Πώς τα ξαναζεσταμένα σχέδια για μια πολυεπίπεδη Ευρώπη ξυπνούν και πάλι γνώριμες καχυποψίες

Τα πολλαπλά επίπεδα αποτελούν μια βίαιη πραγματικότητα, αν είναι να συνεχίζουν να είναι διαχειρίσιμες στην Ευρώπη οι ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις των 1.000 επαγγελματικών ομάδων που υπάρχουν από το Ρέικιαβικ μέχρι το Ντονιέσκ: το Κύπελλο UEFA αποτελεί πρόσκληση να αναβαθμιστεί μια ομάδα στο μέλλον· το Champions League είναι το μεγαλύτερου κύρους τρόπαιο. Κάτι αντίστοιχο σχεδιάζεται τώρα, προκειμένου να μπορέσει να οργανωθεί το πολιτικό μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου. Αναλόγως του πού τραβάει κανείς τη διαχωριστική γραμμή, υπάρχουν σήμερα 40 έως 50 χώρες στην Ευρώπη. Η καθεμιά τους είτε προκρίνεται για την κυριότερη λέσχη της ηπείρου –την ΕΕ, με 27 μέλη, τα οποία σιγά-σιγά κατευθύνονται προς μια όλο και στενότερη ένωση– είτε παραμένει εκτός.

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν και ο Βέλγος πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ είναι μεταξύ εκείνων που ασκούν πίεση ώστε να δημιουργηθεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο μια χαλαρότερη ένωση, η οποία όμως θα περιελάμβανε όλους όσοι βρίσκονται εκτός της σημερινής λέσχης. Πολλοί φοβούνται ότι μια τέτοια «Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα» θα λειτουργούσε κάπως σαν τίτλος παρηγοριάς, όπως το Κύπελλο UEFA, για τις χώρες εκείνες που ακόμη παλεύουν για να φτάσουν στις πρώτες σειρές. Οι διπλωμάτες επεξεργάζονται αυτήν την ιδέα, εν αναμονή των διευκρινήσεων του Γάλλου προέδρου για την ιδέα που προώθησε.

Οι προτάσεις για διάσπαση της Ευρώπης σε ένα σχήμα ομόκεντρων κύκλων έχουν μακρά προϊστορία. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο (επίσης Γάλλος) πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν είχε προτείνει οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, που είχαν ζήσει υπό τον έλεγχο της Σοβιετικής Ένωσης, να συμμετείχαν σε μια χαλαρότερη «Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία» – με το διαφανές υπονοούμενο ότι δεν επρόκειτο να γίνουν συντόμως δεκτές στο κυρίως ιερό του ναού. (Τα περισσότερα δυνητικά μέλη διαφώνησαν τότε με την πρόταση, και χώρες όπως η Πολωνία ή η Ρουμανία επέμειναν να γίνουν πλήρη μέλη της κυρίως Ένωσης.)

Υπάρχουν όντως οργανώσεις οι οποίες καλύπτουν το σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου, πλην όμως επικεντρώνουν τη θεματική τους σε ειδικότερα ζητήματα, όπως οι διαγωνισμοί τραγουδιού (Eurovision), το ποδόσφαιρο (UEFA) ή η παρακολούθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Συμβούλιο της Ευρώπης).

Πάντως, επίπεδα ενοποίησης εντός της Ένωσης έχουν ήδη προκύψει στο πέρασμα του χρόνου. Μια πλειοψηφία κρατών –όχι όμως όλα– χρησιμοποιούν ως νόμισμα το ευρώ, ή πάλι δέχονται να ταξιδεύουν οι πολίτες χωρίς διαβατήρια. Άμα κανείς δει όλους μαζί αυτούς του ομόκεντρους κύκλους, βλέπει την Ευρώπη να προκύπτει σαν μια ιδιότυπη γαμήλια τούρτα, ή πάλι σαν εικόνα βγαλμένη από τον Δάντη.

Ο –προσφάτως επανεκλεγείς– Εμ. Μακρόν δείχνει σπουδή να προσθέσει νέα επίπεδα ολοκλήρωσης, τόσο στο εσωτερικό της σημερινής ΕΕ όσο και στο εξωτερικό της. Στις 9 Μαΐου μίλησε για προώθηση της ενοποίησης από χώρες που θα σχημάτιζαν «κύκλους πρωτοπορίας» – έκφραση που παραπέμπει περισσότερο σε ιστορικούς της τέχνης όταν αναφέρονται σε περίεργους ζωγράφους της αβάν-γκαρντ. Μια τέτοια επιλεκτική εμβάθυνση της ενοποίησης τείνει να ικανοποιεί τους πάντες, εν πολλοίς επειδή παρόμοια σχέδια σπανίως κατορθώνουν να απογειωθούν. Περισσότερες διαφωνίες προκύπτουν γύρω από την ιδέα να δημιουργηθεί ένας εξωτερικός κύκλος. Πολλοί στην Ανατολική Ευρώπη θεωρούν ότι ένας χαλαρότερος εξωτερικός κύκλος δεν θα ήταν παρά επαναφορά των σχεδιασμών που επεδίωξαν πριν μία γενιά να τους κρατήσουν εκτός Ένωσης.

Μέρος του προβλήματος οφείλεται στον αγγελιοφόρο: τη στιγμή που αναφερόταν σε μια ευρύτερη Κοινότητα, ο Εμ. Μακρόν παρατηρούσε ότι θα απαιτούνταν δεκαετίες μέχρις ότου η Ουκρανία κριθεί επιλέξιμη ως πλήρες μέλος της ΕΕ. Η ενδεχόμενη ένταξη της Ουκρανίας αποτελεί πηγή εντάσεων στην Ένωση. Η Ανατολική Ευρώπη πιέζει ώστε το θάρρος της Ουκρανίας στη γραμμή του πυρός να τύχει αναγνώρισης μέσα από μια ταχεία διαδικασία ένταξης, ή τουλάχιστον να της αποδοθεί επισήμως η ιδιότητα υποψηφίου μέλους. Η Γαλλία ανέκαθεν ήταν αμφίθυμη γύρω από τη διεύρυνση – κρίνοντας ότι θα κατέληγε σε μια δύσκολα διαχειρίσιμη Ένωση, η οποία δεν θα είχε πλέον την ικανότητα να προχωρήσει σε περαιτέρω ενοποίηση.

Όπως συνέβη και τη δεκαετία του ‘80, το πρόβλημα με τους εξωτερικούς κύκλους είναι ότι κανείς δεν θέλει να περιληφθεί σε αυτούς. Πρακτικά, όσα θα αποφασίζονταν από τον εσωτερικό κύκλο της ΕΕ θα ‘πρεπε να γίνονται δεκτά απ’ όλους τους άλλους. Όμως, ποιος θα δεχόταν κάτι τέτοιο;

Τρεις ομάδες χωρών θα ήταν οι λογικοί υποψήφιοι για την πρόταση Μακρόν. Η πρώτη αποτελείται απ’ όσες βρίσκονται εντός ΕΕ αλλά δεν θέλουν να ενταχθούν, όπως η Νορβηγία (μέλος του ΕΟΧ, μέσω του οποίου μικρές χώρες συνδέονται με την ΕΕ και τις αποφάσεις της) ή η Ελβετία. Η δεύτερη αποτελείται από τη Βρετανία, τη μόνη χώρα που έχει αποχωρήσει από την ΕΕ και την οποία ο Εμ. Μακρόν συνειδητά έχει αναφέρει ως υποψήφιο μέλος αυτού του εξωτερικού κύκλου. Η τρίτη –η πιο πολυπληθής– περιλαμβάνει χώρες που θέλουν να ενταχθούν στην ΕΕ, από τα Βαλκάνια μέχρι τη Γεωργία ή την Ουκρανία. Η Ανατολική Ευρώπη τις πιέζει να επιμείνουν στις απαιτήσεις τους για πλήρη ένταξη.

Το να καταστεί ένας εξωτερικός κύκλος ελκυστικός για όσους βρίσκονται εκτός Ένωσης δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ένα ενδεχόμενο θα ήταν να γίνουν τα ευρύτερα σχήματα ένα είδος προθαλάμου για την ΕΕ. Σήμερα, οι χώρες που επιθυμούν να ενταχθούν προσπαθούν επί χρόνια, πλην όμως δρέπουν τους καρπούς της επιτυχίας (ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών, ανταλλαγές παικτών κ.ο.κ.) μόνον όταν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία. Ο Σαρλ Μισέλ πρότεινε οι χώρες του εξωτερικού κύκλου οι οποίες π.χ. θα είχαν μεταρρυθμίσει τις αγορές ενέργειάς τους να μπορούν να μετέχουν στην Κορυφή ή στα Συμβούλια υπουργών Ενέργειας. Αν, μάλιστα, έπαυαν να εφαρμόζουν τις μεταρρυθμίσεις, θα κινδύνευαν να αποβληθούν…

Πώς το Ταμείο Ανάκαμψης άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη δαπανά χρήματα

Το γνωμικό σύμφωνα με το οποίο η Ευρώπη χτίζεται μέσα από τις κρίσεις μπορεί αυτόν τον καιρό να αποκτά μια πιο εκλεπτυσμένη διατύπωση. Μέχρις ότου η Ευρωπαϊκή Ένωση ανταποκριθεί σε μια κρίση –πράγμα που παγίως χρειάζεται χρόνο στην ομάδα των 27 χωρών– οι πιθανότητες είναι ότι η εν λόγω κρίση θα έχει λίγο-πολύ λήξει. Μπορεί όμως η ίδια αυτή ανταπόκριση να αποδειχθεί ότι θα είναι διαθέσιμη ακριβώς όταν θα προκύψει η επόμενη κρίση.

Δείτε το Ταμείο της ΕΕ για την αντιμετώπιση της πανδημίας Covid-19, γνωστό και ως Next Generation EU. Δημιουργήθηκε το δεύτερο 6μηνο του 2020, με στόχο να βοηθήσει τις πιο αδύναμες χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης να ανακάμψουν πλήρως από το σοκ. Έχει διάφορες καινοτομίες: είναι μεγάλο (807 δισ. ευρώ, σε τιμές 2021), ενώ το μισό ποσό αποτελείται από grants, το υπόλοιπο από φθηνά δάνεια. Χρηματοδοτείται από κοινό δανεισμό αντί για τους υφιστάμενους προϋπολογισμούς των κρατών-μελών, πράγμα που καθιστά εντονότερη τη διάσταση τόνωσης των οικονομιών (βλέπε Διάγραμμα). Τα δε κονδύλιά του θα εκταμιεύονται μόνον εφόσον οι χώρες δικαιούχοι θα έχουν κάθε φορά υλοποιήσει συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, αντί να πρόκειται για απλή μεταβίβαση πόρων από πλούσιες περιοχές προς φτωχότερες.

Πρόκειται για ένα είδος δοκιμής του πώς θα έπρεπε να λειτουργεί στο μέλλον η ΕΕ. Μέχρι τώρα, ακόμη και οι χώρες-ιέρακες, όπως η Ολλανδία ή η Γερμανία, δείχνουν παραδόξως υποστηρικτικές. Τα σχέδια των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων είναι ουσιαστικά, σύμφωνα με τα στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ακόμη και στην Πολωνία, η δύναμη του χρήματος λειτουργεί πειστικά: δύσκολες μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος φαίνεται ότι θα συμπεριληφθούν συντόμως στο πολωνικό πρόγραμμα. Άλλες μεταρρυθμίσεις πάλι, όπως εκείνες της ισπανικής αγοράς εργασίας, δείχνουν να πετυχαίνουν – με τη δημιουργία περισσότερων σταθερών θέσεων εργασίας παρά πρόσκαιρων.

Πολλά από τα πρώτα ορόσημα που έχουν προβλεφθεί στα προγράμματα είναι εύκολα στην υλοποίηση: έναρξη νομοθετικών διαδικασιών, ή πάλι εκκίνηση διαγωνισμών. Ορισμένα μάλιστα ανατρέχουν και στο παρελθόν: ήταν επιτρεπτή η ένταξη σχεδίων που είχαν ξεκινήσει ακόμη και τον Φεβρουάριο του 2020, έστω κι αν έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Όταν η εφαρμογή γίνει πιο απαιτητική, όταν υπάρξουν υπερβάσεις προϋπολογισμών ή όταν έρθουν στην εξουσία κυβερνήσεις με διαφορετικές προτεραιότητες, μόνο τότε η διαχείριση του Ταμείου θα κριθεί στην ουσία.

Σημαντική δοκιμασία μπορεί να αποτελέσει η Ιταλία. Εδώ, οι ψηφοφόροι θα πάνε στις κάλπες κάποια στιγμή την άνοιξη του 2023, κλείνοντας την εποχή της κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Μάριο Ντράγκι, η οποία είχε ως βασικό της στόχο ακριβώς την εφαρμογή του προγράμματος. Η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο ενθουσιώδης […].

Πάντως, η εφαρμογή των τωρινών προγραμμάτων δεν είναι παρά ένα μέρος του ενδιαφέροντος. Ένα άλλο ζήτημα είναι κατά πόσον το Ταμείο θα μπορέσει να προσαρμοστεί ώστε να αντιμετωπιστούν τα πιο πιεστικά προβλήματα του σήμερα: ο πόλεμος στην Ουκρανία, τα ζητήματα που προκύπτουν από την πιεστική αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας αντί των ρωσικών και, τέλος, ο πληθωρισμός. Μια λέξη για την τελευταία διάσταση. Όταν σχεδιαζόταν το Ταμείο, οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών είχαν προβλέψει ότι θα είχαμε πληθωρισμό 2%. Τώρα, με τις ετήσιες αυξήσεις τιμών σε πρώτες όλες και ενέργεια να κινούνται σε διψήφιο έδαφος, ορισμένοι στόχοι μπορεί να έχουν ήδη καταστεί ανέφικτοι. Το να ξαναγραφτούν τα προγράμματα (υπό αυστηρές προϋποθέσεις) είναι κάτι εφικτό, όμως θεωρείται λύση έσχατης ανάγκης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ελπίζει ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα χρησιμοποιήσουν ίδιους πόρους για να κλείσουν τρύπες – ή ότι θα χρησιμοποιήσουν ευρωπαϊκά κεφάλαια ήδη ευρισκόμενα στη διάθεσή τους.

Ευαίσθητο ζήτημα είναι και το κατά πόσον το Ταμείο συμβάλλει στη δημιουργία πληθωρισμού ή βοηθά στην καταπολέμησή του. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι επενδύσεις του Ταμείου, μαζί και με μεταρρυθμίσεις που θα τονώσουν τον ανταγωνισμό και την ψηφιοποίηση, θα περιορίσουν –σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα– τις πιέσεις που δέχονται οι τιμές. Την ίδια όμως στιγμή, τα πρόσθετα ευρωπαϊκά κονδύλια επιτρέπουν στις ωφελούμενες χώρες να δαπανούν περισσότερα για τη στήριξη των οικονομιών τους, πράγμα που δημιουργεί αντίστοιχα πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.

Η δεύτερη πρόκληση προκύπτει από την ενέργεια. Η κλιματική αλλαγή έπαιζε κεντρικό ρόλο στην αρχική αποστολή του Ταμείου, όμως τώρα η ρωσική εισβολή έχει μεταβάλει τις προτεραιότητες: προηγείται πλέον η ενεργειακή ασφάλεια […]. Προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις στο πρόβλημα του πολέμου, η Επιτροπή έχει προτείνει ένα νέο πρόγραμμα, αποκαλούμενο REPower EU. Καλούνται οι χώρες της ΕΕ να προσθέτουν ένα νέο κεφάλαιο για την ενεργειακή ασφάλεια, στο οποίο θα έχουν εφαρμογή πιο χαλαροί κανόνες. Το ζήτημα είναι πώς θα χρηματοδοτηθεί αυτό το κεφάλαιο. Μέχρι στιγμής από το τμήμα δανείων που προβλέπεται στο Ταμείο Ανάκαμψης έχουν ζητηθεί πόροι από 7 μόνο χώρες, οπότε 225 δισ. ευρώ είναι διαθέσιμα: συνεπώς, η ανακατεύθυνση πόρων προς το κεφάλαιο κάλυψης της ενεργειακής ασφάλειας αποτελεί μια διέξοδο.

Η τρίτη πρόκληση είναι ο ίδιος ο πόλεμος. Οι συνθήκες της ΕΕ δεν επιτρέπουν να δαπανώνται χρήματα της Ένωσης για αμυντικούς σκοπούς. Υπάρχουν όμως τρόποι να παρακαμφθεί αυτό […]. Εκείνο που οι κανόνες των συνθηκών ευθέως επιτρέπουν είναι χρηματοδοτική βοήθεια προς τρίτες χώρες. Με άλλα λόγια, βοήθεια για την οικοδόμηση της Ουκρανίας. Η Επιτροπή αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου Ταμείου Ανοικοδόμησης για την Ουκρανία, βασιζόμενου στο Ταμείο Ανάκαμψης της ίδιας της Ευρώπης, πρότεινε δε την έκδοση κοινών ομολόγων ως μια εκδοχή για τη χρηματοδότηση αυτού του νέου Ταμείου. Οι πρωτεύουσες των κρατών-μελών μπορεί να μην είναι όλες τους υπέρ, όμως το μέγεθος του προβλήματος μπορεί να απαιτεί απάντηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο Γιάκομπ Kίρκεγκορ του Peterson Institute for International Economics υποστηρίζει ότι η Ευρώπη έχει μπροστά της μια κλιμάκωση της βαρύτητας των κρίσεων: «Η Ευρώπη θα ενεργοποιεί από κοινού δανεισμό για τη χρηματοδότηση δαπανών, όταν θα φτάνει σε ένα ορισμένο κατώφλι βαρύτητας των κρίσεων. Η Ουκρανία θα οδηγήσει σε ένα τέτοιο κατώφλι, όπως συνέβη και με την πανδημία».