Οικονομική Επιθεώρηση, Oκτώβριος 2020, τ. 999

από τον Τhe Economist

Πώς εξηγείται ο πλούτος και η φτώχεια

Σκληρή δουλειά και μαύροι κύκνοι: πώς οι ιδέες των

παλιότερων οικονομολόγων επανεξετάζονται και βελτιώνονται

Τον 18ο αιώνα η επιστήμη των Οικονομικών αναδύθηκε ως αποτέλεσμα της προσπάθειας των ανθρώπων να εξηγήσουν κάτι που δεν είχε ποτέ έως τότε συμβεί στο παρελθόν. Ένας μικρός αριθμός χωρών πλούτιζε σε απίθανο βαθμό, ενώ άλλες παρέμεναν πάμπτωχες. Το 1500, η πλουσιότερη χώρα του κόσμου ήταν δύο φορές πιο εύπορη από τη φτωχότερη, ενώ το 1750 η σχετική αναλογία ήταν 5:1. Διόλου τυχαίο που το διασημότερο βιβλίο των Οικονομικών, που εκδόθηκε το 1776, αναζητούσε «τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών».

Προκειμένου να ερμηνεύσουν μια τέτοια διαφορά μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών, οι οικονομολόγοι του παρελθόντος είχαν εμμονή με την κουλτούρα των λαών – μια γενικευτική έκφραση που κατελάμβανε τις πεποιθήσεις, τις προτιμήσεις και τις αξίες των λαών. Ο συγγραφέας του Πλούτου των Εθνών Άνταμ Σμιθ αναζήτησε τους τρόπους με τους οποίους η κουλτούρα βοηθούσε ή παρεμπόδιζε την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Γι’ αυτόν, υπήρχαν ορισμένοι κανόνες που λειτουργούσαν ως προαπαιτούμενο ώστε να ακμάζουν οι οικονομίες της αγοράς: κυρίως να υπάρχει το ίδιο συμφέρον των ανθρώπων, το οποίο όμως να ικανοποιείται με την προσαρμογή του στο συμφέρον των άλλων. Λίγο αργότερα, ο Καρλ Μαρξ ανησυχούσε πως μια κουλτούρα «ανατολικού δεσποτισμού» απέκλειε την ανάδυση του καπιταλισμού στην Ασία.

Οι αναζητήσεις του Άνταμ Σμιθ, του Καρλ Μαρξ και άλλων ήταν συχνά ασαφείς. Τις συγκεκριμενοποίησε Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού του Μαξ Βέμπερ, που κυκλοφόρησε το 1905. Ο Βέμπερ επιχειρηματολόγησε ότι οι Προτεστάντες (και μάλιστα οι Καλβινιστές) υπήρξαν εκείνοι που οδήγησαν την ανάδυση του καπιταλισμού χάρη στην εργασιακή ηθική τους.

Στα μέσα του 20ού αιώνα, αυτού του τύπου οι ερμηνείες πολιτισμικού χαρακτήρα άρχισαν να έχουν λιγότερη πέραση. Η ταχύρρυθμη ανάπτυξη της Ιαπωνίας τη δεκαετία του ‘50, εν συνεχεία εκείνη των «ασιατικών τίγρεων», εκτόπισε τη μαρξιστική/βεμπεριανή προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η δυτική κουλτούρα –και μόνον αυτή– οδηγούσε στην εκβιομηχάνιση. Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη διαθεσιμότητα στοιχείων με βάση τα οποία ήταν πλέον εφικτή στατιστική ανάλυση εξέτρεψε προς άλλες κατευθύνσεις την προσοχή των οικονομολόγων. Γιατί να ασχολείται κανείς με δύσκολα μετρήσιμα στοιχεία όπως η εργασιακή ηθική, όταν μπορεί να τρέχει σε μοντέλα παλινδρόμησης συγκεκριμένα δεδομένα όπως η συσσώρευση κεφαλαίου, οι μισθοί ή η απασχόληση; Το 1970, ο νομπελίστας Ρόμπερτ Σόλοου είχε πει ότι οι προσπάθειες να ερμηνευθεί η οικονομική ανάπτυξη με αναγωγή στην κουλτούρα κατέληγαν σε μια «αναλαμπή ερασιτεχνικής κοινωνιολογίας».

Το ενδιαφέρον όμως για τη διάσταση της κουλτούρας δεν εξέλιπε: τώρα, μάλιστα, επανέρχεται στο κέντρο των πραγμάτων. Ήδη από τη δεκαετία του ‘80, ποσοτικοποιημένες σειρές δεδομένων όπως η World Values Survey για τις αξίες ή η General Social Survey για την παρακολούθηση κοινωνικών παραμέτρων διευκόλυναν την ποσοτικοποίηση των κοινωνικών προτιμήσεων και τη συσχέτισή τους με τις οικονομικές επιδόσεις χωρών. Τώρα πλέον, οι εγκυρότερες εκδόσεις οικονομικών περιοδικών περιλαμβάνουν τακτικά μελέτες οι οποίες ασχολούνται με τη σημασία που έχει η κουλτούρα. Ακόμη και η πιο μαθηματικοποιημένη προσέγγιση κατέληξε να συνειδητοποιεί τα όρια που υπάρχουν στον καθαρό οικονομικό στοχασμό.

Το πιο επιδραστικό έργο για την αναβίωση των Οικονομικών της κουλτούρας ήταν το Making Democracy Work (Πώς θα λειτουργήσει η Δημοκρατία), του Ρόμπερτ Πάτναμ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1993. Αυτός προσπάθησε να εξηγήσει γιατί επί πολλές δεκαετίες η Βόρεια Ιταλία ήταν πλουσιότερη από τη Νότια, υπάγοντας την ερμηνεία του στον γενικευτικό όρο «κοινωνικό κεφάλαιο». Οι άνθρωποι του Νότου χαρακτηρίζονταν από μεγάλη πίστη απέναντι στις οικογένειές τους, όμως φαίνονταν δύσπιστοι προς τους τρίτους – ενώ, αντιθέτως, στον Βορρά οι άνθρωποι σχημάτιζαν ευκολότερα σχέσεις με τρίτους. Στον Βορρά οι άνθρωποι διάβαζαν περισσότερο εφημερίδες, συμμετείχαν συχνότερα σε σπορ και σε πολιτιστικές δραστηριότητες – ενώ ψήφιζαν συχνότερα και σε δημοψηφίσματα. Αυτό, συνεχίζει η θεωρία του Πάτναμ, συμβάλλει στη διαμόρφωση καλύτερης τοπικής αυτοδιοίκησης και σε πιο αποτελεσματικές οικονομικές σχέσεις, οι οποίες με τη σειρά τους δημιουργούν μεγαλύτερο πλούτο – αν και η προσέγγιση Πάτναμ δεν διευκρινίζει ποιος ακριβώς μηχανισμός οδηγεί από το ένα στο άλλο. […]

Στο βιβλίο του A Culture of Growth (Κουλτούρα ανάπτυξης), που εκδόθηκε το 2016, ο Τζόελ Μόκιρ του Northwestern προβάλλει την «αρχή της αμφισβητήσεως» ως εξήγηση του γιατί ορισμένες χώρες εκβιομηχανίστηκαν ενώ άλλες όχι. Οργανισμοί όπως η Royal Society, που ιδρύθηκε το 1660 στο Λονδίνο, λειτούργησαν ως κέντρα ζωηρής ανταλλαγής απόψεων όπου οι άνθρωποι παρουσίαζαν τις ανακαλύψεις τους και έθεταν υπό δυναμική κριτική τις απόψεις άλλων. Εξίσου σημαντικό υπήρξε το ότι, με το πέρασμα του χρόνου, ο στόχος της επιστήμης στη Δυτική Ευρώπη μετακινήθηκε από την «ανέμπνευστη συσσώρευση εμπειρικών δεδομένων», όπως το διατυπώνει ο Τζ. Μόκιρ, προς εκείνες τις ανακαλύψεις που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν στον πραγματικό κόσμο. Η επιστημονική αναζήτηση ήταν ο παράγοντας που έθεσε τα θεμέλια για την ευρωπαϊκή οικονομική ιδιαιτερότητα. Τίποτε το αντίστοιχο δεν συνέβη σε άλλο μέρος του κόσμου.

 

Η λέσχη των πολιτισμικών

Η αναβίωση των πολιτισμικών ερμηνειών για τον πλούτο και τη φτώχεια μπορεί να αποτελεί ένα βήμα προς τα εμπρός – γεννά όμως δύο μεγάλα ερωτήματα. Το πρώτο αφορά την πηγή των στοιχείων που συναπαρτίζουν την κουλτούρα: από πού προέρχονται αυτά; Το δεύτερο είναι γιατί άνθρωποι προερχόμενοι από φαινομενικά παρόμοιες κουλτούρες καταλήγουν να έχουν πολύ διαφορετικές επιδόσεις. Προκειμένου να δώσουν εδώ απαντήσεις, οι οικονομολόγοι οδηγήθηκαν σε καλύτερη εκτίμηση της ιστορίας – ιδίως δε του ιστορικού τυχαίου.

Ας δούμε πρώτα την πηγή των πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Υπάρχουν μελέτες που αφήνουν να φανεί ότι πρόκειται για τη συνέπεια αλλαγών οι οποίες έχουν επέλθει πριν από αιώνες. Μελέτη του Αλμπέρτο Αλεσίνα και δύο συναδέλφων του (το 2013) αναζήτησε τους λόγους της διαφορετικής συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Η Αίγυπτος και η Ναμίμπια είναι σχεδόν το ίδιο πλούσιες, όμως το μερίδιο των γυναικών στο εργατικό δυναμικό στη Ναμίμπια είναι περίπου διπλάσιο απ’ όσο στην Αίγυπτο. Η μελέτη ανάγει αυτή τη διαφορά σε διαφορές στην προβιομηχανική γεωργία και στις περιβαλλοντικές συνθήκες. Η αροτραία καλλιέργεια –που απαντά συχνά στην Αίγυπτο– απαιτεί σωματική ρώμη του άνω μέρους του σώματος, πράγμα που ευνοεί την ανδρική εργασία. Η καλλιέργεια με τσάπα, που είναι συχνότερη στη Ναμίμπια, ταιριάζει καλύτερα στις γυναίκες. Οι επιπτώσεις αυτών των διαφορών στις καλλιεργητικές τεχνολογίες μεταφράζονται στις σημερινές στατιστικές.

Άλλοι οικονομολόγοι πάλι πηγαίνουν στο πιο απόμακρο παρελθόν προκειμένου να ερμηνεύσουν τις ανισότητες εισοδημάτων και πλούτου. Μελέτη του 2019 από τον Μπέντζαμιν Ένκε του Χάρβαρντ ανέδειξε στοιχεία ότι εκείνες οι προβιομηχανικές εθνοτικές ομάδες που βρίσκονταν εκτεθειμένες σε υψηλή παρουσία παθογόνων έδειχναν ισχυρότερους δεσμούς με τους εντός ομάδας – αυτό σήμαινε ισχυρή σύνδεση μέσα στην εκτεταμένη οικογένεια, αλλά καχυποψία προς τους εκτός αυτής. Σε περιοχές όπου υπήρχε η απειλή ασθενειών, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί ήταν ευεργετικοί καθώς περιόριζαν την ανάγκη να ταξιδεύει κανείς, οπότε και ως εκ τούτου μείωναν τους κινδύνους έκθεσης. Οι τόποι με ισχυρά, κλειστά συστήματα πριν από αιώνες τείνουν να είναι φτωχότεροι σήμερα: ο συσχετισμός αυτός αναδείχθηκε ήδη με τη βιομηχανική επανάσταση. Άλλες έρευνες πήγαν ακόμη πιο πίσω, αφήνοντας να φανεί ότι τα σημερινά πολιτισμικά γνωρίσματα προκύπτουν από γενετικές μεταβολές. Αυτή όμως η προσέγγιση παραμένει περιορισμένη, καθώς οι περισσότεροι οικονομολόγοι αισθάνονται άσχημα όταν η συζήτηση στρέφεται στη γενετική.

Ένα άλλο σύνολο ερευνών επικεντρώνει την προσοχή του σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν επαρκείς ερμηνείες για τις διαφορές οικονομικών επιδόσεων. Παράδειγμα οι περιπτώσεις Γουατεμάλας και Κόστα Ρίκα. «Οι δύο χώρες έχουν παρόμοια ιστορία, παρόμοιες γεωγραφικές και πολιτισμικές κληρονομιές, ενώ βρέθηκαν αντιμέτωπες με τις ίδιες οικονομικές ευκαιρίες τον 19ο αιώνα», γράφουν οι Ντάρον Ατζέμογλου και Τζέιμς Ρόμπινσον στο βιβλίο τους The Narrow Corridor (Ο στενός διάδρομος) που εκδόθηκε το 2019. Σήμερα όμως, ο μέσος Κοσταρικανός είναι πάνω από δύο φορές πλουσιότερος από τον μέσο Γουατεμαλτέκο. Η διαφορά αυτή αρχικά φαινόταν τυχαία σύμφωνα με τους Ατζέμογλου-Ρόμπινσον. Τελικά όμως αποδείχθηκε ότι την αιτία αποτελούσε ο καφές: στην Κόστα Ρίκα, η ανάπτυξη φυτειών καφέ για την ευρωπαϊκή αγορά οδήγησε σε πιο ισορροπημένη σχέση κράτους-κοινωνίας, ενδεχομένως επειδή η χώρα είχε πιο οριακή καλλιεργήσιμη γη και μικρότερο κλήρο. Στη Γουατεμάλα, αντιθέτως, προέκυψαν αρπακτικές κυβερνήσεις.

Ως εκ τούτου, πέρα από τη διάσταση της κουλτούρας, όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι στρέφονται στους «θεσμούς»: με αυτόν τον όρο καλύπτονται το νομικό σύστημα κάθε χώρας και το ρυθμιστικό της περιβάλλον. Ορισμένοι πολιτισμικοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η έμφαση που δίνεται πλέον στους θεσμούς δικαιώνει τη δική τους άποψη: τι άλλο είναι οι θεσμοί, αν όχι το προϊόν κανόνων, αξιών και προτιμήσεων; Οι διαφορετικές απόψεις Αμερικανών και Ευρωπαίων σχετικά με τα αίτια των ανισοτήτων, για παράδειγμα, μπορούν εν πολλοίς να εξηγήσουν γιατί το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη είναι πιο γενναιόδωρο απ’ ό,τι στις ΗΠΑ.

Όμως, σε πολλές περιπτώσεις η ανάδυση διαφορετικών θεσμών μπορεί να μην έχει σχέση με την κουλτούρα των χωρών. Μπορεί να πρόκειται για τύχη και μόνο. Ο Τζ. Μόκιρ δείχνει πώς η Ευρώπη, πολυδιασπασμένη σε πλήθος κρατών, πρόσφερε την τέλεια συνθήκη για την ανάπτυξη καινοτομίας: οι διανοούμενοι που αμφισβητούσαν την κατεστημένη σοφία και κινούσαν την οργή των αρχών μπορούσαν να πάνε παραπέρα. (Ο Τόμας Χομπς έγραψε τον Λεβιάθαν του στο Παρίσι.) Αντίθετα, παρατηρεί ο Τζ. Μόκιρ, στην Κίνα οι άνθρωποι της σκέψης δεν είχαν πολλές οδούς διαφυγής. Οι Ευρωπαίοι δεν σχεδίασαν ένα τέτοιο σύστημα. Απλώς προέκυψε […].

Βρίσκονται σήμερα οι οικονομολόγοι πλησιέστερα στο να ανεύρουν την απάντηση στο ιδρυτικό ερώτημα της επιστήμης τους; Αντίθετα με την απλουστευτική βεβαιότητα του Βέμπερ, σήμερα φαίνεται πιθανότερο μερικές χώρες να είναι πλούσιες και άλλες φτωχές λόγω ενός μπλεγμένου συνδυασμού οικονομικών κινήτρων, κουλτούρας και τύχης – ποιος δε από αυτούς τους παράγοντες υπερέχει, αυτό παραμένει ασαφές. Το 1817, ο εκ των πρώιμων οικονομολόγων Τόμας Μάλθους έγραφε σε επιστολή προς έναν άλλο οικονομολόγο της ίδιας εποχής, τον Ντέηβιντ Ρικάρντο: «Οι αιτίες του πλούτου και της φτώχειας των εθνών είναι το μέγα ζήτημα όλων των αναζητήσεων της Πολιτικής Οικονομίας». Η αναβίωση των Πολιτισμικών Οικονομικών μετά από δύο αιώνες μπορεί να βοηθά σ’ αυτή την αναζήτηση – η οποία, όμως, συνεχίζεται.