Η επόμενη μέρα μετά την κρατικοποίηση

Οικονομική Επιθεώρηση, τεύχος 1001, Δεκέμβριος 2020

της Βάσως Αγγελέτου – vangeletou@gmail.com

Η κρατικοποίηση της Τράπεζας Πειραιώς, ως αποτέλεσμα της μετατροπής των υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών (Cocos) σε κοινές μετοχές, δεν ήταν ένα αιφνίδιο γεγονός για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Όπως αναφέρουν στην Οικονομική Επιθεώρηση αρμόδιες πηγές του τραπεζικού κλάδου, η εξέλιξη αυτή ήταν γνωστή ήδη πριν από το καλοκαίρι, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωνε πρωτοφανή δέσμη μέτρων για στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος υπό σειρά προϋποθέσεων. Μία εξ αυτών ήταν η μη καταβολή μερισμάτων ή τόκων από τα τραπεζικά ιδρύματα προκειμένου να διαφυλάξουν την κεφαλαιακή τους ανθεκτικότητα εν μέσω της πανδημικής κρίσης.

Τα Cocos, βέβαια, δεν αποτελούν νέο πρόβλημα για την Τράπεζα Πειραιώς. Όταν ανακεφαλαιοποιήθηκε το 2015, προκρίθηκε η λύση του μετατρέψιμου ομολόγου ύψους 2,04 δισ. ευρώ συμπληρωματικά των κεφαλαίων που αντλήθηκαν από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Με την πράξη αυτή, το ποσοστό του Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας διαμορφώθηκε στο 26,4%, όπου παραμένει έως σήμερα. Για την εξυπηρέτηση των Cocos, η τράπεζα έπρεπε να καταβάλλει στο ΤΧΣ,  που τα διακρατά, τόκους 165 εκατ. ευρώ ετησίως. Δεδομένων των περιορισμών, η διοίκηση της τράπεζας αιτήθηκε να καταβάλει τους φετινούς τόκους σε μετρητά, ωστόσο ο Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ (SSM) αρνήθηκε, τηρώντας απαρέγκλιτα τους κανονισμούς που είχε εξαγγείλει τους προηγούμενους μήνες. Αυτό έχει ως συνέπεια την ενεργοποίηση της μετατροπής των Cocos σε κοινές μετοχές εντός του Δεκεμβρίου.

Με αυτόν τον τρόπο, η Τράπεζα Πειραιώς απαλλάσσεται οριστικά από τη «δαμόκλειο σπάθη» των Cocos, αφού η μετατροπή τους σε κοινές μετοχές το 2022 θα σήμαινε σημαντικό dilution για τους υφιστάμενους μετόχους – κάτι που συνιστά ισχυρό αντικίνητρο για κάθε ιδιώτη επενδυτή. Ταυτόχρονα, η εξυπηρέτηση των Cocos επιβάρυνε σημαντικά την κεφαλαιακή βάση της τράπεζας (ιδίως υπό τις τρέχουσες συνθήκες χαμηλής κερδοφορίας), μην επιτρέποντας δραστικές κινήσεις για την εξυγίανση του δανειακού χαρτοφυλακίου. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι τρεις βασικοί μέτοχοι (Πόλσον, Μυστακίδης και Bienville) κατέθεσαν στα τέλη Οκτωβρίου πρόταση για αύξηση κεφαλαίου ύψους 800 εκατ. ευρώ. Την πρόταση απέρριψε το ΤΧΣ, αφού το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο ουσιαστικά αποκλείει το Ταμείο από μια αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, καθώς κάτι τέτοιο συνεπάγεται dilution της θέσης του, που ισοδυναμεί με ζημία δισεκατομμυρίων για τους Έλληνες φορολογούμενους. Βέβαια, η ζημιά δεν μπορεί να αποφευχθεί για το ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, εάν συμμετείχε σήμερα σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με τιμή (υποθετικά) 1 ευρώ ανά μετοχή, έναντι 6 ευρώ που ήταν η τιμή έκδοσης των Cocos, θα υπόκειτο ζημίες 2 δισ. ευρώ.

Παρ’ όλα αυτά, θεσμικές πηγές του τραπεζικού κλάδου και της κυβέρνησης με τις οποίες συνομίλησε η ΟΕ συμφωνούν ότι…

η συνέχεια στο τεύχος Δεκεμβρίου της Οικονομικής