Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2021, τ. 1004

του Χάρη Σαββίδη

Το τέλος του πρώτου χρόνου της πανδημίας βρήκε τα περισσότερα κράτη να έχουν ξεκινήσει μαζικούς εμβολιασμούς. Στη διάρκεια του δεύτερου χρόνου, η ανάπτυξη ανοσίας στον πληθυσμό και η συνεχής βελτίωση των θεραπειών αναμένεται να θέσουν υπό έλεγχο την υγειονομική κρίση. Λιγότερο ξεκάθαρη είναι η εικόνα της οικονομικής κρίσης. Επιχειρήσεις και εργαζόμενοι παραμένουν επί μήνες σε μηχανική υποστήριξη από το κράτος – σε άλλες χώρες σε μεγαλύτερο και σε άλλες σε μικρότερο βαθμό. Τους επόμενους μήνες, καθώς θα ξεπαγώνει η οικονομική δραστηριότητα και θα διακόπτεται η μηχανική υποστήριξη, θα αποκαλυφθεί το μέγεθος της ζημιάς που έχει προκληθεί. Ολόκληροι κλάδοι είναι πιθανό να μην μπορούν να σταθούν στα πόδια τους και να χρειάζονται περαιτέρω στήριξη. Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος αντιμετώπισης της πανδημίας είναι ακόμα νωρίς να αποτιμηθεί.

Το σίγουρο είναι ότι οι δημόσιες δαπάνες το 2020 και το 2021 θα είναι ιδιαίτερα αυξημένες. Εξίσου σίγουρο είναι ότι η πανδημία και τα lockdown που τη… συνοδεύουν περιορίζουν τα φορολογικά έσοδα. Άρα το… ταμείο είναι μείον. Κι αυτό δεν μπορεί να καλυφθεί παρά μόνο με δανεισμό – δηλαδή νέο χρέος. Ήδη στα τέλη Σεπτεμβρίου 2020 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από τη Eurostat), το χρέος της γενικής κυβέρνησης στη Γερμανία ήταν τουλάχιστον 250 δισ. ευρώ (+12%) υψηλότερο απ’ ό,τι 12 μήνες νωρίτερα. Στη Γαλλία η αύξηση άγγιξε τα 260 δισ. ευρώ (+10,75%), ενώ στην Ιταλία ήταν… μόλις 142,5 δισ. ευρώ (+5,8%). Συνολικά, στην πρώτη αυτή φάση της πανδημίας, το χρέος των οικονομιών της Ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 943 δισ. ευρώ (+9,3%). Η αύξηση του δημοσίου χρέους ήταν ακόμα μεγαλύτερη στις ΗΠΑ: από τα 22,7 τρισ. δολ. στα τέλη Σεπτεμβρίου 2019, βρέθηκε στα 27 τρισ. δολ. δώδεκα μήνες αργότερα.

Οι μεταβολές είναι ακόμα πιο έντονες αν, αντί για το απόλυτο μέγεθος, εστιάσουμε στον λόγο του δημοσίου χρέος προς το ΑΕΠ της κάθε οικονομίας, καθώς παράλληλα με την αύξηση του αριθμητή μεγάλη υπήρξε και η μείωση του παρονομαστή (πρωτοφανής ύφεση σχεδόν σε όλες τις οικονομίες). Ακόμα και σε περιπτώσεις που το δημόσιο χρέος δεν έχει αυξηθεί σημαντικά, όπως στην Ελλάδα (στην υπό εξέταση περίοδο μόλις κατά 3,265 δισ. ευρώ – λιγότερο από 1%), ο λόγος του προς το ΑΕΠ εκτοξεύτηκε από το 182,6% στο 199,9%. Στο σύνολο των οικονομιών της Ευρωζώνης, το δημόσιο χρέος από 85,8% του ΑΕΠ (τέλη γ΄ τριμήνου 2019) βρέθηκε στο 97,3% μέσα σε μόλις 12 μήνες.

Το εξάμηνο που μεσολάβησε, από τον Σεπτέμβριο του 2020 μέχρι σήμερα, η πανδημία συνεχίστηκε κι άρα τα κράτη δανείστηκαν περισσότερο. Αν όλα εξελιχθούν θετικά, οι περιορισμοί στην οικονομική δραστηριότητα λόγω πανδημίας θα αρθούν το επόμενο τρίμηνο. Τότε, όμως, είναι που θα χρειαστούν τα μέτρα στήριξης της ανάκαμψης, που ήδη προετοιμάζονται στις μεγαλύτερες οικονομίες αλλά ακόμα δεν έχουν αποτυπωθεί στα δημοσιονομικά μεγέθη.

Εγκαταλείποντας τη λιτότητα

Η εκλογή Μπάιντεν φέρνει στον Λευκό Οίκο έναν πρόεδρο που υπόσχεται να βαδίσει στα χνάρια του Ρούζβελτ, τουλάχιστον σε σχέση με τη δημοσιονομική χαλάρωση. Στη δε Ευρωζώνη, οι συζητήσεις για την επόμενη μέρα δεν θυμίζουν εκείνες προ δεκαετίας, όταν τα γεράκια της λιτότητας απαιτούσαν αυστηρή εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων.

Ακόμα και στη Γερμανία κάτι δείχνει να αλλάζει: στην τελευταία τους έκθεση για τη γερμανική οικονομία οι πέντε «Σοφοί» υποστηρίζουν ότι «λόγω των ιδιαίτερων δημοσιονομικών προκλήσεων στο πλαίσιο της πανδημίας και προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της, θα μπορούσε να εξεταστεί μια νέα, μεταβατική περίοδος για το φρένο χρέους». Ο διευθυντής της καγκελαρίας Χέλγκε Μπράουν πήγε ακόμα πιο μακριά: «Το φρένο του χρέους είναι αδύνατον να τηρηθεί τα επόμενα χρόνια, ακόμη και αν, κατά τα λοιπά, επικρατήσει αυστηρή πολιτική περιστολής των δημοσίων δαπανών», υποστήριξε σε άρθρο του στην οικονομική εφημερίδα Handelsblatt και πρότεινε μια «στρατηγική ανάκαμψης για την οικονομία σε συνδυασμό με μια τροποποίηση του Συντάγματος, η οποία για τα επόμενα χρόνια θα προβλέπει –εντός συγκεκριμένων ορίων– πλαίσιο δανεισμού με φθίνουσα πορεία και σαφή ημερομηνία για την επιστροφή στην τήρηση των κανόνων περί χρέους».

Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς ενεργοποίησε ειδική ρήτρα του γερμανικού Συντάγματος που επιτρέπει την αναστολή του φρένου χρέους για ένα έτος

Την πρόταση υποδέχτηκε θετικά ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς, ο οποίος τον Μάρτιο ενεργοποίησε ειδική ρήτρα του Συντάγματος που επιτρέπει την αναστολή του φρένου χρέους για ένα έτος. Τη στήριξή της εκφράζει και η Κάτριν Γκέρινγκ-Έκαρντ, ηγετικό στέλεχος των Πρασίνων, επισημαίνοντας ότι «στο μέλλον θα είναι αδύνατον να τηρηθεί το φρένο του χρέους». Στον αντίποδα, πολλοί χριστιανοδημοκράτες έσπευσαν να λάβουν αποστάσεις από την πρόταση Μπράουν, ενώ ο επικεφαλής των Φιλελευθέρων Κρίστιαν Λίντνερ υποστήριξε ότι ο διευθυντής της καγκελαρίας μάλλον «βιάστηκε να αρχίσει τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης με τους Πρασίνους». Κι αυτό γιατί όλα δείχνουν ότι το φρένο χρέους θα αποτελέσει ένα από τα κύρια θέματα του προεκλογικού αγώνα ενόψει των εκλογών της 26ης Σεπτεμβρίου.

Οι τρεις λύσεις

Η αλλαγή συσχετισμών είναι εμφανής και σε επίπεδο… θεωρίας. Ενδεικτικά, ο Economist, σε πρόσφατο άρθρο του για τη διαδρομή της κυρίαρχης οικονομικής άποψης από την εποχή του Κέινς μέχρι σήμερα (10/9/2020 – το άρθρο φιλοξενείται στο τεύχος Μαρτίου της Οικονομικής), παραδεχόταν στον τίτλο ότι «Οι κυβερνήσεις μπορούν πλέον να δανείζονται περισσότερο απ’ όσο θεωρούσαμε». Τα επίπεδα χρέους που μέχρι τώρα θεωρούνταν καταστροφικά και δικαιολογούσαν τις πολιτικές λιτότητας πλέον κρίνονται αποδεκτά για να υποστηριχθεί η ανάπτυξη.

Το 2009 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Αυτή τη φορά είναι διαφορετικά: 9 αιώνες χρηματοοικονομικής παλαβομάρας», των Κάρμεν Ράινχαρτ και Κένεθ Ρογκόφ. Σε αυτό οι  δύο οικονομολόγοι (αμφότεροι με πέρασμα από το Χάρβαρντ) υποστηρίζουν ότι οι περίοδοι κατά τις οποίες το δημόσιο χρέος ξεπερνά το 90% του ΑΕΠ μιας οικονομίας, αντιστοιχούν σε υποχώρηση της ανάπτυξης από 1,8% έως και 2,8%. Αυτή υπήρξε και η βασική θεωρητική θεμελίωση των πολιτικών λιτότητας, οι οποίες υιοθετήθηκαν για να αντιμετωπιστούν τα χρέη που ‘φορτώθηκαν’ τα κράτη για να διασώσουν τις τράπεζες μετά την κρίση του 2008

«Αυτή τη φορά είναι όντως διαφορετικά», έφτασαν να παραδεχτούν οι καθηγητές του Χάρβαρντ Κάρμεν Ράινχαρτ και Κένεθ Ρογκόφ, στο έργο των οποίων στηρίχθηκαν προ δεκαετίας βασικά επιχειρήματα υπέρ της άμεσης μείωσης του χρέους. Σήμερα, όμως, ο καθηγητής Ρόγκοφ αναγνωρίζει: «Αυτή τη φορά είναι όντως διαφορετικά»! Κι αυτό γιατί η πανδημία ήρθε να λειτουργήσει αντίρροπα στη βασική τάση των τελευταίων δεκαετιών, την παγκοσμιοποίηση. «Το ερώτημα είναι που θα σταματήσει αυτό – πόση παγκοσμιοποίηση θα αντιστραφεί;» υποστηρίζει ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ. Και σπεύδει να προσθέσει: «Η παγκοσμιοποίηση είναι ότι καλύτερο έχει ποτέ συμβεί για την ισότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, οπότε ευνοεί καταφανώς τις φτωχότερες χώρες. Αλλά και οι πλουσιότερες χώρες σίγουρα θα καταλήξουν χαμένες και θα βυθιστούν στην ύφεση για καιρό».

 

Προκειμένου, λοιπόν, να αντιμετωπιστεί η κρίση της πανδημίας ο καθηγητής Ρογκόφ τάσσεται υπέρ του δανεισμού αλλά προειδοποιεί: «δεν πρόκειται για δωρεάν γεύμα και δεν είναι χωρίς κινδύνους. Θεωρεί, δε, ως βέλτιστη πρακτική για να χρηματοδοτηθεί η ενίσχυση των επιδοτήσεων προς τους φτωχότερους κι η αύξηση των δημοσίων δαπανών, όχι τον δανεισμό αλλά την αύξηση των φόρων στους πλουσιότερους.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι προφανές: πώς θα αποπληρωθούν αυτά τα χρέη; Όπως εξηγεί ο καθηγητής Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης, υπάρχουν τρεις εναλλακτικές λύσεις:

  • λιτότητα: αύξηση της φορολογίας και μείωση των δημοσίων δαπανών
  • ήπια προσαρμογή: συνεχής χρονική μετατόπιση της ώρας αποπληρωμής του χρέους, με την ελπίδα ότι αυτό θα συρρικνωθεί σταδιακά σε σχέση με το ΑΕΠ μέσω της οικονομικής ανάπτυξης και του πληθωρισμού
  • κούρεμα: αναδιάρθρωση ή και μερική διαγραφή του χρέους

Με την πρώτη λύση να μην είναι ιδιαίτερα… δημοφιλής διεθνώς (η λιτότητα δεν είναι, βέβαια, ποτέ δημοφιλής, πλην όμως υπήρξε από τις βασικές επιλογές προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα χρέη που δημιούργησε η χρηματοοικονομική κρίση του 2008), φαντάζει εξαιρετικά πιθανό τα χρέη των κρατών να κινηθούν σε υψηλά επίπεδα επί σειρά ετών. Εδώ θα μπορούσε να βοηθήσει η δεύτερη λύση: εάν τα επόμενα χρόνια οι οικονομίες ανακάμψουν δυναμικά και αυξηθεί το ΑΕΠ, τότε η εξυπηρέτηση των χρεών θα είναι ευκολότερη. Το μονοπάτι της ήπιας προσαρμογής δείχνουν να επιλέγουν τόσο οι κυβερνήσεις στην ΕΕ όσο και ο νέος πρόεδρος στις ΗΠΑ.

Πληθωρισμός

Ο Τζο Μπάιντεν πρότεινε την υιοθέτηση μέτρων στήριξης της οικονομίας ύψους 1,9 τρισ. δολ., που θα έρθουν να προστεθούν σε όσα ήδη αποφασίστηκαν το 2020 (από τα 2 τρισ. δολ. της άνοιξης μέχρι τα 900 δισ. δολ. του Δεκεμβρίου). Εφόσον η πρόταση Μπάιντεν υιοθετηθεί από το Κογκρέσο, θα πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση δημοσίων δαπανών (σε απόλυτους όρους αλλά και σε σχέση με το ήδη υφιστάμενο δημοσιονομικό έλλειμμα) στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Κάτι που ήδη έχει αρχίσει να προκαλεί αντιδράσεις.

O Πρόεδρος Μπάιντεν πρότεινε την υιοθέτηση μέτρων στήριξης της οικονομίας ύψους 1,9 τρισ. δολ.

Ο Μαρκ Ζάντι της Moody’s Analytics εκτιμά ότι η πρόταση Μπάιντεν αντιστοιχεί σε αύξηση δαπανών 8%-9% του ΑΕΠ, ενώ ο ίδιος εκτιμά ότι το παραγωγικό κενό στις ΗΠΑ κινείται μεταξύ 4% και 5% (σύμφωνα με το CBO – Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου). Ότι, δηλαδή, εάν δεν υπήρχε ο κορονοϊός και αξιοποιούνται πλήρως οι παραγωγικές δυνατότητες, το ΑΕΠ θα ήταν το πολύ κατά 5% υψηλότερο. Κάποιοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν, πάντως, ότι το CBO υποεκτιμά το παραγωγικό κενό σήμερα. Ο Μαρκ Πολ, καθηγητής στο New College της Φλόριντα, εκτιμά ότι οι απώλειες θέσεων εργασίας θα δικαιολογούσαν μέτρα έως και 3 τρισ. δολ. Οι Δημοκρατικοί, που πλέον ελέγχουν το Κογκρέσο, δεν θέλουν να επαναληφθεί η εμπειρία των μέτρων Ομπάμα, το 2009, που ετησίως κατάφερε να προσθέτει ετησίως λιγότερα από 250 δισ. δολ. στην οικονομία, όταν το παραγωγικό κενό υπολογιζόταν ότι προσέγγιζε το 1 τρισ. δολ.

Ο κίνδυνος είναι, εφόσον η αύξηση των δημοσίων δαπανών υπερκαλύψει το παραγωγικό κενό, να μην υπάρχει ελεύθερο δυναμικό να καλύψει την πρόσθετη ζήτηση, προκαλώντας άνοδο των τιμών – δηλαδή πληθωρισμό. Ο φόβος του πληθωρισμού έχει… ξεχαστεί στον δυτικό κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες, υπό την επίδραση των ισχυρών πτωτικών δυνάμεων στις τιμές που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση. Όπως σημείωνε, όμως, και ο Economist πρόσφατα (το άρθρο φιλοξενείται στο τεύχος Μαρτίου της Οικονομικής), στον ορίζοντα αρχίζουν να διαφαίνονται πληθωριστικές πιέσεις και αυτές θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν την παγκόσμια οικονομία, πλήττοντας κυρίως τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Η πρόταση των «100»

Η επανεμφάνιση του πληθωρισμού ευνοεί τη λύση της ήπιας προσαρμογής, καθώς «φουσκώνει» το ΑΕΠ των οικονομιών κι άρα αυξάνει τον παρονομαστή με τον οποίο διαιρείται το χρέος. Πλην όμως, είναι πιθανό οι κεντρικές τράπεζες να αντιδράσουν αυξάνοντας τα επιτόκια και περιπλέκοντας την ήπια προσαρμογή. Μήπως τελικά είναι προτιμότερη η τρίτη λύση, δηλαδή το κούρεμα; Σε άρθρο τους που δημοσιεύτηκε, αρχές Φεβρουαρίου, σε 9 μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες (μεταξύ τους οι Le Monde, El Pais, La Libre Belgique και Der Freitag), περισσότεροι από 100 οικονομολόγοι (μεταξύ τους ο Τομά Πικετί, ο Βέλγος πρώην υπουργός Πολ Μανιέτ και ο Ούγγρος πρώην επίτροπος της ΕΕ Άντορ Λάζλο) απηύθυναν έκκληση στην ΕΚΤ να διαγράψει τα δημόσια χρέη που διακρατά, ώστε να διευκολυνθεί η κοινωνική και οικολογική ανοικοδόμηση μετά την πανδημία της Covid-19. «Τα ποσά αυτά ανέρχονται σήμερα, για το σύνολο της Ευρώπης, σε σχεδόν 2,5 τρισ. ευρώ – σχεδόν το 25% του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους», επισημαίνουν. Σύμφωνα πάντα με την έκκληση, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της πανδημίας, ενώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε πάρα πολύ για να προστατευθούν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, «οι πολίτες ανακαλύπτουν, ορισμένοι με τρόμο, πως σχεδόν το 25% του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους το διακρατά η κεντρική τράπεζά τους. Οφείλουμε στον εαυτό μας 25% του χρέους μας και, αν αποπληρώσουμε αυτό το ποσό, θα πρέπει να το βρούμε αλλού, είτε δανειζόμενοι εκ νέου για να καλύψουμε το χρέος αντί να δανειζόμαστε για να επενδύσουμε, είτε αυξάνοντας τους φόρους ή μειώνοντας τις δαπάνες», εξηγούν.

Η διαγραφή των δημόσιων χρεών ή η μετατροπή τους σε άτοκα χρέη εις το διηνεκές θα μπορούσε να γίνει με αντάλλαγμα τη δέσμευση των κρατών «να επενδύσουν τα ίδια ποσά στην οικολογική και κοινωνική ανοικοδόμηση». Οι υπογράφοντες υποστηρίζουν πως «η διαγραφή δεν απαγορεύεται ρητά από τις ευρωπαϊκές συνθήκες» και πως «η ιστορία μάς έχει δείξει πολλές φορές ότι οι νομικές δυσκολίες εξαφανίζονται μπροστά στις πολιτικές συμφωνίες». Ανήσυχοι μπροστά σε μια ενδεχόμενη επιστροφή των πολιτικών λιτότητας που περιλαμβάνουν μειώσεις του δημόσιου χρέους, όπως αυτές που έγιναν από το 2015 μέχρι την αρχή της κρίσης της Covid-19, οι πανεπιστημιακοί καλούν επίσης για «μια νέα ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, κυρίως με την υιοθέτηση της αυξημένης πλειοψηφίας όσον αφορά τα δημοσιονομικά ζητήματα».

Η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ με την πρώην επικεφαλής της Fed και νυν υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Τζάνετ Γέλεν

Η απάντηση της ΕΚΤ ήρθε από την ίδια την πρόεδρο: η Κριστίν Λαγκάρντ υποστήριξε σε συνέντευξή που δημοσιεύτηκε λίγες μέρες μετά το κείμενο των «100» ότι η διαγραφή χρέους εξαιτίας της πανδημίας είναι «αδιανόητη», καθώς θα αποτελούσε «παραβίαση της συνθήκης της ΕΕ, η οποία απαγορεύει αυστηρά τη νομισματική χρηματοδότηση κρατών».

«Σίγουρα δεν πρόκειται να υπάρξει πολιτική ομοθυμία για αλλαγή των ευρωπαϊκών Συνθηκών, οπότε η Λαγκάρντ έχει δίκιο», εξηγεί ο αρθρογράφος των Financial Times Βόλφγκανγκ Μίνχαου. Πλην όμως, επισημαίνει ότι και η ήπια προσαρμογή αποτελεί παραβίαση των ευρωπαϊκών κανόνων για τη χρηματοδότηση χρέους από την ΕΚΤ, όπως τους ερμήνευσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: έκανε σαφές ότι η ΕΚΤ δικαιούται να αγοράζει ομόλογα μόνο για λόγους νομισματικής πολιτικής και σε προσωρινή βάση. Το ότι η απόφαση δεν καθόρισε το χρονικό όριο δεν αποτελεί άλλοθι ώστε η ΕΚΤ να αναχρηματοδοτεί το χρέος μέχρι οι οικονομίες να αναπτυχθούν επαρκώς ώστε να το αναλάβουν. Αν, μάλιστα, εμφανιστούν πληθωριστικές πιέσεις στον διεθνή ορίζοντα, τότε η ΕΚΤ θα οφείλει να υιοθετήσει σφιχτή νομισματική πολιτική, περιορίζοντας τα κρατικά ομόλογα που κατέχει και τελικά αυξάνοντας τα επιτόκια. Άρα και στη λύση της ήπιας προσαρμογής είναι πιθανό να ανακύπτουν προβλήματα συμβατότητας με το κοινοτικό δίκαιο.

Αναζητείται, λοιπόν, κάποια άλλη λύση, που θα επιτρέψει τη σταδιακή μείωση του χρέους, είτε σε σχετικούς όρους μέσω ανάπτυξης και πληθωρισμού είτε σε απόλυτους μέσω κάποιου κουρέματος. «Η αποδοχή αυτού του γεγονότος και η στρατηγική να επιτύχουμε αυτό το αποτέλεσμα θα είναι η μεγάλη πρόκληση πολιτικής για την επόμενη δεκαετία», σύμφωνα με τον αρθρογράφο των FT.

Ιδιωτικό χρέος

Σε αντίθεση με το κούρεμα του δημοσίου χρέους, εκείνο του ιδιωτικού δεν αντιμετωπίζει αντίστοιχα θεσμικά προβλήματα. Οι κυβερνήσεις μπορούν να αποφασίσουν να παγώσουν ή ακόμα και να χρηματοδοτήσουν τα χρέη που συσσωρεύουν ιδιώτες στη διάρκεια της πανδημίας. Αυτό, βέβαια, θα επιβαρύνει σημαντικά το δημόσιο χρέος…

Στο Eurogroup του Φεβρουαρίου οι υπουργοί Οικονομικών συζήτησαν το θεσμικό πλαίσιο φερεγγυότητας των επιχειρήσεων, αν και είναι πρόσφατη η αναθεώρηση της σχετικής Οδηγίας (2019/1023 για την «προληπτική αναδιάρθρωση και αφερεγγυότητα»). Οι «οικονομολόγοι» του Eurogroup φέρονται να πρότειναν τη μετάβαση σε μια πολιτική στήριξης των αποκαλούμενων βιώσιμων επιχειρήσεων και την απόσυρση στήριξης από τις επιχειρήσεις που θεωρούνται ήδη ως μη βιώσιμες υπό φυσιολογικές συνθήκες. Υπάρχουν, πάντως, ακόμα αντιρρήσεις, με τη γερμανική κεντρική τράπεζα να υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τις δικές τους μελέτες δεν θα είναι τόσο υψηλό το ποσοστό των χρεοστασίων που θα προκύψει.

Ελλάδα

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας κατέθεσε στις 19 Φεβρουαρίου σχετικά με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα

Στην Ελλάδα, οι τράπεζες προσπαθούν ακόμα να ανακάμψουν από τη 10ετή κρίση χρέους και να εξυγιάνουν τα χαρτοφυλάκιά τους. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του καθηγητή Γκίκα Χαρδούβελη («Κρίση και Χρηματοπιστωτικά Ανοίγματα στην Ελλάδα», Οκτώβριος 2020), μια ανάλυση ευαισθησίας των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών δείχνει ότι είναι δυνατή η εξυγίανση των ισολογισμών χωρίς νέες αυξήσεις κεφαλαίου υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι να μην υπάρξει νέα γενιά κόκκινων δανείων.

Πλην όμως, τον Φεβρουάριο (19/2), καταθέτοντας στη Βουλή, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας εκτίμησε ότι φέτος θα προστεθούν έως και 10 δισ. ευρώ στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, παρουσίασε αναλυτικά την πρόταση της τράπεζας για σύσταση Εταιρείας Διαχείρισης Ενεργητικού, στην οποία θα μεταβιβαστούν μη εξυπηρετούμενα δάνεια (αυτό που αποκαλείται bad bank).

«Δεν μπορούμε να έχουμε σαφή εικόνα για τις επιπτώσεις στον δανεισμό των επιχειρήσεων, προτού λήξουν τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας», υποστηρίζει ο επικεφαλής της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Φώτης Κουρμούσης

Το ακριβές μέγεθος του προβλήματος που θα προκύψει, πάντως, θα γίνει σαφές τους επόμενους μήνες: ο επικεφαλής της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Φώτης Κουρμούσης ξεκαθαρίζει ότι «δεν μπορούμε να έχουμε σαφή εικόνα για τις επιπτώσεις στον δανεισμό των επιχειρήσεων, προτού λήξουν τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας».

Από την πλευρά του ο επιχειρηματικός κόσμος, είτε πρόκειται για μεγάλους ομίλους είτε για μικρομάγαζα, θεωρεί βέβαιο ότι ‘κάτι θα γίνει’ – είτε πρόκειται για ρυθμίσεις (χαμηλά επιτόκια, πολλές δόσεις) είτε για ‘κούρεμα’ οφειλών. Σίγουρα η πανδημία αποτελεί ειδική συνθήκη. Πλην όμως με τον τρόπο αυτό, για μία ακόμα φορά δημιουργείται έδαφος να επωφεληθούν οι περίφημοι ‘στρατηγικοί κακοπληρωτές’. Εκείνοι, δηλαδή, που δανείζονται όποτε και όσο μπορούν, μέρος των χρημάτων το διοχετεύουν σε λογαριασμούς τους στο εξωτερικό και στο τέλος φορτώνουν τα χρέη στους φορολογούμενους. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καλλιέργεια στενών σχέσεων με τραπεζικά και κυβερνητικά στελέχη.

Προφανώς και πρόκειται για πρακτικές κοινωνικά άδικες (αφού το σύνολο των φορολογουμένων καλείται να επωμιστεί τα χρέη των λίγων ‘δικτυωμένων’) αλλά και οικονομικά επιζήμιες: Τα δανεικά καταλήγουν να τροφοδοτούν εξεζητημένη κατανάλωση ή τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία, οπότε δεν ενισχύουν την ανάπτυξη, ενώ η αποπληρωμή τους οδηγεί σε αυξημένα επιτόκια ή φορολογικούς συντελεστές, επιδρώντας αρνητικά στην ανάπτυξη. Κατά αυτή την έννοια, ίσως τελικά, σημαντικότερος της λύση που θα αναδειχθεί σε διεθνές επίπεδο, να είναι ο τρόπος που θα εφαρμοστεί η λύση αυτή από την κάθε κυβέρνηση.