Συμπεράσματα από τη μεγάλη έρευνα της Οικονομικής στο πλαίσιο της επετείου 1821-2021

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2021, τ.1013

του Χάρη Σαββίδη

Μεγάλα ιστορικά ορόσημα, όπως αυτό της συμπλήρωσης δύο αιώνων από την επανάσταση που δημιούργησε το νέο ελληνικό κράτος, προσφέρονται για αναστοχασμό αλλά και για ιχνηλάτηση της πορείας προς το μέλλον. Στην Οικονομική αποφασίσαμε να αξιοποιήσουμε τα τεύχη του 2021 προκειμένου να καταγράψουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα οι Περιφέρειες της χώρας και κυρίως να αναζητήσουμε σχέδιο πορείας για τις επόμενες δεκαετίες.

Η περιπλάνηση ανά την επικράτεια ξεκίνησε, στο τεύχος Ιανουαρίου, από τα Δωδεκάνησα – την προσθήκη που υπήρξε στα ελληνικά εδάφη κατά τα τελευταία 100 χρόνια. Ακολούθησαν κατά σειρά Θράκη, Πελοπόννησος, Κρήτη, Ήπειρος, Κυκλάδες και Βόρειο Αιγαίο, Θεσσαλία και νησιά του Ιονίου. Σε κάθε Περιφέρεια παρουσιάσαμε την εικόνα της οικονομίας με αριθμούς, εστιάσαμε στους βασικούς παραγωγικούς της κλάδους, στους τομείς όπου εντοπίζονται προβλήματα και σε εκείνους όπου διαγράφεται ισχυρή δυναμική ανάπτυξης. Ζητήσαμε την άποψη παραγόντων της περιοχής (βουλευτών, περιφερειαρχών, δημάρχων, πανεπιστημιακών, εκπροσώπων των επιχειρηματικών φορέων αλλά και μεμονωμένων επιχειρηματιών) θέτοντας κοινά ερωτήματα:

  1. Ποιες θεωρούν τις βασικές προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η περιοχή;
  2. Πού εντοπίζουν συγκριτικά πλεονεκτήματα και πώς μπορούν αυτά να αξιοποιηθούν;
  3. Πώς οραματίζονται την περιοχή στα επόμενα 20 χρόνια;

Αφού ολοκληρώσαμε το οδοιπορικό μας στη Μακεδονία τον Σεπτέμβριο (μήνα της Διεθνούς Έκθεσης), στραφήκαμε στο τεύχος Οκτωβρίου στις οικονομικές σχέσεις της Ελλάδας με τη βαλκανική γειτονιά (δηλαδή με τα κράτη που υπάρχουν σήμερα στον ενιαίο οικονομικό χώρο όπου ανήκε και η Ελλάδα πριν από το 1821) και στο τεύχος Νοεμβρίου στις σχέσεις με την Κύπρο, το έτερο κράτος με κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο. Στη διαδρομή αυτή αποφύγαμε να μιλήσουμε για την Αθήνα και την τριγύρω περιοχή, θεωρώντας ότι η συντριπτική πλειοψηφία των υπολοίπων θεμάτων επικεντρώνονται σε αυτήν. Στο τεύχος Δεκεμβρίου συγκεντρώσαμε τα στοιχεία για το πού βρίσκονται οι Περιφέρειες και επιχειρήσαμε να αλιεύσουμε κοινά συμπεράσματα για το «τι πρέπει να γίνει».

Έλλειμμα υποδομών

Ένα πρώτο κοινό συμπέρασμα, μάλλον αναμενόμενο, είναι ότι απαιτείται αναβάθμιση των υποδομών. Σχεδόν παντού ζητούνται βελτιώσεις ή ολοκλήρωση παρεμβάσεων στα βασικά δίκτυα: οδικό, σιδηροδρομικό, ενεργειακό, ψηφιακό, διαχείρισης απορριμμάτων. Επιπλέον, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε Περιφέρειας, ζητούνται επιμέρους παρεμβάσεις: το νέο αεροδρόμιο στην Κρήτη, υδατοδρόμια στο Ιόνιο, υποδομές κρουαζιέρας και μαρίνες σε αρκετά νησιά κ.ά.

Φαίνεται, δηλαδή, ότι ο κεντρικός κρατικός μηχανισμός (το περίφημο κράτος των Αθηνών) έχει αποτύχει στη βασική αποστολή δημιουργίας εκείνων των υποδομών που επιτρέπουν στις περιοχές της χώρας να αναπτυχθούν. Κι ας υπήρξε αυτός ο βασικός στόχος των προγραμμάτων που χρηματοδοτήθηκαν από τα κοινοτικά ταμεία τα προηγούμενα 35 χρόνια (ΜΟΠ 1986-88, Α΄ ΚΠΣ 1989-93, Β΄ ΚΠΣ 1994-99, Γ΄ ΚΠΣ, 2000-06, ΕΣΠΑ 2007-13, ΕΣΠΑ 2014-20). Προφανώς και υπήρξαν έργα που έγιναν, η προτεραιότητα όμως δόθηκε στην πρωτεύουσα (αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, μετρό Αθήνας, Αττική Οδός), ενώ στην υπόλοιπη χώρα κατά βάση χρηματοδοτήθηκαν οδικοί άξονες (ολοκλήρωση ΠΑΘΕ, Εγνατία Οδός), που όμως κατασκευάστηκαν με αργό ρυθμό και υψηλό κόστος για τους μελλοντικούς χρήστες.

Τουριστική χώρα

Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι σε όλες τις Περιφέρειες τα περισσότερα αναπτυξιακά σχέδια αφορούν τον τουρισμό ή έχουν κάποια σχέση με αυτόν. Η τελευταία διετία επιφύλαξε, βέβαια, ένα μεγάλο μάθημα περί των κινδύνων που ελλοχεύουν σε κάθε… μονοκαλλιέργεια, δηλαδή όπου το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας και της απασχόλησης συνδέεται με έναν μόνο κλάδο. Προς το παρόν, όμως, δεν καταγράφεται κάποια προσαρμογή στους αναπτυξιακούς σχεδιασμούς. Σχεδόν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, η συζήτηση περί ανάπτυξης φέρνει στο μυαλό τουρίστες.

Υπάρχει, βέβαια, διάθεση διαφοροποίησης, με την κάθε περιοχή να επιδιώκει να προβάλει αλλά και να καλλιεργήσει το συγκριτικό πλεονέκτημα που θεωρεί ότι έχει: είτε πρόκειται για ορεινά μονοπάτια, είτε για πολιτισμικά, θρησκευτικά ή ιστορικά τοπόσημα, είτε για εμβληματικές τοπικές δραστηριότητες (π.χ. παραδοσιακές γιορτές ή αγροτικές εργασίες όπως ο τρύγος). Μια δεύτερη τάση είναι η δραστηριοποίηση σε διαφορετικούς κλάδους από τους παραδοσιακούς του τουρισμού (καταλύματα, εστίαση, μαγαζιά αναμνηστικών), που όμως μπορούν να συνδεθούν άμεσα με τους τουρίστες – στη συντριπτική πλειοψηφία πρόκειται για κλάδους εντός του αγροδιατροφικού συμπλέγματος.

Ψηφιακή, πράσινη μετάβαση

Δύο σημεία που διατρέχουν τις αναλύσεις και τις προτάσεις από τις διαφορετικές Περιφέρειες είναι το ενδιαφέρον για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα που θα προκύψει και η διάθεση αξιοποίησης των ψηφιακών τεχνολογιών. Πράσινη ανάπτυξη και ψηφιακός μετασχηματισμός βρίσκονται στον πυρήνα του αναπτυξιακού σχεδιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελούν τους δύο κεντρικούς άξονες χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης. Ίσως το κυρίαρχο αφήγημα, σε επίπεδο Ευρώπης, να συμπίπτει με εκείνα που προκύπτουν σε περιφερειακό επίπεδο, στην Ελλάδα, ή ίσως οι περιφερειακοί σχεδιασμοί να έχουν ήδη ενσωματώσει τα κριτήρια κατανομής των κοινοτικών πόρων.

Όπως και να έχει, αποτέλεσμα είναι αφενός η διαθεσιμότητα πόρων για τα συγκεκριμένα σχέδια, αφετέρου η δυνατότητα ένταξής τους στη συνολικότερη αφήγηση της «ψηφιακής, πράσινης μετάβασης». Φαίνεται, δηλαδή, ότι υπάρχουν οι συνθήκες για ένα ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης, σε μια περίοδο όπου διατίθενται πόροι πρωτοφανούς μεγέθους από τα κοινοτικά ταμεία. Μια σημαντική ευκαιρία, που όμως θα χρειαστεί σκληρή προσπάθεια για να αξιοποιηθεί και να μην επαναληφθεί το παρελθόν των μεγάλων έργων, υψηλού κόστους και (συχνά) περιορισμένου αποτελέσματος.

Ενδιαφέρουσες απουσίες

Ένα τέταρτο συμπέρασμα έχει να κάνει όχι με κάτι που περιλαμβάνουν αλλά με κάτι που δεν περιλαμβάνουν οι προτάσεις σχεδόν όλων: ουδείς αναφέρεται στην κεντρική ιδέα του αναπτυξιακού σχεδίου που προέκυψε από την Επιτροπή Πισσαρίδη, δηλαδή στην ανάγκη μεγαλύτερης συγκέντρωσης κεφαλαίου στην οικονομία, προκειμένου να αυξηθεί το μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων. Είναι κάτι που δεν φαίνεται να απασχολεί πανεπιστημιακούς, πολιτικούς ή επιχειρηματίες στις διάφορες Περιφέρειες της χώρας, ίσως επειδή φοβούνται ότι η συγκέντρωση θα ωφελούσε το κέντρο εις βάρος της περιφέρειας.

Μια δεύτερη αναντιστοιχία με τους προβληματισμούς της Επιτροπής Πισσαρίδη προκύπτει από το περιορισμένο ενδιαφέρον για στροφή προς τη μεταποίηση και την «πραγματική παραγωγή». Με εξαίρεση τις περιοχές με βιομηχανική ιστορία (είτε πρόκειται για τα μεγάλα εργοστάσια της χώρας, είτε για προσπάθειες ανάπτυξης βιομηχανικών πάρκων), όπου γίνονται προτάσεις για την ενίσχυση της μεταποίησης, στην υπόλοιπη χώρα η συζήτηση περί ανάπτυξης επικεντρώνεται στον κλάδο των υπηρεσιών. Ίσως αυτό να συνδέεται με την ελλιπή συγκέντρωση κεφαλαίου και άρα την αδυναμία εκμετάλλευσης οικονομιών κλίμακας (αναγκαία στη βιομηχανία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι χρήσιμη στις υπηρεσίες). Ίσως πάλι να έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι στις υπηρεσίες τα περιθώρια κέρδους μπορεί να είναι πολύ υψηλά…

Προχωρώντας στον 3ο αιώνα

Αξιοποιώντας τα παραπάνω συμπεράσματα και συνοψίζοντας (κατά το δυνατόν) τις απόψεις που κατατέθηκαν στα προηγούμενα τεύχη, μετά από δύο αιώνες ανεξάρτητου ελληνικού κράτους προκύπτει η εικόνα μιας οικονομίας που διατηρεί ως βασικό χαρακτηριστικό το μικρό μέγεθος των οικονομικών μονάδων, αναζητά πηγές χρηματοδότησης πρωτίστως για την ανάπτυξη υποδομών, εντοπίζει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στη γεωγραφική θέση (εκμετάλλευση ήλιου και θάλασσας, προσπάθεια δημιουργίας ενεργειακού ή συγκοινωνιακού κόμβου κ.λπ.), το φυσικό περιβάλλον (ποιοτικά αγροτικά προϊόντα) και την παράδοση (ιστορία, πολιτισμός), διαθέτει σημαντικό ανθρώπινο κεφάλαιο και παράγει κυρίως υπηρεσίες.

Μπορεί με αυτά τα χαρακτηριστικά να πρωταγωνιστήσει στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία του 21ου αιώνα; Δύσκολα, καθώς δεν διαθέτει το μέγεθος. Μπορεί να αποτελέσει έστω ένα ζωντανό κομμάτι ενός εκ των πρωταγωνιστών – της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Αυτό πιθανότατα είναι το ζητούμενο για τις επόμενες δεκαετίες και προς αυτή την κατεύθυνση φιλοδοξούν να λειτουργήσουν τα χρηματοδοτικά εργαλεία του Ταμείου Ανάκαμψης και οι συνδυαζόμενες με αυτά πολιτικές. Θα τα καταφέρουν; Ο τρίτος αιώνας του νεότερου ελληνικού κράτους θα δείξει…