Ψύχραιμα ερωτήματα γύρω από το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Καθώς λοιπόν η Ευρωπαϊκή πτυχή του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης παίρνει τον δρόμο για τις Βρυξέλλες – δηλαδή για την τελική έγκριση του σχεδιασμού απορρόφησης των περίπου 32 δις ευρώ από πόρους του NGEU, που στόχος είναι να κινητοποιήσουν 57 δις σε συνολικές επενδύσεις (και σε χρηματοδότηση μεταρρυθμίσεων: μην τις ξεχνούμε τις μεταρρυθμίσεις, που κατά την λογική της Έκθεσης Πισσαρίδη αποτελούν προαπαιτούμενο για να καταστεί η Ελλάδα θετική επενδυτική πλατφόρμα) – αρχίζουν και κατασταλάζουν ορισμένα ερωτήματα για το ποσοτικά και τα ποιοτικά δεδομένα του Σχεδίου «Ελλάδα 2.0» στο σύνολό του.

Ένα πρώτο ξεκίνημα είναι η προσδοκία για ρυθμούς ανάπτυξης και για πρόσθετες θέσεις εργασίας, όπως αυτά διατυπώθηκαν από τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην παρουσίαση του «Ελλάδα 2.0» – με ό,τι κρύβει/φανερώνει σε επιθυμία νέου ξεκινήματος το «2.0». Λοιπόν: 7% πρόσθετο ΑΕΠ με ορίζοντα 6ετίας, δηλαδή κάτι σαν 12-14 δις ευρώ σε επιπλέον προϊόν, συν 180.000 πρόσθετες θέσεις εργασίας. Όμως … μια στιγμή! Η ένεση των 32 δις, ή μάλλον των 57 δις μαζί με την συμμετοχή στο Ελλάδα 2.0 του ιδιωτικού τομέα και του τραπεζικού δανεισμού, θα είναι κάτι σαν 18-20% ενός ετήσιου ΑΕΠ για το πρώτο μέγεθος, κάτι σαν 35% για το δεύτερο. Με τι πολλαπλασιαστή βγαίνει τόσο συγκρατημένη η απόδοση τόσο σημαντικής επενδυτικής ένεσης;

Όσο για τις καημένες τις 180.000 νέες θέσεις εργασίας, συγκρίνονται αρκετά χλωμά με τις 726.000 ανέργους του Δεκεμβρίου 2020 – προσέξτε, δε!, οι καταμετρούμενοι άνεργοι είχαν σημειώσει, μας λένε, κατά 45.000 μείωση (-5,8%) έναντι του Δεκεμβρίου 2019, δηλαδή… μέσα στην πανδημία. [Η εξήγηση βρίσκεται στις προϋποθέσεις διατήρησης της απασχόλησης όσων επιχειρήσεων μπαίνουν σε προγράμματα στήριξης, συν ο τρόπος καταγραφής των ευρισκόμενων σε αναστολή]. Γενικώς θέλει αυτοσυγκράτηση η αναφορά στα στοιχεία ανεργίας – αλλά κι αν δει κανείς την συνολική απασχόληση (3.880.000 στο τέλος 2020) , ο στόχος των 180.000 πρόσθετων θέσεων δεν εντυπωσιάζει.

Αν, μάλιστα, θυμηθεί κανείς τους υπολογισμούς σχετικά με το επενδυτικό κενό της Ελληνικής οικονομίας – στα 100-130 δις ευρώ, ανάλογα με τους υπολογισμούς (ΣΕΒ, ΙΟΒΕ, Εκθ. Πισσαρίδη) – αλλά και το γεγονός ότι τα 57 δις που μόλις είδαμε προστίθενται – σε ορίζοντα ανάλογο με το 2021-26 του NGEU – τα κονδύλια και του νέου ΕΣΠΑ του 2021-27 και οι ροές Γεωργικού Ταμείου, βλέπει μιαν εικόνα θαμβωτικής επενδυτικής επάρκειας. Καθώς, δε, δεν γίνεται! μετά το τέλος της πανδημίας θα έχουμε και ένα rebound/φαινόμενο ελατηρίου (το θυμόσαστε;), με κάτι σαν 3,5% για το 2021 και 5% το 2022 (ημι-αισιόδοξη πρόβλεψη Βρυξελλών) διερωτάται κανείς: όλη αυτή η νέα εποχή του «Ελλάδα 2.0» δεν θάπρεπε να αποδίδει κάτι πιο ενθουσιώδες σε ανάπτυξη;

Θα μπορούσε, εδώ, να απαντηθεί ότι όταν λίγο-πολύ το σύνολο των Ελληνικών Μέσων Ενημέρωσης τοποθετείται εκστατικά για το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0», όταν και οι Financial Times προστρέχουν ανάλογα και οι (προσεκτικά ανώνυμες) πηγές Βρυξελλών επαινούν με κάθε ευκαιρία, προφανώς κάποιο κρυφό σημείο γοητείας μας διαφεύγει. Ένα τέτοιο κρυφό σημείο είναι – ενδεχομένως – ότι με την χρηματοδότηση μέτρων στήριξης κατά την διάρκεια της πανδημίας, διάρκεια που όλο και μακραίνει και μακραίνει κι άλλο, έχουν «προκατανεμηθεί» πόροι που θα συμψηφισθούν με δράσεις οι οποίες καταγράφονται ως μελλοντικές: αυτές είναι π.χ. όσες αφορούν ανθρώπινο δυναμικό. Ένα δεύτερο κρυφό σημείο μάλλον είναι ότι, από τους σχεδιασμούς Πράσινης Μετάβασης κυρίως το Πρόγραμμα «Εξοικονομώ» υπόσχεται κινητοποίηση του εγχώριου δυναμικού (και πάλι: αλουμίνια, εγκαταστάσεις – όχι το πιο προχωρημένο τμήμα). Ηλεκτροκίνηση των μεταφορών, αποθήκευση ενέργειας, δίκτυα, αυτά  μάλλον προς εισαγωγές δείχνουν.

Ή πάλι, σ’ ένα πρόγραμμα λογικής «2.0», δηλαδή ριζικά μελλοντοστραφές, η διάσταση της Ψηφιακής Μετάβασης, σε συνολικούς επενδυτικούς πόρους που θα κινητοποιηθούν (πάντα κατά την πρωθυπουργικό παρουσίαση) είναι λιγότερη από 10% του συνόλου.

Αυτά και άλλα παρόμοια ερωτήματα γύρω από το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0» θα απαντώνται καθ’ οδόν. Μένει βέβαια (α) να «ξεκολλήσει» Ευρωπαϊκά το NGEU και η χρηματοδότησή του, (β) οι κανόνες εκταμίευσης και ελέγχου του – εξαιρετικά εμπροσθοβαρούς – προγράμματος να μην υπονομεύσουν τις δράσεις του «Ελλάδα 2.0». Στην πράξη.