Προσγειώνοντας και επαναστοχεύοντας την συζήτηση για τον τουρισμό

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Βλέπαμε χθες πώς – από Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον, 10η Έκθεση Ενίσχυσης Εποπτείας/ΕΕ και επισκόπηση… του Άρθρου IV/ΔΝΤ – προσεγγίζεται η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας και οι προοπτικές της από τους ξένους Οργανισμούς στην στιγμή – τομή ανοίγματος της τουριστικής περιόδου. Χρήσιμο όμως να δούμε μια ματιά «δικού μας» φορέα – του ΚΕΠΕ – σχετικά με μια διάσταση που και οι δυο παραπάνω αναλύσεις ενέταξαν στην δική τους προσέγγιση για το 2021, μια διάσταση που συνεχώς αναφέρεται στην δημόσια συζήτηση: την συνεισφορά του τουρισμού στην φετεινή ανάπτυξη.

Η προσέγγιση του ΚΕΠΕ ξεκινά με την διαπίστωση ότι – με υπόθεση εργασίας τουριστικές εισπράξεις φέτος στο 50% εκείνων του 2019 – επιτυγχάνεται μια κατά 2,89% αύξηση του ΑΕΠ απ’ αυτήν την πηγή, δηλαδή «σημαντικά μεγαλύτερο μέρος της προβλεπόμενης ανάπτυξης για το 2021». Με δεδομένο ότι ο πολλαπλασιαστής του τουρισμού είναι μεγαλύτερος από τον μέσο όρο της οικονομίας, και δη από εκείνον των εξαγωγών ή των επενδύσεων, αλλά και ότι αυτό συμβαίνει την στιγμή που οι δημόσιες δαπάνες (οι οποίες έχουν τον ακόμη μεγαλύτερο πολλαπλασιαστή…) προβλέπεται να παραμείνουν περίπου στάσιμες φέτος μετά την «αναγκαστική» αύξηση του 2020, η αύξηση των τουριστικών εισπράξεων είναι «καταδικασμένη» να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη για το 2021. Και τούτο ακόμη περισσότερο, επειδή ένας στόχος 50% των εισπράξεων του 2019 αποτελεί διπλασιασμό εκείνου που επετεύχθη το 2020…

Όμως η διαπίστωση του ΚΕΠΕ – που ανταποκρίνεται στην συνήθως επικρατούσα στην δημόσια συζήτηση – δεν σταματάει εδώ. Όντως, καταγράφεται κάτι που αρκετά συχνά παρακάμπτεται οσάκις γίνεται λόγος για τον τουρισμό ως «ατμομηχανή της οικονομίας»: στην διακεκαυμένη ζώνη του 2008-19, που οι αυξήσεις των τουριστικών εισπράξεων ξεπέρασαν συνολικά το 56%, παρατηρήθηκε υποχώρηση του ονομαστικού ΑΕΠ της Ελλάδας της τάξεως του 24,2%! Όσο λοιπόν κι αν οι θετικές επιπτώσεις από την χρηματοδότηση δράσεων του Ταμείου Ανάκαμψης θα αποτελέσουν την επόμενη Μεγάλη Λευκή Ελπίδα – όμως από το 2022 και μετά – για φέτος είναι εντελώς κρίσιμο να ανταποκριθεί στις προσδοκίες ο τουρισμός. Οπότε, οι τριγμοί των τελευταίων ημερών (ιδίως η Βρετανική άρνηση χαλάρωσης) που κάνουν τον στόχο εισπράξεων 50% του 2019 να χλωμιάζει, ευλόγως προβληματίζουν για την συνέχεια…

Κλείνουμε αυτήν την προσέγγιση με μια επισήμανση επί της αναφοράς του ΚΕΠΕ στις φετεινές προοπτικές του τουρισμού: «ο τουρισμός, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών του δεν μπορεί μακροχρόνια να παίξει τον ρόλο «ατμομηχανής» της ελληνικής οικονομίας». Αυτά τα ειδικά χαρακτηριστικά, λοιπόν, είναι ακριβώς εκείνα που χρειάζεται να μεταβληθούν κατά το δυνατόν. Μια κατεύθυνση είναι η επιμήκυνση της τουριστικής σαιζόν – κάτι που, για το 2021, μπορεί και να προκύψει ενδογενώς, μέσα από τον βηματισμό του ανοίγματος των κοινωνιών προέλευσης του τουριστικού ρεύματος που μας φθάνει. Μια άλλη κατεύθυνση όμως δεν μπορεί παρά να είναι η αναζήτηση πιο εξειδικευμένων μορφών τουριστικής δραστηριότητας. Δηλαδή μας μετεξέλιξης του τουριστικού προϊόντος που προσφέρει η Ελλάδα.

Στα όρια, λοιπόν, αυτής της προβληματικής – της μετεξέλιξης του τουριστικού προϊόντος – συναντά κανείς μιαν άλλη είδηση: την ανακοίνωση της διαΝΕΟσις, ότι σε συνεργασία με τα υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Τουρισμού, καθώς και τον Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. (αυτός είναι ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, μετεξέλιξη του ΕΚΠΑΑ/Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης) επιχειρείται να στηθεί μια λειτουργική μελέτη για Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Οργάνωσης και Ανάπτυξης Τουρισμού στις Περιοχές Natura. Οι περιοχές Natura αποτελούν διόλου αμελητέο ποσοστό της συνολικής επιφάνειας της χώρας – 202 Ζώνες Ειδικής Προστασίας και 21 Τόποι Κοινοτικής Σημασίας.Η είδηση ηχεί σαν να αποτελεί αυτοαντίφαση: είχαμε καταλήξει να θεωρούμε ότι οι περιοχές Natura 2000 αποτελούν «κόκκινη ζώνη» ως προς την εφαρμογή οποιωνδήποτε λειτουργιών και δράσεων με αναπτυξιακό περιεχόμενο. Εκείνο λοιπόν που φαίνεται να επιχειρείται, είναι ακριβώς η υπέρβαση αυτού του στερεοτύπου: η ανάδειξη δηλαδή δυνατοτήτων ώστε να συνδυάζεται η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος με ήπιες δραστηριότητες, που συμβάλλουν συμμετέχουν στην  ίδια την έννοια της προστασίας.

Δύσκολα, πλην ενδιαφέροντα πράγματα.