Ποια ακριβώς «Ελλάδα στην Ευρώπη του 2040»;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τελικά, δεν έλαβε ιδιαίτερη δημοσιότητα μια πτυχή των δραστηριοτήτων του «Ελλάδα 2021» με τις οποίες είχε επιδιωχθεί ένας ουσιαστικός εορτασμός των 200 χρόνων από την Επανάσταση του΄21: αναφερόμαστε στο Forum «Η Ελλάδα το 2040», με το οποίο επιδιώχθηκε να στραφεί – κάπως – η ματιά στο μέλλον. Και μάλιστα με μια πιο τεχνοκρατική λογική, δηλαδή με λογική αναζήτησης της ενσωμάτωσης της Ελλάδας στο διεθνή ρου των πραγμάτων, στην μετα-παγκοσμιοποίηση, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής πραγματικότητας, των προκλήσεων της πράσινης μετάβασης – τέτοια πράγματα!

Βέβαια … άμα συγκρίνει κανείς το τι ΗΤΑΝ η συνολική δημόσια συζήτηση τους τελευταίους μήνες (και δεν αρκεί η αναφορά στην Covid-19 ως ερμηνεία του σφιχταγκαλιάσματος με την κυρίαρχη εσωστρέφεια!) βλέπει ότι από τις προθέσεις μέχρι την πραγματικότητα… άβυσσος. Ωστόσο, έπεσε στα χέρια μας ένα από τα παρακλάδια της «Λευκής Βίβλου: Η Ελλάδα το 2040» (ήδη η ονομασία έχει κάτι από κωδική προσέγγιση Βρυξελλών), η μελέτη στα πλαίσια του ΕΛΙΑΜΕΠ για την «Ελλάδα στην Ευρώπη του 2040». Φυλλομετρήσαμε αυτήν την δουλειά. Και βρήκαμε ένα ενδιαφέρον – πέραν δηλαδή του ότι, εκεί που βρίσκονται τα πράγματα/τέλος του 2021, κάθε προσπάθεια να διατυπώσει κανείς πρόβλεψη για το μέλλον που να ΜΗΝ είναι αυτάρεσκη προβολή του υπεραναλυμένου παρελθόντος – ιδίως στα Ευρωπαϊκά – έχει ένα στοιχείο ηρωισμού. Λοιπόν:

Η ομάδα εργασίας που συγκρότησε το ΕΛΙΑΜΕΠ – Σωτήρης Βαλντέν, Θοδωρής Γεργακόπουλος (διαΝΕΟσις), Ρ. Γρώπα (ΕΕ), Μ. Δεμερτζή (Bruegel), Γ. Εμμανουηλίδης (EPC), Γ. Παγουλάτος: εκ πρώτης όψεως σαφώς ομοιογενές, ωστόσο με προσέγγιση που αποδεικνύεται όχι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένη… – στηρίζει την ανάλυσή της σ’ εκείνο που ονομάζει «Πέντε σενάρια για την ΕΕ του 2040». Και μάλιστα ξεκινάει την παρουσίασή τους με το σενάριο που (εύγλωττα) ονοματίζει «Τιτανικός», δηλονότι ένα σενάριο Ευρωπαϊκής  Ένωσης «εξαντλημένος από αλλεπάλληλες κρίσεις που οξύνουν τις εσωτερικές διαιρέσεις και ξεπερνούν τις θεσμικές διαδικασίες της ΕΕ». Η αυτάρεσκη εικόνα της ΕΕ του 2009-2011, με κορύφωση τον καταστροφικό περίπατο Μέρκελ-Σαρκοζί στην Ντωβίλ και την (Μεσοπολεμικής γεύσης) φιγούρα Σόιμπλε στο Eurogroup με αντίστιξη Τρισέ στην ΕΚΤ, να δρομολογούν την κρίση χρέους της Ευρωζώνης από την κρίση δανεισμού της Ελλάδας, νομιμοποιεί την εκδοχή Τιτανικού.

Τα επόμενα δυο σενάρια – «Μια ελάχιστη Ένωση» και «Ευρώπη των μικρών βημάτων», δηλαδή η ΕΕ του ελάχιστου κοινού παρονομαστή και το σύγχρονο αντίστοιχο της construction Européenne des petits pas που έχει αναφορά στην ιδρυτική προσέγγιση του Ζαν Μονέ – παραπέμπουν σε προβολή της εμπειρίας των τελευταίων δεκαετιών, των παλινδρομήσεων της ενοποίησης (προσπερνούμε την αναντίστοιχη προς την πραγματικότητα ρητορική των Βρυξελλών και των συνεντεύξεων μετά από κάθε Κορυφή των «27», πρώην «28»), εν τέλει των προσπαθειών να διασωθούν καταστάσεις όπως με την διακυβερνητική δημιουργία του ESM ή κυρίως του “whatever it takes” του Μάριο Ντράγκι στην ΕΚΤ, που διέσωσαν την ίδια την Ευρωζώνη.

Ενώ τα δυο σενάρια που προδήλως φέρουν την θετική προσδοκία των συντακτών της μελέτης, χωρίς ωστόσο αυτοί να τα «πριμοδοτούν στην ανάλυσή τους», οι «Συνασπισμοί των προθύμων» και η οικοδόμηση «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» με ομοσπονδιακή κατάληξη, παίρνουν (το πρώτο) την πατέντα που έδωσε την Ευρωζώνη ή την Ζώνη Σένγκεν για να την οδηγήσουν παραπέρα, ιδίως σε μια λογική επάλληλων κύκλων με πρόσθετη παραχώρηση εθνικής αυτονομίας και (το δεύτερο) το ενδεχόμενο άλμα προς «μια πλήρη Πολιτική και Οικονομική Ένωση». Στο σενάριο του «Συνασπισμού των προθύμων» – το οποίο, προσοχή!, μπορεί να περιλάβει και χώρες εκτός ΕΕ (άραγε και Τουρκία;) – βλέπουμε να διαμορφώνεται χώρος για την κοινή εξωτερική πολιτική, ενδεχομένως και με την προσέγγιση «Στρατηγικής αυτονομίας» της ΕΕ που επιχειρεί τώρα να δρομολογήσει ο Εμμανουέλ Μακρόν. Σε εκείνο των «ΗΠΕ», που προδήλως παραπέμπει στην πέραν του Ατλαντικού διαδικασία – η οποία, βέβαια, έζησε έναν Εμφύλιο και νικηφόρα συμμετοχή σε δυο Παγκοσμίους Πολέμους – λειτουργεί ως προσδοκία μια «ισχυρή Ευρωπαϊκή ταυτότητα που συνυπάρχει με τις εθνικές και τοπικές», με απόληξη μέσα και από τις «διασυνοριακές ροές μετακίνησης και εγκατάστασης […] αυξημένο αριθμό Ευρωπαίων μεικτής εθνικότητας», οπότε  και αποδυναμώνει «την επιρροή των εθνικισμών».

Από τα πέντε αυτά σενάρια – που το πρώτο φαντάζει απίθανο/απευκταίο, ενώ το πέμπτο σαφώς τίθεται ώστε να υπάρχει καταγεγραμμένο «έτσι, για το καλό» – η Ελλάδα του 2021 καλείται να δει καταπρόσωπο τι την συμφέρει/τι την πάει πίσω, σε τι καλείται να επενδύσει/τι να αποφύγει. Οι συντάκτες της μελέτης, θεωρώντας ότι τα πρώτα 40 χρόνια συμμετοχής της χώρας στην ΕΕ (και τα 20 συμμετοχής στην Ευρωζώνη/εκδοχή «των προθύμων») χαρακτηρίστηκαν «από σωστές στρατηγικές επιλογές» με μετέπειτα «σημαντικές διπλωματικές επιτυχίες στις διαπραγματεύσεις αλλά και πολλές κρίσεις» στις σχέσεις με την υπόλοιπη Ευρώπη, με τονιζόμενο μάλιστα το «πολύ περισσότερες απ’ όσες αναλογούν στο μέγεθος της χώρας», προδήλως ξορκίζουν το σενάριο «Τιτανικού». Κάτι τέτοιο, ως εκ της καταρρεύσεως του περιβάλλοντος οικονομικής σταθερότητας, «θα έπληττε την ανθεκτικότητα της Ελληνικής οικονομίας» (Ενδιαφέρον: η μελέτη θάβλεπε τότε την Ελλάδα να παρασύρεται σε φορολογικό, εργασιακό και περιβαλλοντικό ανταγωνισμό προκειμένου να επιζήσει σε τέτοιο περιβάλλον). Επιπλέον, θα αδυνάτιζε «το πολιτικο-διπλωματικό πλεονέκτημα» μέλους της ΕΕ «ειδικότερα απέναντι στην Τουρκία», αλλά και έναντι «νέων μεταναστευτικών/προσφυγικών κρίσεων» – ενώ στο εσωτερικό θα παροξυνόταν ο «αντιΕυρωπαϊκός εθνικισμός, η κοινωνική και πολιτική πόλωση» και χειρότερα ακόμη δεινά («διάβρωση των κεκτημένων της φιλελεύθερης, μετά το 1974, δημοκρατίας»).

Το σενάριο «Ελάχιστης Ευρώπης» ουσιαστικά διατηρεί τους παραπάνω προβληματισμούς, ως καθυστέρηση των αναγκαίων μετασχηματισμών αλλά κυρίως με «ενδυνάμωση των εθνικιστών και λαϊκιστών στο εσωτερικό της χώρας», ενώ θα αναζητούνταν και πέραν Ευρώπης ερείσματα. Στο σενάριο «των μικρών βημάτων» η μελέτη του ΕΛΙΑΜΕΠ θαβλεπε την Ελλάδα να συμπαρατάσσεται στις προσπάθειες και της οικονομικής εμβάθυνσης «αν και θα επιθυμούσε ταχύτερο ρυθμό», καθώς και να πασχίζει να συμμετάσχει «σε όλες τις δομές στενότερης ολοκλήρωσης, όπως στους τομείς της ασφάλειας και άμυνας».

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή για να δει κανείς ότι η προτιμώμενη εκδοχή πορείας προς έναν ορίζοντα 2040 είναι – για την μελέτη ΕΛΙΑΜΕΠ – στο σενάριο «Συνασπισμού των προθύμων». Όπου στα μεν ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας θεωρείται ότι «η Ελλάδα αποκτά ουσιαστικές εγγυήσεις ασφάλειας από την ΕΕ» (χωρίς ωστόσο να παραβλέπεται/να αποκρύπτεται ότι, στις περιπτώσεις λήψεως αποφάσεων με ενισχυμένη πλειοψηφία, «δεν αποκλείεται να υπάρχουν φορές που η Ελλάδα δεν θα συγκροτεί πλειοψηφία υπέρ των θέσεών της [πράγμα που] θα δημιουργούσε έντονες εσωτερικές τριβές στο εσωτερικό»), ενώ στην δημιουργία σκληρότερου οικονομικού πυρήνα «αν η Ελλάδα μείνει εκτός, είτε λόγω δικής της απροθυμίας/αδυναμίας, είχε λόγω της [αντίθετης] βούλησης ισχυρών Κρατών-μελών, τότε η οικονομική της απόκλιση μάλλον θα επιδεινωθεί».

Εδώ, κάπου θα ανακόψει κανείς την ανάγνωση: πρώτον για να αναγνωρίσει την ειλικρίνεια της μελέτης ΕΛΙΑΜΕΠ, που (έστω ηδυσμένω λόγω αναφέρεται στους σκοπέλους του «Συνασπισμού των προθύμων». δεύτερον για να διερωτηθεί πώς και δεν γινόταν στην πλέον φιλοΕυρωπαϊκή περίοδο της πορείας των προηγούμενων 40 χρόνων αυτού του είδους η συζήτηση πιο οργανωμένα…

Γιατί, από κει και πέρα, η προσέγγιση του σεναρίου «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», με την ομοσπονδίωση της ΕΕ να έχει δημιουργήσει ευνοϊκό περιβάλλον  στην τότε Ελλάδα για «πραγματική οικονομική σύγκλιση με τις ισχυρότερες οικονομίες της ΕΕ» και για «ανήκειν σε μια οικονομική και πολιτική υπερδύναμη», αποκτά σχεδόν επικολυρικούς τόνους. Οι οποίοι κορυφώνονται με τους Έλληνες πολίτες «να αισθάνονται με ουσιαστικό τρόπο πολίτες μιας Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας, που εξασφαλίζει το υψηλότερο επίπεδο δικαιωμάτων και θεσμικών κεκτημένων της ιστορίας τους». Βέβαια και πάλιν υπάρχει κάποια ειλικρίνεια: εγγύηση ασφαλείας ναι, αλλά «ενίοτε συνεπαγόμενη την αναγκαία και όχι ευχάριστη συμμόρφωση με την πλειοψηφούσα άποψη εντός της ομοσπονδίας». Όθεν και το ενδεχόμενο για «εσωτερική αντιπαράθεση με εθνικιστικές δυνάμεις να συσπειρώνονται γύρω από την σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας».

There is no free lunch, όπως διδάσκουν και οι Αγγλοσάξονες. Ή αλλιώς, «μια σχέση [της Ελλάδας με την ΕΕ] υπαρξιακή και σχέση συναλλακτική». Ζήτημα δημοκρατικής επιλογής, εν τέλει…