Πώς τα κατάφερε – πολύ καλά – η Ελλάδα με τα Ευρωπαϊκά κονδύλια, έως τώρα

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Καθώς ολοκληρωνόταν ένα ακόμη βήμα στη διαδικασία οριστικοποίησης του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης – με τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνει υψηλού προφίλ παρουσίαση ενόψει συζήτησης στη Βουλή και προώθησης προς έγκριση στους μηχανισμούς των Βρυξελλών – έκλεινε και ένας άλλος κύκλος: εκείνος των 40 χρόνων συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΟΚ/Ευρωπαϊκή Κοινότητα/ΕΕ. Συνεπώς και 40 χρόνων απόληψης Κοινοτικών χρηματοδοτήσεων.

Ένας βετεράνος των Κοινοτικών, ο Αλέκος Κρητικός, που είχε επιστρατευθεί στην διεκδίκηση, προετοιμασία και διαχείριση όλης αυτής της υπόθεσης, από την εποχή των Ολοκληρωμένων Μεσογειακών Προγραμμάτων/ΜΟΠ (κι ακόμη νωρίτερα, από τα pilots των ΜΟΠ), ύστερα του Πακέτου Ντελόρ, εν συνεχεία με την κανονικοποίηση των ΕΣΠΑ, και ο οποίος τα τελευταία χρόνια παρατηρεί εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη διαπραγματεύσεων και διαρθρωτικών χρηματοδοτήσεων, πήρε την πρωτοβουλία να αναδείξει εκλαϊκευτικά το πώς/πόσο σε όλες τις περιόδους η Ελλάδα κατόρθωσε να βρεθεί με την καλύτερη επίδοση απολαβών από την ΕΕ.

(Θα διστάζαμε να το ακολουθήσουμε στην γενίκευση περί διαχρονικού success story, καθώς δίπλα ακριβώς από την ροή των κονδυλίων από ΕΕ λειτούργησε η αιμορραγία του εμπορικού ισοζυγίου λόγω – και – αποσάθρωσης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας σ’ αυτές τις τέσσερις δεκαετίες, ή πάντως στην περίοδο μέχρι την αρχή των Μνημονίων/ «διάσωσης» της Ελληνικής οικονομίας. Όμως… αυτή είναι μια άλλη συζήτηση).

Καθώς λοιπόν θα λουόμεθα υπό τα νάματα της αισιοδοξίας για την βοήθεια στο restart της οικονομίας μετά τον κορωνοϊό χάρις στα δις του NGEU/Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας – όλες οι επίσημες αναφορές μιλούν καλά για το Ελληνικό προσχέδιο, αν και «κάτι» ροκανίζει χρηματοδοτήσεις αυτοκινητοδρόμων, ηλεκτροκίνησης σιδηροδρόμων, έργων φυσικού αερίου – καθώς και το εμπόδιο της Γερμανικής δυσανεξίας σε κάθε ιδέα μεταβιβάσεων/Transfer Union, με το μπλοκάρισμα του Bundesverfassungsgericht μας διαβεβαιώνουν ότι θα αρθεί (εγκαίρως), πολύτιμο είναι το να θυμόμαστε πώς πήγε το πράγμα αυτό από την αρχή. Λοιπόν:

Το ξεκίνημα γίνεται με την ΕΟΚ των «10», όταν η Ελλάδα του 3,5% του πληθυσμού «τραβάει» το 6,1% των κονδυλίων της Κοινότητας. Όταν, δε, περνούμε διαδοχικά στους «12» με την ένταξη των ανταγωνιστικών χωρών της Ιβηρικής, αλλά και των «15» με εκείνη των πλουσιότερων κεντρικών/βόρειων, η Ελλάδα φθάνει να απορροφά το 9,1% του συνόλου των πόρων. Έτσι που οι χρηματοδοτήσεις των Διαρθρωτικών Ταμείων αυξάνονται, «σε αντιστάθμισμα» των διευρύνσεων και με ισχυρή διαπραγματευτική παρουσία της Ελλάδας – από την εποχή Ανδρέα Παπανδρέου/Θόδωρου Πάγκαλου, μέχρι και την κανονικοποίηση των ετών Κώστα Σημίτη και με την δημιουργία μιας «Κοινοτικής νομενκλατούρας» στην Ελληνική δημόσια διοίκηση – την δεκαετία 2007-2016, δηλαδή μετά και την διεύρυνση στους «25» με την (εξόχως ανταγωνιστική συμμετοχή των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, οι απολήψεις της Ελλάδας παραμένουν υψηλές. Κυρίως από τα κονδύλια συνοχής, αλλά και από την διατήρηση των γεωργικών προγραμμάτων, οι συνολικές απολαβές διαμορφώνονταν στα 5.547 ευρώ/κάτοικο: αυτό είναι 50% περισσότερο από την Ιρλανδία (θεωρούμενη «χώρα-αστέρι» στην ΕΕ), ή πάλι 53% περισσότερο από την Πορτογαλία, 87% περισσότερο από τις χώρες της μεγάλης διεύρυνσης (στους «25», το 2004), και 125% περισσότερο από την Ισπανία…

Από τις απολήψεις αυτές, 3663 ευρώ/κάτοικο προέρχονταν από την πολιτική συνοχής. Εδώ, η εξέλιξη είναι ακόμη πιο θετική: από 13,3 ευρώ/κάτοικο το 1981, οι εισπράξεις βρίσκονταν στα 108 ευρώ/κάτοικο το 1991, στα 175 το 1992, στα 217 το 1993. Εν συνεχεία υπάρχουν διακυμάνσεις με 253 ευρώ το 2000 και με απογείωση στο 504 ευρώ το 2008. (Αν παρακολουθήσει κανείς την καμπύλη, διαπιστώνει ότι και οι Κυβερνήσεις Κ. Μητσοτάκη και Κ. Καραμανλή συνέχιζαν κάθε φορά την διαπραγματευτική λογική των προηγούμενων/επομένων. Είχε χτιστεί μια consensus-built δυναμική). Απότομη μείωση – στα 278 ευρώ/κάτοικο – έχουμε μετά το 2016: τότε, όμως, οι χώρες της Ανατ. Ευρώπης έχουν «μάθει» πλέον την διεκδικητική διαπραγμάτευση.

Ούτε ή άλλως, έτσι φθάνουμε και στην τωρινή/αυριανή εικόνα της περιόδου 2021-27, με την Ελλάδα στην πρώτη θέση του Ταμείου Ανάκαμψης (1605 ευρώ/κάτοικο) και στις 3-4 καλύτερες συνολικά στους πόρους συνοχής. Με κύριους σταθμούς την διαπραγμάτευση (και υλοποίηση, η οποία έφερε την αίσθηση «σωστού στοιχήματος» στις Βρυξέλλες εποχής Ντελόρ) των ΜΟΠ, εν συνεχεία την μείζονα μεταρρύθμιση των Διαρθρωτικών Ταμείων του 1988, αλλά και τον νέο διπλασιασμό του ΚΠΣ 1994-99 και με κανονικοποίηση των ΕΣΠΑ εν συνεχεία, η πορεία της Ελλάδας υπήρξε σταθερά ανοδική. Επιπροσθέτως, διεκδικήθηκαν με επιτυχία πόροι από μικρότερα πλην χρήσιμα προγράμματα: InterReg, Horizon, αλλά και χρηματοδοτήσεις Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων/Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων.

Άλλη ιστορία, βεβαίως, η χρήση όλου αυτού του πακτωλού των πόρων. Το αν δηλαδή η Ελληνική οικονομία που ήδη έβλεπε την παραγωγική της βάση να «αδειάζει» από την άρση της προστασίας των δεκαετιών 1960-70, έζησε μιαν επιπρόσθετη Dutch disease, δηλαδή αν απέκτησε εξάρτηση από κοινοτικούς πόρους που περισσότερο πήγαν/κατέληξαν σε κατανάλωση, αντί για επένδυση σε ανταγωνιστικά προϊόντα. Αυτή είναι άλλωστε η αληθινή, τωρινή πρόκληση άλλωστε. (Ορισμένα από τα στοιχεία που αναδεικνύει ο Αλέκος Κρητικός προέρχονται από μελέτη άλλου βετεράνου των Ευρωπαϊκών: του Αχιλλέα Μητσού στα πλαίσια ΕΛΙΑΜΕΠ. Εκπροσώπου, εκείνου, μιας διαφορετικής εκδοχής διαπραγμάτευσης έναντι των Βρυξελλών. Κι αυτή, όμως , άλλη ιστορία).