Ψηφιοποιώντας τα ίχνη των προσφύγων του ’22

του Χάρη Γ. Σαββίδη

Ο Ηλίας Παπαϊωάννου παρουσιάζει ευρήματα της έρευνας, στη διάρκεια της συζήτησης που είχε με τον Νίκο Βέττα (ΙΟΒΕ) στο φετινό Φόρουμ των Δελφών, υπό τον συντονισμό του Αντώνη Παπαγιαννίδη

Το 2022 είναι έτος μνήμης της Μικρασιατικής Καταστροφής, και ως εκ τούτου μια ευκαιρία αναδρομής στο μείζον προσφυγικό ζήτημα που αντιμετώπισε τότε η Ελλάδα – και που όλοι γνωρίζαμε ότι επικαθόρισε την εφεξής πορεία της ελληνικής κοινωνίας, της οικονομίας, του πολιτικού συστήματος. Σε μια εποχή με περισσότερους από 80 εκατομμύρια «αναγκαστικά εκτοπισμένους» παγκοσμίως (σύμφωνα µε τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας), η μελέτη του αποτυπώματος των προσφύγων του ‘22 στην πολιτική και οικονομική ιστορία της χώρας μπορεί να δώσει ενδιαφέροντα διδάγματα.

“Και όντως αυτά που βρίσκουμε έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον”, υποστήριξε ο (καθηγητής στο London Business School) Ηλίας Παπαϊωάννου, παρουσιάζοντας στο φετινό Φόρουμ των Δελφών μερικά από τα συμπεράσματα ενός μεγάλου ερευνητικού προγράμματος.

Επίκεντρο του προγράμματος είναι το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου το Εργαστήριο Εφαρμογών Πληροφορικής και Υπολογιστικών Οικονομικών (με διευθυντή τον αναπληρωτή καθηγητή Υπολογιστικής Προσομοίωσης, Θανάση Σταυρακούδη) έχει δημιουργήσει βάση δεδομένων με τα ονόματα και την πορεία περίπου 600.000 αγροτών και αστών προσφύγων. Αφού συγκεντρωθούν, τα δεδομένα αναλύονται και ερμηνεύονται από ομάδα ακαδημαϊκών, υπό τον συντονισμό του καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μπράουν, Στέλιου Μιχαλόπουλου και με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του Ηλία Παπαϊωάννου, του επίκουρου καθηγητή Οικονομικών στο King’s College Σεϊγιούν Σακαλί και του αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Νίκου Μπένου.

Για κάθε τοποθεσία εγκατάστασης στην Ελλάδα το πρόγραμμα εντοπίζει τις περιοχές προέλευσης των προσφύγων (πάνω εικόνα) και αντιστρόφως, για κάθε περιοχή στην Ανατολία εντοπίζονται τα μέρη όπου κατέληξαν οι πρόσφυγες (κάτω εικόνα)

Στόχος είναι να αποτυπωθεί ψηφιακά η πρώτη μεγάλη μετακίνηση πληθυσμού του 20ού αιώνα, συνδέοντας τα μέρη προέλευση με τους τόπους προορισμού και εγκατάστασης των προσφύγων. Κύρια πηγή των στοιχείων είναι η απογραφή του 1928, εκείνες που ακολούθησαν, λοιπά επίσημα αρχεία (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Κοινωνία των Εθνών κλπ) καθώς και δευτερογενείς πηγές (βιβλία, διηγήσεις προσφύγων κλπ).

Απόσπασμα χειρόγραφης δήλωσης για εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία που χάθηκαν στην Ανατολία

Ενδεικτική του μεγέθους του εγχειρήματος είναι η προσπάθεια ψηφιοποίησης των στοιχείων για τις περιουσίες που άφησαν πίσω τους οι πρόσφυγες: Πρόκειται για περίπου 4.000 χειρόγραφα πρακτικά με αναλυτικές δηλώσεις για εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία (κινητά και ακίνητα) που χάθηκαν στην Ανατολία, τα οποία καλύπτουν πάνω από 1 εκατομμύριο σελίδες και βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, μέσα σε 30 κούτες των Αρχείων Εκτιμητικών Επιτροπών Ανταλλαξίμων, του υπουργείου Γεωργίας.

Καθώς αυτά τα στοιχεία αξιοποιούνται, προκύπτει ανάγλυφα η εικόνα της εξέλιξης των προσφύγων, της προκοπής τους, οικονομικής και εκπαιδευτικής, της εκλογικής/πολιτικής συμπεριφορά τους αλλά και της όσμωσης των πολιτισμικών στοιχείων που έφεραν με εκείνα που βρήκαν (με έμφαση στη μουσική και ειδικότερα στα Ρεμπέτικα). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σύγκριση του επιπέδου εκπαίδευσης σε αγροτικές περιοχές με εγκατάσταση προσφύγων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το χάσμα των πρώτων χρόνων μεταξύ προσφύγων και γηγενών γεφυρώθηκε γρήγορα – ακόμα στην πρώτη γενιά προσφύγων. Μάλιστα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα προσφυγικά χωριά ξεπερνούν σε ποσοστό αποφοίτων γυμνασίου τα γειτνιάζοντα χωριά γηγενών, επιβεβαιώνοντας την τάση που καταγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία, οι πρόσφυγες που χάνουν την περιουσία τους, να στρέφονται σε ανθρώπινο κεφάλαιο.