Προσγειώσεις: το Γερμανικό φρένο και πού οδηγεί

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όταν, καλοκαίρι πλέον του 2020 και αφού η πανδημία του Covid-19 είχε αφήσει να φανούν καθαρά οι σοβαρές υφεσιακές επιπτώσεις της αλλά και οι αποδιαρθρωτικές συνέπειες στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα (άλλη η ανθεκτικότητα της Γερμανίας, άλλη της Ιταλίας. βαρύτερη δε όλων η μοίρα μιας Ελλάδας μετά από 10 χρόνια Μνημονίων), κατορθώθηκε να συμφωνηθεί το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας/η προσέγγιση Next Generation EU, δικαίως ειπώθηκαν και γράφηκαν πολλά για ένα νέο στάδιο στην Ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Όχι μόνο, όχι τόσο λόγω του μεγέθους της χρηματοδότησης που αποφασίσθηκε – 750 δις ευρώ για τους «27», σχεδόν 32 δις για την Ελλάδα – ούτε καν λόγω του ότι μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης έγινε δεκτό να είναι grants – κάπου 19 δις στην δική μας περίπτωση. Αντιθέτως, μεγάλη ιδεολογική Ευρωεπένδυση έγινε στο ότι η χρηματοδότηση αυτής της παρέμβασης αποφασίστηκε/έγινε δεκτό να χρηματοδοτηθεί με από κοινού, δια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δανεισμού στις αγορές. Αυτό σήμανε προσπέρασμα του ταμπού της αμοιβαιοποίησης χρέους – ενός ταμπού που είχε μεν ρίζα στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, όμως πολιτικά αγκυρωνόταν στο Γερμανικό interdictum κάθε ιδέας για «Ένωση δημοσιονομικών μεταβιβάσεων»/Transfer Union. Ήδη, σε ανερχόμενο κύμα Ευρω-ενθουσιασμού, αρκετοί έκαναν λόγο για ένα ακόμη βήμα στην κατεύθυνση μιας Ομοσπονδιακής Ευρώπης…

Ακριβώς αυτήν την συζήτηση έκοψε απότομα η (νέα) παρέμβαση του Bundesverfassungsgericht που, με ψηφισμένη στην Κάτω και την Άνω Βουλή της Γερμανίας – Bundestag και Bundesrat – την συμφωνία για  NGEU (και για την χρηματοδότησή του, με νέους ίδιους πόρους της ΕΕ στο βάθος), «σταμάτησε» την τελική κύρωσή της μέχρι να εκδικασθούν προσφυγές που έχουν κατατεθεί από ομάδα Γερμανών πολιτών («Συμμαχία για την Λαϊκή Βούληση»/ “Buendnis Buergerwille”). Μέχρι λοιπόν να κριθούν επί της ουσίας αυτές οι προσφυγές – που παραπέμπουν και στις απαγορεύσεις των Ευρωπαϊκών συνθηκών αλλά και σ’ εκείνες του Γερμανικού Συντάγματος που αποκλείει την ανάληψη ξένου χρέους – οι διαδικασίες κύρωσης σταματούν («δεμένα τα χέρια του Προέδρου Στάινμαγιερ για την προσυπογραφή του»). Και οι μεν πιθανότητες να εκτροχιασθεί, γι’ αυτόν τον λόγο/μ’ αυτήν την βάση το NGEU είναι περιορισμένες. περισσότερο καθυστέρηση θα υπάρξει, αν και δίπλα στην Buendis Buegrewille κινείται ήδη πολιτικό κόμμα – η υπερσυντηρητική AfD – προς ανάλογη προσφυγή. Καθώς, δε, η Γερμανία περιέρχεται σε προεκλογική φάση, το θέμα υπόσχεται/απειλεί να  γίνει κεντρικό ζήτημα σε μια φάση όπου οι Χριστιανοδημοκράτες/CDU-CSU έχουν ήδη πιεσθεί εκλογικά, κανείς δεν μπορεί να πει πόσο όλα αυτά θα δημιουργήσουν ανάσχεση. (Μην ξεχνάμε ότι, αντίστοιχες τοπικές εκλογές στην Γερμανία είχαν καθυστερήσει την. Ευρωπαϊκή «διάσωση» της Ελλάδας την εποχή της Κυβέρνησης ΓΑΠ, με αποτέλεσμα να διογκωθεί το κόστος της…).

Και πάλι, πάντως, το αληθινό ζήτημα δεν είναι οι καθυστερήσεις. Οι οποίες, βέβαια, σ’ εμάς στην Ελλάδα κοστίζουν βαρύτερα – αυτήν την εβδομάδα είναι να οριστικοποιηθεί το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης, με αρκετό ταρατατζούμ προσδοκιών για έξοδο από την κρίση, για εκταμιεύσεις Ευρωπαϊκών πόρων μέσα στο καλοκαίρι κοκ. Και τούτο παρά το γεγονός ότι το φιλόδοξο Ελληνικό Σχέδιο φαίνεται να ψαλιδίζεται ήδη κατά αρκετά πιο ώριμα και «εύκολα» έργα – οδικά, ηλεκτροκίνηση σιδηροδρόμων, φυσικό αέριο…. Όχι, το πιο σημαντικό είναι ότι οι υψηλές προσδοκίες για νέα εποχή στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προσγειώνονται ταχύτατα με το κόκκινο σήμα του BVG. Ενώ και, στην εφαρμογή του NGEU στην πράξη θα στοιχηματίζαμε ότι θα ισχύσουν αυστηροποιημένοι κανόνες – έτσι ώστε να αποκρουσθούν προκαταβολικά οι Γερμανικές επιφυλάξεις απέναντι σε μια «Ένωση Μεταβιβάσεων/Transfer Union. Την δε επιχειρηματολογία των Γερμανών δικαστών, πιστέψτε μας, μια επιχειρηματολογία που ανακινεί ως ζήτημα και το πώς ο Ευρωπαϊκός Νότος θα αξιοποιήσει τα κονδύλια του Ταμείου αλλά και το πώς θα γίνει η αποπληρωμή των δανείων, αλλά και ο έλεγχος της χρήσης των grants, θα την βρούμε μπροστά μας σε κανονισμούς και διαδικασίες. Το Γερμανικό φρένο εκεί οδηγεί: σε déjà vu δυσλειτουργικότητα των παρεμβάσεων.