Ημπορεί κάλλιστα και η Ελλάς να γίνη τουριστική χώρα

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2022, τ.1025

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ

του Γιώργου Βαϊλάκη

Ο τουρισμός στη σύγχρονη Ελλάδα ξεκίνησε να αναπτύσσεται κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, για να διαμορφωθεί σταδιακά σε αυτό που έγινε γνωστό ως μαζικός τουρισμός. Αλλά η συζήτηση για τις προϋποθέσεις ανάπτυξής του είχε ξεκινήσει από νωρίς, όταν ακόμα δεν υπήρχαν οι κατάλληλες υποδομές για τη «βιομηχανία των ξένων».

Ανατρέξαμε στο αρχείο της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως και εντοπίσαμε το άρθρο με τίτλο «Η βιομηχανία του τουρισμού» (τεύχος 31, Ιανουάριος 1937), όπου επιχειρείται να αποτυπωθεί η τότε κατάσταση του –υπό διαμόρφωση– τουριστικού φαινομένου: «Μεταξύ των ολίγων χωρών αι οποίαι συγκεντρώνουν αξιόλογα προσόντα δυνάμενα να προκαλέσουν παγκόσμιον ενδιαφέρον καταλέγεται και η Ελλάς. Η σημασία όμως των προσόντων της Χώρας μας από της πλουτοπαραγωγικής πλευράς, μόλις εσχάτως ήρχισεν εκτιμωμένη δεόντως, γενομένων αντιληπτών ωφελημάτων, τα οποία προσπορίζεται κάθε χώρα εκ της εν αυτή αναπτύξεως σημαντικής τουριστικής κινήσεως. Αλλά όταν ένα Κράτος αποφασίζει να αναπτύξη συστηματικώς τον Τουρισμόν, να εκμεταλλευθή τουτέστιν όλους τους φυσικούς και καλλιτεχνικούς θησαυρούς του, αποδύεται εις επιχείρησιν, η επιτυχία της οποίας στηρίζεται εις τους ιδίους παράγοντας τους απαραιτήτους διά την επιτυχίαν πάσης άλλης μεγάλης ιδιωτικής επιχειρήσεως».

Η ανάγκη να καταστεί η Ελλάδα τουριστικός προορισμός έχει πλέον εμπεδωθεί και τα επιχειρήματα προς αυτή την κατεύθυνση είναι αδιάσειστα – όπως φαίνεται και από το άρθρο με τίτλο «Η Ελλάς ημπορεί και πρέπει να γίνη χώρα τουριστική» (τεύχος 200, Ιούνιος 1951): «Θα έδει από πολλού οι ιθύνοντες να είχον κατανοήσει την τεραστίαν σημασίαν, ην ενέχει διά τα οικονομικά της Ελλάδος ο Τουρισμός, η βιομηχανία των ξένων, όπως αποκαλείται ούτος εις την Ευρώπην […]. Εις άλλας χώρας της Ευρώπης (Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία κ.α.) ο Τουρισμός έλαβε τοιαύτην ανάπτυξιν, ώστε ν’ αποτελή την σπονδυλικήν στήλην της οικονομίας αυτών […]. Ημπορεί λοιπόν κάλλιστα και η Ελλάς να γίνη τουριστική χώρα. Κατέχη αύτη το προνόμιον να είναι προικισμένη από την φύσιν με έξοχα τοπία και μαγευτικά ακρογιάλια. Η ιστορία της συγκινεί. Επί πλέον, κέκτηται πλείστας θαυματουργούς ιαματικάς πηγάς, εφαμίλλους, αμ, η ανωτέρας, των της Γαλλίας και Ιταλίας. Εκείνο όμως όπερ μας λείπει είναι η τουριστική αγωγή εκ μέρους των κατοίκων και μία ρεαλιστική τουριστική πολιτική εκ μέρους του κράτους. Παραλλήλως με την ανέγερσιν συγχρονισμένων ξενοδοχειακών και ιαματικών εγκαταστάσεων, είναι απαραίτητος και η ανέγερσις προτύπων σχολών ξενοδόχων, όπου, από του διευθυντού μέχρι του γκρουμ, θα εκμανθάνουν οι εντεταλμένοι να περιποιούνται τους ξένους με την τέχνην του φιλοξενείν και θα αποκτήσουν την δέουσαν τουριστικήν αγωγήν».

Αυτό, λοιπόν, που ήταν πλέον το ζητούμενο, οι υψηλού επιπέδου υπηρεσίες από ένα εξειδικευμένο προσωπικό, εξετάζεται στο άρθρο με τίτλο «Η Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων – ένας οργανισμός με εθνικήν αποστολήν» (τεύχος 299, Σεπτέμβριος 1959): «Σήμερον ευρίσκονται εν λειτουργία, καθ’ όλην την χώραν, 1.500 περίπου ξενοδοχειακαί επιχειρήσεις, με δύναμιν κλινών γύρω από τας 45.000. Τα ξενοδοχεία αυτά εξυπηρετούνται από έναν αριθμό υπαλλήλων που κυμαίνονται πέριξ των 10.000, ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων εν γένει εις τα τουριστικά επαγγέλματα υπερβαίνει τους 30.000 [….] Ευτυχώς, έστω και ολίγον αργά, η Πολιτεία αντελήφθη την τεραστίαν σημασίαν και τον ανυπολόγιστον ρόλον που παίζει, εις την τουριστικήν ανάπτυξιν της χώρας, μορφωμένον και ανεπτυγμένον, επαγγελματικώς και εκπολιτιστικώς προσωπικόν. Και το έτος 1937 ιδρύει την Σχολήν Τουριστικών Επαγγελμάτων, της οποίας η αποστολή προδιεγράφετο ως μεγίστης εθνικής σπουδαιότητος […]. Αλλά μόλις κατά το 1956, η Σχολή ήρχισε να λειτουργή κανονικώς, ενώ παραλλήλως ιδρύοντο εις μεν την Θεσσαλονίκην, Σχολή μέσης τουριστικής εκπαιδεύσεως, η οποία λειτουργεί ήδη από του Ιανουαρίου 1858, εις δε την Ρόδον Ανωτέρα Σχολή, λειτουργούσα από του 1956, κανονικώς και λίαν αποτελεσματικώς. Ήδη, εφέτος, απεφασίσθη η ίδρυσις και μιας άλλης Ανωτέρας Σχολής εις Αθήνας».

Μερικά χρόνια μετά, τον Απρίλιο του 1963, θα ακολουθούσαν τα εγκαίνια του ξενοδοχείου «Χίλτον». Ένα γεγονός συμβολικής και ιστορικής σημασίας, που θα σηματοδοτούσε την είσοδο της χώρας στην παγκόσμια τουριστική αγορά πολυτελείας. Το τεύχος Απριλίου του 1963 αναφέρεται στα εγκαίνια του «Χίλτον» σε άρθρο με τίτλο «The Athens Hilton – Αρχιτεκτονικόν εγκαλλώπισμα – Πηγή συναλλάγματος – Τουριστική προσθήκη της Ελλάδος»: «Το “Athens Hilton” είναι το μεγαλύτερο, το πολυτελέστερο και το λαμπρότερο ξενοδοχείο που, ως τώρα τουλάχιστον, έχει να επιδείξη η Ελλάδα. Εδώ και αρκετές βδομάδες, είχε πάρει την οριστική του μορφή και πλήθος άνθρωποι πηγαινοέρχονταν στους διαδρόμους, πλημμύριζαν τα μπαρ, τις τραπεζαρίες, την απέραντη αίθουσα του χορού».