Πώς μας βρήκε στην οικονομία η Ουκρανική κρίση: «Προσδεθείτε!»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όλες αυτές τις μέρες διαβάζονται και φιλτράρονται μέσα από την Ουκρανική κρίση, τις στάσεις απέναντι στην Ρωσική εισβολή, τις επιπτώσεις σε κάθε επίπεδο. Πάντως, επειδή ήδη γίνεται φανερό ότι οι επιπτώσεις αυτές θα είναι πολύ βαρύτερες από τις πρώτες εκτιμήσεις, καλό είναι να έχουμε μια πρώτη καταγραφή του οικονομικού κλίματος αυτόν τον Φεβρουάριο, που ήδη ανήκει στο παρελθόν.

[Παρενθετικά, εδώ να καταγράψουμε κάτι θετικό: στην χθεσινή συζήτηση στην Βουλή με βάση την ενημέρωση που έκανε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος τα προηγούμενα 24ωρα πήρε πάνω του προσωπικά το να στρέψει την Ελληνική πολιτική σε ευθυγράμμιση με την πιο σκληρή στάση της Δύσης, πάντως της ΕΕ, η συνολική καταγραφή θέσεων των κομμάτων δεν εμφάνισε μεγάλες αποκλίσεις. Αμφισβητήθηκε μόνον η διάσταση αποστολής στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία – συμβολικής, ούτως ή άλλως σε χαρακτήρα. Ενώ τέθηκε και πάλι το ζήτημα της (μη) σύγκλησης Συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών. Όμως, όσον αφορά την καταδίκη της εισβολής και την πρακτική των κυρώσεων προς την Μόσχα, δεν υπήρξε διαφοροποίηση από ΣΥΡΙΖΑ, ούτε από ΚΙΝΑΛ επί της ουσίας].

Πάμε όμως στο «πού μας βρήκε» η Ουκρανική κρίση, για να έχουμε μια βάση εκτίμησης των επιπτώσεων που θα δούμε τους μήνες που έρχονται. Και για να αξιολογούμε εν ροή τα μέτρα που θα λαμβάνονται. Οδηγός η Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ που, θυμίζουμε, εντάσσεται στο κοινό/εναρμονισμένο πρόγραμμα της Γενικής Διεύθυνσης Ec/Fin της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οπότε εξασφαλίζει δι-Ευρωπαϊκή συγκρισιμότητα. Στηρίζεται σε ευρύ αντιπροσωπευτικό δείγμα καταναλωτών και επιχειρήσεων, διεξαγόμενη σε σταθερή μηνιαία βάση.

Λοιπόν: ενώ στην ΕΕ και την Ευρωζώνη ο δείκτης οικονομικού κλίματος κατά τον Φεβρουάριο ανέκαμπτε – προσοχή! μετά από τρεις μήνες υποχώρησης στο κλείσιμο του 2021 – λόγω βελτίωσης στο Λιανικό Εμπόριο, και ενώ παρατηρήθηκε ελαφρά υποχώρηση στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, στην Ελλάδα η εικόνα καταγράφεται κάπως διαφορετική. Σ’ εμάς η καταναλωτική εμπιστοσύνη ήταν βελτιωμένη, όπως και οι προσδοκίες στις Κατασκευές, ενώ υποχώρηση καταγραφόταν και στο Λιανικό Εμπόριο και στην Βιομηχανία.

Συνολικά, ο δείκτης οικονομικού κλίματος βρισκόταν – ξανατονίζουμε: πριν την ενσωμάτωση του σοκ της Ουκρανικής κρίσης – στο υψηλότερο σχεδόν επίπεδο 21 ετών. Στον καθοριστικό τομέα του Τουρισμού, η επαναφορά (ήπιων) περιοριστικών μέτρων – τα οποία τώρα σταδιακά αποσύρονται – δεν έπληξε τις προσδοκίες. Αντιθέτως, στο Λιανικό Εμπόριο ήταν σε επιδείνωση, με αιχμή της υποχώρησης το εμπόριο αυτοκινήτων και την ένδυση-υπόδηση, δηλαδή τα διαρκέστερα αγαθά. Επιδείνωση και στην Βιομηχανία, όπου όμως οι προσδοκίες είχαν φθάσει σε υψηλό 20ετίας.

Στο καίριο πεδίο της καταναλωτικής εμπιστοσύνης – καίριο τόσο επειδή σ’ αυτό διαμορφώνεται συνολικότερα η κοινή γνώμη, όσο και επειδή από την καταναλωτική δαπάνη κινείται δυσανάλογα η Ελληνική οικονομία – καταγράφηκε «περαιτέρω ελαφρά βελτίωση». Το ΙΟΒΕ το αποδίδει αυτό στο ότι «τα νοικοκυριά προεξοφλούσαν βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας συνολικά, όχι όμως [προσοχή, εδώ!] και της δικής της οικονομικής θέσης». Γι’ αυτό ακριβώς, το ΙΟΒΕ παίρνει πάνω του να επισημάνει ότι η εφεξής εξέλιξη θα εξαρτηθεί από την Ουκρανική κρίση «με τις τελικές επιπτώσεις να είναι πρόωρο να εκτιμηθούν».

Μάλιστα το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι πέρα από τις επιπτώσεις σε επίπεδο ενεργειακών τιμών, οι μεσοπρόθεσμες γεωπολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις (ανάγνωθι: από το πλέγμα των κυρώσεων) θα είναι ευρύτερα σημαντικές. Γι αυτό, άλλωστε δίνει έμφαση στο πώς θα κινηθούν τώρα οι αντιδράσεις πολιτικών των διεθνών Οργανισμών (για μας: ΕΕ) και των Κεντρικών Τραπεζών. Τελική παρατήρηση: «ενώ τα δημοσιονομικά περιθώρια αντίδρασης των Κυβερνήσεων είναι σχετικά περιορισμένα» μετά την διετία της πανδημίας.

Μετάφραση: «Προσδεθείτε!»