Οικονομική Επιθεώρηση, Oκτώβριος 2020, τ. 999

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ του Απόστολου Λακασά

 

Περιζήτητο το πτυχίο γεωπόνου στην 4η βιομηχανική επανάσταση

Το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το τρίτο αρχαιότερο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας, γιορτάζει φέτος τα 100 του χρόνια. Ιδρύθηκε με τον νόμο 1844 το 1920 (ΦΕΚ 17 Α΄/22-1-1920), ως αυτοτελές ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα με την Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή (Α.Γ.Σ.Α.) και πλέον έχει συνολικά 15 Τμήματα ενταγμένα σε έξι Σχολές. «Οι συνεχώς αυξανόμενες επιδόσεις του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών στην αριστεία, την έρευνα και την εξωστρέφεια αποδεικνύονται και μέσα από τα πιστοποιημένα προγράμματα σπουδών των Τμημάτων του, από τη χρηματοδότησή του από περίπου 5.000 ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα, που είναι σχεδόν τετραπλάσια σε σχέση με την κρατική χρηματοδότηση, από τις 8.000 διεθνείς δημοσιεύσεις και τα 80 διπλώματα ευρεσιτεχνίας μόνο κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριετίας, απασχολώντας κατ’ έτος σχεδόν 800 νέους ερευνητές» λέει στην Οικονομική Επιθεώρηση ο πρύτανης του ιδρύματος Σπύρος Κίντζιος, ο οποίος εστιάζει στη στροφή που πρέπει να κάνει η Ελλάδα στη γεωργία για να βελτιώσει την οικονομική της ανάπτυξη και στη σημασία των σπουδών στον γεωτεχνολογικό κλάδο. «Παλαιότερα, το επάγγελμα του γεωπόνου είχε συνδεθεί με κάποιον που ήταν ειδικός στην καλλιέργεια λεμονιών, πατάτας και την περιποίηση ενός κήπου. Σήμερα είναι ο εξειδικευμένος επιστήμονας, ο οποίος θα παραγάγει τρόφιμα από φάρμες εντόμων, θα εκτυπώσει καινοτόμα διατροφικά συστατικά σε τριδιάστατους βιοεκτυπωτές, θα σχεδιάσει ευφυή συστήματα άρδευσης και ψεκασμού ελεγχόμενα από το κινητό, μέσω του παγκόσμιου δορυφορικού δικτύου και πολλά πολλά άλλα» λέει ο Σπ. Κίντζιος για το παραδοσιακό επάγγελμα του γεωπόνου στη νέα εποχή.

«Ο πρωτογενής τομέας αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παραγωγικής οικονομίας. Τροφοδοτεί με πρώτες ύλες τη βιομηχανία τροφίμων, η οποία συνεισφέρει περισσότερο από 25% του βιομηχανικού ΑΕΠ και αποτελεί το σημείο εκκίνησης και υποστηρίζει πλήθος άλλων τομέων, συμπεριλαμβανομένης της εστίασης, του τουρισμού, του χονδρικού και λιανικού εμπορίου, των μεταφορών, της εφοδιαστικής αλυσίδας και της παροχής υπηρεσιών. Μέσα στην οικονομική κρίση και κατά το διάστημα 2010-2018, ο γεωργικός τομέας ήταν από τους ελάχιστους που αναπτύχθηκαν. Διπλασίασε την αξία των εξαγωγών του στα έξι δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ παράγει ετησίως προϊόντα συνολικής αξίας μεγαλύτερης των έντεκα δισεκατομμυρίων ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι, μέσα στην κρίση της πανδημίας του κορονοϊού και κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου του 2020, η αύξηση των εξαγωγών για τα σημαντικότερα αγροτικά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο και τα κηπευτικά, άγγιξε το 14%».

4η βιομηχανική επανάσταση

Βέβαια πλέον, στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, όπου οι μηχανές αλλάζουν το εργασιακό περιβάλλον και καταργούν θέσεις εργασίας, το επάγγελμα του αγρότη αλλάζει. «Ένας αγρότης θα πρέπει πρώτιστα να είναι επαγγελματίας και όχι ετεροαπασχολούμενος. Η γεωργική δραστηριότητα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο πλήρους απασχόλησης, στο οποίο ο αγρότης, πέραν του κεφαλαίου εγκατάστασης και κίνησης, θα πρέπει να αφιερώνει και ικανό χρόνο για τη διά βίου εκπαίδευσή του. Το είδος και η έκταση των σπουδών εξαρτάται από το μέγεθος της εκμετάλλευσης. Παραγωγοί οι οποίοι πρόκειται να ηγηθούν μεγαλύτερων και πλέον καθετοποιημένων επιχειρήσεων θα πρέπει οπωσδήποτε να έχουν πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης και συχνά μεταπτυχιακό, κατά προτίμηση στον χώρο της αγροτικής οικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, η γνώση εξελίσσεται και η ανάγκη επικαιροποίησής της μέσω τακτικών σεμιναρίων είναι διαρκής» παρατηρεί ο Σπ. Κίντζιος.

Από την άλλη, ας μην παραβλέπουμε ότι ιστορικά το επάγγελμα του γεωπόνου ήταν από τα πλέον αξιοσέβαστα στην ελληνική περιφέρεια, σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο από τον δάσκαλο και τον γιατρό. «Δυστυχώς, η βαθμιαία πρόσδεση της αγροτικής παραγωγής στο άρμα των επιδοτήσεων υποβάθμισε τον ρόλο των γεωπόνων εφαρμογών, σε απλούς ελεγκτές της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της κρατικής χρηματοδότησης. Ωστόσο, η συνολική επιστήμη της γεωπονίας με όλους τους επιμέρους κλάδους της έχει φθάσει σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο τεχνολογικής εξέλιξης που η τρέχουσα πρακτική δεν επαρκεί. Εφεξής η αγροδιατροφική παραγωγική και μεταποιητική δραστηριότητα θα είναι βιώσιμη μόνον εφόσον υιοθετεί τη στάθμη της τεχνικής σε όλο το φάσμα της τεχνολογίας – ενδεικτικά, τεχνητή νοημοσύνη, ιχνηλασιμότητα, διαδίκτυο των πραγμάτων, ενισχυμένο γενετικό υλικό, κρέας μη ζωικής προέλευσης. Ταυτόχρονα, πρέπει να είναι πλήρως συμβατή με τις απαιτήσεις της προστασίας και βελτίωσης του περιβάλλοντος. Ήδη οι πλέον εκσυγχρονισμένες αγροτικές εκμεταλλεύσεις στην Ελλάδα αξιοποιούν πλήρως τα μέσα της γεωργίας ακριβείας, γνωστής επίσης και ως ευφυούς γεωργίας, ενώ δεν απέχει πολύ χρονικά η στιγμή της εμφάνισης των πρώτων αυτόνομων ρομποτικών ελκυστήρων και μηχανημάτων ψεκασμού, σποράς και συγκομιδής» δηλώνει ο πρύτανης, μιλώντας για το επάγγελμα με το οποίο, στερεοτυπικά ίσως, έχει συνδεθεί το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο.

Δεν προκύπτει – την επιλέγουν

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της Μονάδας Διασφάλισης Ποιότητας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, περισσότεροι από τους μισούς εισακτέους των κεντρικών Τμημάτων του δήλωσαν το αντίστοιχο Τμήμα εισαγωγής τους μεταξύ των πρώτων έξι θέσεων. Για τα μισά από τα εν λόγω Τμήματα, οι εισακτέοι σε ποσοστό ανώτερο του 40% δήλωσαν την προτίμηση τους μεταξύ των τριών πρώτων θέσεων.

Οι απόφοιτοι του ιδρύματος έχουν πτυχίο γεωπόνου με τα πλήρη σχετικά επαγγελματικά δικαιώματα, ενώ παράλληλα κατέχουν την εξειδίκευση και τα επιπρόσθετα επαγγελματικά δικαιώματα τα οποία αντιστοιχούν σε κάθε Τμήμα ξεχωριστά. Οι εξειδικεύσεις του Γεωπονικού Πανεπιστημίου προσφέρουν ευρεία γκάμα δυνατοτήτων απασχόλησης, τόσο στον γενικότερο κλάδο της αγροδιατροφής όσο και σε άλλους, μη άμεσα συνδεόμενους τομείς. Πιο συγκεκριμένα, οι απόφοιτοι μπορούν να εργαστούν σε οργανισμούς ή επιχειρήσεις που ασχολούνται με την παραγωγή και μεταποίηση τροφίμων και πρώτων υλών, την προστασία, ανάπλαση και αξιοποίηση του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, σε κτηνοτροφικές μονάδες και μονάδες ιχθυοκαλλιεργειών, στη βιομηχανία φαρμάκων, φυσικών προϊόντων και καλλυντικών, στις επιχειρήσεις γενετικού υλικού, στη μελέτη και κατασκευή μεγάλων έργων υποδομών (συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακών), καθώς και έργων πρασίνου, στη βιομηχανία αυτοματισμών, στα ερευνητικά διαγνωστικά και βιοχημικά εργαστήρια κάθε είδους, στην προστασία της δημόσιας υγείας και στην εκπαίδευση. Και, όπως καταλήγει ο Σπ. Κίντζιος: «Διαχρονικά οι απόφοιτοι του ιδρύματός μας έχουν διανύσει λαμπρές σταδιοδρομίες στο εξωτερικό, υπό ιδιαίτερα ανταγωνιστικές συνθήκες».

Τα αδιέξοδα των συγχωνεύσεων και το… ναδίρ της βαθμολογίας

Στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών ανήκει το Τμήμα στο οποίο εισήχθη φέτος ο υποψήφιος με τη χειρότερη βαθμολογία, μόλις 625 μονάδες. Το Τμήμα έχει έδρα στο Καρπενήσι, και το Γεωπονικό το απορρόφησε μετά τη διάλυση του ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας. Βέβαια, πολλοί επικρίνουν αυτό το μοντέλο ανάπτυξης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. «Οι πρυτανικές αρχές και η Σύγκλητος του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών έχουν τοποθετηθεί επίσημα κατά της διαδικασίας με την οποία εντάχθηκαν πρώην Τμήματα ΤΕΙ στο πανεπιστήμιό μας, χωρίς να τηρηθούν κατ’ ελάχιστο ακαδημαϊκά κριτήρια. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι τα ΤΕΙ, έτσι όπως εξελίχθηκαν στον χρόνο μέσα από τις διαδοχικές ανωτατοποιήσεις τους, έπαψαν να υπηρετούν την αρχική αποστολή τους ως προς την παροχή τεχνικής εκπαίδευσης. Επομένως, νομοτελειακά, υφίσταντο ως επιλογές ή η απορρόφησή τους από τα ΑΕΙ ή η κατάργησή τους. Από εκεί και πέρα, έγκειται στα πανεπιστήμια ο σχεδιασμός της στρατηγικής ανάπτυξης των νέων Τμημάτων, τα οποία μόνο κατ’ όνομα έχουν σχέση με τα προγενέστερα Τμήματα ΤΕΙ. Επίσης, παρά την επίσημα διατυπωμένη αντίθεσή μας και ανεξάρτητα από την ένταξη Τμημάτων του ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, η γεωγραφική μας διεύρυνση στη σημαντικότατη αυτή Περιφέρεια, με ιδιαίτερο αγροδιατροφικό αποτύπωμα, συνάδει πλήρως με τον στρατηγικό σχεδιασμό του ιδρύματός μας. Ασφαλώς, αυτό δεν αναιρεί ούτε τον δεσμευτικό για εμάς χαρακτήρα των μονομερών αποφάσεων του Υπουργείου ούτε την εξ αυτού υποχρέωση στήριξης της Πολιτείας για την εύρυθμη λειτουργία των νέων Τμημάτων» παρατηρεί ο Σπ. Κίντζιος, στηλιτεύοντας τις μονομερείς αποφάσεις της εκάστοτε ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας για τη λειτουργία των ΑΕΙ. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ίδιο, η κυριότερη αιτία υποβάθμισης στα ΑΕΙ έγκειται στην αθρόα εισαγωγή ενός πρωτοφανούς για τα παγκόσμια δεδομένα αριθμού εισακτέων, «πολλές φορές χωρίς το Τμήμα εισαγωγής τους να είναι από τις πρώτες πέντε ή δέκα επιλογές τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η συμμετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία να εκφυλίζεται σε απλή διεκπεραίωση. Ακολούθως, ο υπερβολικός αριθμός των εισακτέων συνοδεύτηκε από την εξίσου αυθαίρετη ίδρυση πανεπιστημιακών Τμημάτων σε όλη την επικράτεια χωρίς ακαδημαϊκά κριτήρια και, το κυριότερο, χωρίς να ληφθεί υπόψιν η προοπτική απορρόφησης των αποφοίτων από την αγορά εργασίας. Πέρα από ιδεολογικές αγκυλώσεις, εμπόδια παρουσιάζονται και σε θεσμικό επίπεδο, για παράδειγμα με το εξαιρετικά ασφυκτικό κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας των Ειδικών Λογαριασμών Έρευνας και των Εταιρειών Αξιοποίησης της Περιουσίας των ΑΕΙ. Εδώ υπάρχει μια εξαιρετική δυνατότητα μετουσίωσης της καινοτομίας, στην οποία διακρίνονται διεθνώς τα ελληνικά πανεπιστήμια, σε απτά, ανταγωνιστικά προϊόντα μέσα από τη σύμπραξη με ιδιωτικούς φορείς εγχώριους και διεθνείς».