληση που θα επέτρεπε την προσαρμογή τους, είτε με την μεταφορά και των δικών τους παραγωγικών μονάδων είτε με εξαγορές και συγχωνεύσεις με άλλες συγγενείς βιομηχανίες. Να προσθέσω ότι η προσθήκη σε ένα προϊόν ετικέτα με «made in» κάπου, είναι εξαιρετικά νεφελώδης στην ΕΕ (βλ. άρθρα 27-30 της Συνθήκης της Ρώμης και την Λευκή Βίβλο για την Ολοκλήρωση της Εσωτερικής Αγοράς του 1985) και επιτρέπει ακόμα για ένα φόρεμα, μία τσάντα ή ένα γραφείο που κατασκευάστηκαν στην Κίνα, να γράφουν made in Italy, ή France ή Sweden, αρκεί ένα κουμπί, μία κλειδαριά ή ένα χερούλι να προστέθηκε στις αντίστοιχες χώρες.  Προφανώς και επ’ αυτής της πρόνοιας θα μπορούσε η Ελλάδα να ασκήσει πίεση επιβάλλοντας δασμούς σε προϊόντα που δεν είχαν κατά κάποιο ελάχιστο ποσοστό κατασκευαστεί στην χώρα προέλευσης.

Ο δεύτερος μεγάλος κλάδος της Ελληνικής οικονομίας που επηρεάστηκε σημαντικά από την είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η γεωργία η οποία φαινομενικά και αριθμητικά ωφελήθηκε περισσότερο από κάθε άλλο κλάδο με την άμεση εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) από την επαύριον της ένταξης. Χαρακτηριστικά, ενώ το 1980 οι συνολικές επιδοτήσεις από εθνικούς πόρους για τη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος ήταν 16,3% της ακαθάριστης αξίας παραγωγής, το 1998 έφθασε συνολικά στο 48,6%, από τις οποίες μόνο το 6,1% προερχόταν από τον εθνικό προϋπολογισμό και το υπόλοιπο 42,5%, από κοινοτικούς πόρους (Νικόλαος Κ. Μπαλτάς, Ο Aγροτικός Τομέας της Ελλάδος στο Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Περιβάλλοντος, Αθήνα, 2013). Παράλληλα αυξήθηκε η παραγωγικότητα και βέβαια το αγροτικό εισόδημα που άρχισε επιπλέον να απολαμβάνει τους προστατευτικούς μηχανισμούς της ΚΑΠ. Στις αρνητικές συνέπειες της εφαρμογής της ΚΑΠ και της ευημερίας που εξασφάλισε καταγράφονται η αμέλεια και αδιαφορία κράτους, αγροτών και συνεταιρισμών στον εκσυγχρονισμό των δομών και την προσαρμογή στο διεθνώς μεταβαλλόμενο τοπίο και τα γνωστά φαινόμενα διαφθοράς και νεοπλουτισμού που πλημμύρισαν την επαρχία.

Όπως και για την βιομηχανία, έτσι και για την γεωργία είναι πρακτικά εξαιρετικά δύσκολο να εκτιμήσει κανείς ποια θα ήταν η εικόνα της εάν δεν είχε ενταχθεί η χώρα στην ΕΕ. Σημειώνουμε ως στοιχεία απομείωσης των θετικών επιπτώσεων την εκτροπή των εισαγωγών από τρίτες χώρες σε εισαγωγές από χώρες μέλη της ΕΕ με αποτέλεσμα «ο λόγος της αξίας των εξαγωγών προ τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων πριν την ένταξη της Ελλάδος ήταν 1,4, στην επόμενη δεκαετία μειώθηκε σε 0,7 μετατρέποντας τη χώρα από πλεονασματική σε ελλειμματική» (Μπαλτάς, 2013). Λόγω επίσης της πρόνοιας της ΚΑΠ στην κοινοτική προτίμηση η Ελλάδα εισάγει κρέατα και γαλοκτομικά σε υψηλότερες του ανταγωνισμού τιμές από την ΕΕ, ενώ εξάγει την πλεονασματική της παραγωγή σε οπωροκηπευτικά σε χαμηλότερες από αυτές που θα μπορούσε σε τρίτες χώρες.

Το τοπίο άλλαξε με την ένταξη των 10 νέων χωρών το 2004 με την ΕΕ να επιδιώκει να κρατήσει υπό έλεγχο τις δαπάνες της ΚΑΠ, με την Ελλάδα ενδεχομένως να απωλέσει μέρος των επιδοτήσεων ενώ θα επωφεληθεί από την διεύρυνση των εξαγωγών των οπωροκηπευτικών προς αυτές της χώρες.

Η παράθεση των ανωτέρω στοιχείων έγινε με στόχο να υπενθυμίσει πόσο σημαντικός τομέας της Ελληνικής οικονομίας παραμένει η γεωργία και πως θα πρέπει να εντάσσεται στις απόλυτες προτεραιότητες των μεταρρυθμιστικών φιλοδοξιών της πολιτείας.

Εκτός όμως από την οικονομία, η ένταξη στην ΕΕ είχε ως επιπλέον κίνητρα, αν όχι προτεραιότητες, την ασφάλεια και την θεσμική προσέγγιση με την δημοκρατική Ευρώπη. Πιστεύω ότι το δεύτερο επετεύχθη και μάλιστα υπέρ του δέοντος. Η ανάγκη ευθυγράμμισης της λειτουργίας του κράτους με τις αντίστοιχες διαδικασίες των άλλων κρατών μελών επέφερε  την ριζική αναμόρφωση του Ελληνικού δημοσίου και του νομικού πλαισίου της λειτουργίας του. Η Ελλάδα σήμερα είναι μια ευνομούμενη πολιτεία που παρακολουθεί και ακολουθεί, ενίοτε δε πρωτοστατεί, στην avant garde του παγκόσμιου θεσμικού και πολιτιστικού γίγνεσθαι. Οφείλουμε να το πιστώσουμε στις κυβερνήσεις και τους άξιους δημόσιους υπαλλήλους που εργάστηκαν για την υλοποίηση των σχετικών μεταρρυθμίσεων.

Αναφορικά τέλος με τους πολιτικούς λόγους της ένταξης και την προσδοκία εξασφάλισης κάποιων εγγυήσεων στην ασφάλεια της χώρας, αυτοί όπως φάνηκε στο παρελθόν και επιβεβαιώνεται στο παρόν, έπεσαν παταγωδώς στο κενό. Όπως και οι πολλές προσπάθειες δημιουργίας κάποιου πλαισίου κοινής άμυνας ακόμα και ενιαίου Ευρωπαϊκού στρατού που ξεκίνησαν από την δεκαετία του ΄50 και συνεχίστηκαν χωρίς αποτέλεσμα με την Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) που ιδρύθηκε ως ο δεύτερος από τους τρεις Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 και επεκτάθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1999.  Πιο πρόσφατη (2017) είναι η πρωτοβουλία για Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO), που έχει στόχο  την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας στην ΕΕ.

Σε κάθε όμως περίπτωση, αναφορικά με τα πολιτικά οφέλη της ένταξης, είναι η μόνη πλευρά που απερίφραστα μπορώ να πω καλλίτερα εντός παρά εκτός. Και δεν θα επεκταθώ περαιτέρω.

(συνεχίζεται)


* Ο Σάκος Οικονομόπουλος είναι ηλεκτρολόγος  μηχανικός του ΕΜΠ και Docteur Ingenieur του πανεπιστημίου Paris VI. Δίδαξε στο πολυτεχνείο της Λωζάννης, εργάστηκε για το πρόγραμμα ESPRIT στις Βρυξέλλες και το 1988 ίδρυσε την εταιρεία ΖΗΝΩΝ Ρομποτική. Εχει συγκροτήσει την συλλογή Bibliotheca Graeca και συνέγραψε τον Θησαυρό της Ελληνικής Γραμματείας (Αθήνα, 2017)