Οι διαφορετικές προσεγγίσεις του πληθωρισμού μέσα από τις σελίδες της Βιομηχανικής Επιθεώρησης

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2022, τ.1014

από το αρχείο της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως

Άνοδο του πληθωρισμού στο 4,3% κατέγραψε η Eurostat τον Νοέμβριο στην Ελλάδα, εν μέσω ισχυρών ανοδικών πιέσεων σε όλη την Ευρωζώνη και ρεκόρ 60ετίας (!) στις ΗΠΑ. Κι όμως στη χάραξη της νομισματικής πολιτικής ΕΚΤ και Fed ζητούμενο παραμένει η αντιμετώπιση των αποπληθωριστικών πιέσεων, καθώς κυριαρχεί η άποψη ότι οι ανατιμητικές πιέσεις είναι προσωρινές. Είναι όμως;

Παρόμοιοι προβληματισμοί υπήρξαν και στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν η αραβο-ισραηλινή σύγκρουση προκάλεσε την πρώτη ενεργειακή κρίση. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια υψηλού εισαγόμενου πληθωρισμού, για να φτάσει στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο τότε υπουργός Συντονισμού, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, να υποστηρίζει «Πληθωρισμός: Χρόνιον διεθνές και ελληνικόν πρόβλημα»  (τεύχος 523/5, Μάιος 1978):

«Η κυβέρνησι -και ίσως όλοι μας- θεωρούμε, και επομένως αντιμετωπίζουμε την κρίσιμη οικονομική κατάστασι σαν συγκυριακό παροδικό φαινόμενο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για προέκτασι, και στη χώρα μας, με τις ιδιομορφίες που έχει η οικονομία μας, της βαθειάς οικονομικής κρίσεως, που εκδηλώθηκε τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα και που επίμονα διατηρείται με τη μορφή του στασιμοπληθωρισμού, που συνοδεύεται από υψηλή ανεργία»

Η δεκαετία του ’70, με τις ενεργειακές κρίσεις και την κατάρρευση του Bretton Woods, έβαλε τέρμα σε μια μακρά περίοδο μηδενικού (ή και αρνητικού) πληθωρισμού στην ελληνική οικονομία. Ενδεικτικά, στο άρθρο γνώμης της ΒΕ με τίτλο «Η δραχμή» (τεύχος 396, Οκτώβριος 1967) διατυπώνεται ο ισχυρισμός:

«σήμερον η δραχμή εμφανίζεται σταθερά και εύρωστος. Τα ληφθέντα υπό της κυβερνήσεως μέτρα προστασίας του τοσούτον δεινοπαθήσαντος εθνικού νομίσματος, απέδωσαν καρπούς»

Δεν ήταν, βέβαια, πάντοτε έτσι. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κυριαρχεί η αγωνία για τη σταθεροποίηση των τιμών, μετά τον πολεμικό πληθωρισμό της Κατοχής. Τον Ιούλιο του 1945 (τεύχος 129) η ΒΕ σημειώνει  στο κείμενο «Ο έλεγχος επί των τιμών»:

«Στη σημερινή οικονομική μας οργάνωσι δεν επεδείχθη, ατυχώς, όσο έπρεπε η οφειλομένη αντίληψι στο ζήτημα του καθορισμού των τιμών, αλλά αντιμετωπίσθηκε τούτο είτε με σπασμωδικά μέτρα διατιμήσεων, με συνέπεια τον αυτόματο εξαφανισμό όλων των ειδών από την αγορά ή με καταδίωξι των λιανοπωλητών που δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να ριψοκινδυνεύουν για τα κέρδη των μεσαζόντων».

 

Η πολυπόθητη σταθεροποίηση ήρθε μετά την υποτίμηση του Μαρκεζίνη, το 1953. Χαρακτηριστικό των ζημώσεων με την Νομισματική Επιτροπή της Τράπεζας της Ελλάδος, που προηγήθηκαν της απόφασης εκείνης, είναι το άρθρο γνώμης «Περί πληθωρισμού» (τεύχος 219, Ιανουάριος 1953):

 

«Οι θεωρητικοί, οι καθηγηταί, οι δάσκαλοι, οι οποίοι μας τυραννούν με τας συνταγάς και τας απαγορεύσεις των και λησμονούν τον μύθον του μουλαριού του Νασρεδδίν, το οποίον έμαθε μεν να τρώγη αλλ’ αφού πρώτον εχρειάσθη να ψοφήση, ας κάμουν τον κόπον να εξετάσουν με τι ποσά εχρηματοδοτείτο η οικονομία προ του πολέμου, όταν αι πιστώσεις ήσαν ασυγκρίτως μεγαλύτεραι και εδίδοντο χωρίς έλεγχον, κατά την κρίσιν και μόνον των τραπεζικών ιδρυμάτων».

Και κατέληγε το άρθρο: «Η οικονομία είναι ζωντανή κατάστασις και δεν χωρεί εις δογματικά σχήματα».

 

Εντελώς διαφορετική στρατηγική ακολουθήθηκε τη δεκαετία του ’80, εστιάζοντας στην προστασία του εισοδήματος των εργαζομένων. Ήταν η εποχή της Αλλαγής, που μαζί της έφερε την ΑΤΑ. Στη ΒΕ το άρθρο γνώμης «Πικραί αλήθειαι» (τεύχος 568, Φεβρουάριος 1982) διαφωνεί, εκφράζοντας έντονη ανησυχία για την πορεία του πληθωρισμού:

«Ο πληθωρισμός δεν “γονατίζει” ο ίδιος – γονατίζει την οικονομία. Και είναι αφελές να πιστεύεται ότι η εισοδηματική πολιτική της κυβερνήσεως (ή αι σκληραί παρεμβάσεις εις τους μηχανισμούς της αγοράς) θα τον χαλιναγωγήσουν»

 

Το… τέρας του πληθωρισμού παραμένει δύσκολος αντίπαλος και τα επόμενα χρόνια. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, με την Ελλάδα σε τροχιά ένταξης στην ΟΝΕ, το κριτήριο του πληθωρισμού είναι το τελευταίο που εκκρεμεί να ικανοποιηθεί προκειμένου να ξεκλειδώσει ο δρόμος προς το ευρώ (εκείνο του χρέους είχε ήδη ‘στραμπουληθεί’). Σε συνέντευξή του στην ΒΕ (τεύχος 742, Ιούνιος 1999) ο διοικητής της ΤτΕ, Λουκάς Παπαδήμος, προειδοποιούσε: «Τώρα απαιτούνται τα νέα μέτρα για τον πληθωρισμό»