Ένα τοξικό μείγμα κινδύνων απειλεί την παγκόσμια οικονομία

Δεν έχει περάσει ούτε ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που οι οικονομολόγοι ανά τον κόσμο χαίρονταν για την ταχύρρυθμη ανάκαμψη μετά από μια φάση υποχώρησης των οικονομιών. Τώρα, όλοι ανησυχούν μήπως στον άμεσο ορίζοντα βρίσκεται κίνδυνος μιας νέας φάσης ύφεσης. Στις ΗΠΑ, η κεντρική τράπεζα/Fed προετοιμάζεται να ανοίξει μέτωπο με τους υψηλούς ρυθμούς πληθωρισμού αυξάνοντας σημαντικά τα επιτόκια και συρρικνώνοντας τον ισολογισμό της. Στην Ευρώπη, το υψηλό κόστος της ενέργειας αποσαθρώνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος λειτουργίας των βιομηχανιών. Στην Κίνα, τέλος, μια νέα εμφάνιση της μετάλλαξης Όμικρον του κορονοϊού οδήγησε τις αρχές στην επιβολή του αυστηρότερου lockdown που γνώρισε η χώρα από την αρχή της πανδημίας.

Πρόκειται για ζοφερό συνδυασμό όσον αφορά τις αναπτυξιακές προοπτικές παγκοσμίως, με τον ορίζοντα να σκοτεινιάζει πλέον. Πολλές οικονομίες θα μπορούσαν να βρεθούν σε ύφεση, αν και σε διαφορετικούς χρόνους, ανάλογα με το είδος εμποδίων που αντιμετωπίζουν.

Η οικονομία των ΗΠΑ υπερθερμαίνεται. Ο τιμάριθμος καταναλωτή βρίσκεται στο 7,9% σε ετήσια βάση, ενώ το ωρομίσθιο έχει διαμορφωθεί σε επίπεδο κατά 5,6% υψηλότερο απ’ ό,τι πέρυσι τέτοιον καιρό. Στην Αμερική υπάρχουν σήμερα σχεδόν διπλάσιες νέες ευκαιρίες απασχόλησης απ’ όσοι άνεργοι: πρόκειται για την υψηλότερη αναλογία των δύο μεγεθών μέσα σε 70 χρόνια. Επί μεγάλο διάστημα μέσα στο 2021 οι κεντρικοί τραπεζίτες ανά τον κόσμο ήλπιζαν ότι οι Αμερικανοί που είχαν απομακρυνθεί από την αγορά εργασίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας θα επέστρεφαν – πράγμα που θα βοηθούσε να αποθερμανθεί η αγορά εργασίας. Οι προσευχές τους εισακούσθηκαν τους τελευταίους 6 μήνες: πάνω από τους μισούς ανθρώπους που βρίσκονται σε βασική ηλικία εργασίας έχουν πλέον επιστρέψει. Και όμως: η αύξηση των αμοιβών εργασίας συνεχίστηκε, ενδεχομένως επειδή οι εργαζόμενοι έκαναν σκληρή διαπραγμάτευση των αμοιβών τους καθώς η άνοδος των τιμών υποσκάπτει το βιοτικό τους επίπεδο.

Η Fed χρειάζεται να προσγειώσει τόσο την άνοδο των μισθών όσο και εκείνη των τιμών, αν είναι να επιτύχει τον στόχο πληθωρισμού 2% που έχει θέσει. Αναμένεται να αυξήσει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκιά της, τα οποία στην αρχή της χρονιάς βρίσκονταν κάτω από το 0,25%, σε επίπεδο άνω του 2,5% μέχρι τον Δεκέμβριο – με συνέχιση των αυξήσεων που θα οδηγήσουν άνω του 3% εντός του 2023. Τον Απρίλιο, η Fed αναφέρθηκε σε σχεδιασμό να περιορίσει το ενεργητικό της (που βρίσκεται στα 8,5 τρισ. δολάρια, σε ομόλογα), ξεκινώντας τον Μάιο και με πολύ ταχύτερο ρυθμό σε σύγκριση με την τελευταία φάση «ποσοτικής αυστηροποίησης».

 

Πάντως, μολονότι είναι αναγκαίο η Fed να πατήσει φρένο, δεν παύει να προκύπτουν και κίνδυνοι για την ανάπτυξη. Η ιστορία διδάσκει ότι η Fed βρίσκει μπροστά της προβλήματα οσάκις χρειάζεται να προσγειώσει την αγορά εργασίας χωρίς να φέρει την οικονομία σε ύφεση. Οι επενδυτές στις αγορές των ομολόγων στοιχηματίζουν ότι –σε ορίζοντα διετίας– η Fed θα χρειαστεί να περικόψει και πάλι τα επιτόκια, καθώς η οικονομία θα έχει αδυνατίσει. Με δεδομένη την εμπειρία του παρελθόντος, ύφεση μέσα στην ερχόμενη διετία δεν δείχνει απίθανη.

Και στην Ευρώπη παρατηρούνται πάντως προβλήματα με τον πληθωρισμό, όμως σ’ αυτήν την περιοχή μέχρι στιγμής οφείλονται στην ακριβή εισαγόμενη ενέργεια και στα είδη διατροφής, και όχι στην υπερθέρμανση των οικονομιών. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι κυρώσεις που επέβαλε η Δύση απειλούν την ενεργειακή τροφοδοσία της γηραιάς ηπείρου. Οι τιμές της βενζίνης για τον επόμενο χειμώνα θα είναι πενταπλάσιες απ’ ό,τι στις ΗΠΑ, η δε δαπάνη των νοικοκυριών για την ενέργεια (ως ποσοστό του ΑΕΠ) είναι σχεδόν διπλάσια, εν μέρει επειδή η Ευρώπη είναι φτωχότερη. Έτσι που απογειώνεται το κόστος της ενέργειας, η καταναλωτική εμπιστοσύνη βουλιάζει. Αλλά και οι επιχειρήσεις παλεύουν να κρατηθούν: η βιομηχανική παραγωγή στη Γαλλία σημείωσε πτώση τον Φεβρουάριο.

Η οικονομία της Ευρωζώνης το πιθανότερο είναι να συνεχίσει να καταγράφει αύξηση στο σύνολο του 2022. Όμως η κατάσταση είναι εύθραυστη. Άμα η Ευρώπη σταματήσει να εισάγει φυσικό αέριο από τη Ρωσία (είτε επειδή αυτό θα έχει επιλέξει, είτε επειδή το Κρεμλίνο θα αποφασίσει να κλείσει τις στρόφιγγες), τότε ο κίνδυνος της ύφεσης θα ενταθεί.

Πάντως, η πιο άμεση και έντονη διακινδύνευση για την παγκόσμια οικονομία προέρχεται από τη μετάλλαξη Όμικρον στην Κίνα. […] Αν η σχέση μεταξύ lockdown και ΑΕΠ συνεχιστεί να είναι όπως προηγουμένως, η παραγωγή της Κίνας θα είναι φέτος κατά 7,1% χαμηλότερη. Τα lockdown διαταράσσουν επίσης και το διεθνές εμπόριο, που πορεύεται ακόμη με τα προβλήματα που προέκυψαν από προηγούμενες φάσεις της πανδημίας. Η Σαγκάη γνώρισε πάλι ουρές από εκατοντάδες πλοία να βρίσκονται αρόδου, περιμένοντας να φορτώσουν ή να ξεφορτώσουν

Ο πρόεδρος της Κίνας Σι Ζινπίνγκ κάλεσε τα στελέχη της χώρας να συγκρατήσουν το κόστος των περιορισμών· αν όμως ανοίξει πολύ γρήγορα, τότε η ηπειρωτική Κίνα θα δοκιμάσει κύμα μολύνσεων και θανάτων αντίστοιχο με εκείνο που προσφάτως τραυμάτισε το Χονγκ Κονγκ.

Η ευθύνη για τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία βαρύνει ευθέως όσους χαράσσουν πολιτική. Συχνά, τα οικονομικά προβλήματα προκύπτουν ως κεραυνός εν αιθρία: η τωρινή όμως διακινδύνευση ύφεσης μπορούσε να έχει αποφευχθεί.

 

Έχει η αμερικανική κεντρική τράπεζα τη δυνατότητα να πετύχει «άμωμο αποπληθωρισμό»;

Η καταπολέμηση του πληθωρισμού δυσχεραίνεται όσο αυτό αναβάλλεται – και η αμερικανική Fed έχει αναβάλει την παρέμβασή της για πολύ καιρό. Σ’ όλη τη διάρκεια του 2021, η κεντρική τράπεζα συνέχισε να εξηγεί ότι είχε στη διάθεσή της τα εργαλεία για να επιβραδύνει την άνοδο των τιμών, πλην όμως δεν τα έθεσε σε λειτουργία. Τώρα, οι επενδυτές χρειάζεται να συμβιβασθούν με την προοπτική ότι τα όπλα της Fed θα χρειαστεί να χρησιμοποιηθούν επιθετικά. Από την 1η Μαρτίου, ήδη, η απόδοση του 3ετούς ομολόγου του αμερικανικού Δημοσίου σημείωσε άνοδο κατά περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα: πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση, σε απόλυτους όρους, αφότου κατέρρευσαν οι αποδόσεις μετά τον Ιανουάριο του 2008, στη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

H κίνηση αυτή αποτύπωσε την άνοδο των προσδοκιών ότι η Fed θα αυξήσει τα επιτόκια κατά δύο πρόσθετες ποσοστιαίες μονάδες κατά τη διάρκεια του 2022 μετά την κατά 0,25% αύξηση στις 16 Μαρτίου. Η επίπτωση αυτής της κίνησης έγινε αισθητή ανά τον κόσμο. Στις 28 Μαρτίου, η ιαπωνική κεντρική τράπεζα δεσμεύθηκε να προβεί σε αγορά ομολόγων του ιαπωνικού Δημοσίου απεριόριστου ύψους, προκειμένου να δημιουργήσει οροφή στην απόδοση των 10ετών ομολόγων του. Η απόδοση των 10ετών γερμανικών bunds, που πέρασε σε θετικό έδαφος μόλις φέτος τον Ιανουάριο, βρίσκεται ήδη στο 0,6% – και τούτο όταν η απογείωση των τιμών της ενέργειας κάνει τις προοπτικές της ανάπτυξης να θολώνουν.

Το κύριο ερώτημα τώρα για τους επενδυτές σε ομόλογα είναι κατά πόσον τα υψηλότερα επιτόκια, που πλησιάζουν όλο και ταχύτερα, μπορούν να φέρουν την πολυσυζητημένη «ομαλή προσγείωση», δηλαδή την αποθέρμανση μεν της οικονομίας χωρίς όμως ύφεση. Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Ο πρόεδρος της Fed Τζερόμ Πάουελ θύμισε την πετυχημένη εμπειρία ήπιων προσγειώσεων του 1964, του 1984 και του 1999. Πλην όμως, αυτές οι συγκρίσεις δεν καλύπτουν την τωρινή δυσχερή κατάσταση: σε καμιά απ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν είχε αφήσει η Fed τον πληθωρισμό να αυξηθεί τόσο όσο τώρα.

Οι πιο πρόσφατες προβλέψεις της Fed είναι αισιόδοξες, γι’ αυτό και οι επικριτές της κάνουν λόγο για «άμωμο αποπληθωρισμό»: τρία χρόνια σταθερής υποχώρησης του πληθωρισμού, όμως με αύξηση του ΑΕΠ να παραμένει πάνω από τη μακροπρόθεσμη τάση και με το ποσοστό ανεργίας και το κεντρικό επιτόκιο της Fed σε ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα. Μπορεί ο Τζ. Πάουελ να σταμάτησε να κάνει πλέον λόγο για «παροδικό» πληθωρισμό, πλην όμως παρόμοιες προβλέψεις θα επαληθευθούν μόνον εφόσον ο πληθωρισμός φύγει από τη μέση μόνος του.

Ήδη, η ύφεση συζητείται ευρύτερα επειδή μια «αντιστροφή» της καμπύλης αποδόσεων δείχνει ότι οι επενδυτές πιστεύουν πως θα υπάρξει τελικά μείωση των επιτοκίων, καθώς η οικονομία θα βρεθεί σε φάση αδυναμίας.

Μια τέτοια αντιστροφή της καμπύλης των αποδόσεων θεωρείται συνήθως ένδειξη ότι οι επενδυτές κρίνουν πως η κεντρική τράπεζα κινείται εσφαλμένα. Όμως η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι ύφεση και σφάλμα δεν είναι έννοιες ταυτόσημες, όταν ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η σταθερότητα των τιμών είναι η περιέλευση της οικονομίας σε ύφεση. Τη δεκαετία του 1980, ο Πολ Βόλκερ κατανίκησε τον πληθωρισμό προκαλώντας φάσεις ύφεσης που έφεραν την ανεργία στις ΗΠΑ σε επίπεδο 10,8%. Κανείς δεν τον κατηγόρησε για σφάλμα, αντιθέτως θεωρήθηκε ότι αυτή ήταν μια επιλογή υψηλού κόστους προκειμένου να επέλθει αποπληθωρισμός.

Μέχρι στιγμής, πάντως, οι επενδυτές δείχνουν να παραμένουν στο πλευρό του Τζ. Πάουελ. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι θεωρούν ότι το ουδέτερο επίπεδο επιτοκίου –εκείνο δηλαδή όπου η νομισματική πολιτική δεν πατάει ούτε φρένο ούτε γκάζι– είναι γύρω στο 2-2,5%. Τόσο η Fed όσο και οι αγορές ομολόγων θεωρούν ότι το κεντρικό επιτόκιο της Fed θα προσπεράσει ελαφρώς μόνον αυτό το επίπεδο. […] Οι πρόσφατες επιδόσεις τόσο των κεντρικών τραπεζών όσο και των αγορών δεν υπήρξαν και τόσο καλές επ’ εσχάτων. Οπότε, η αμερικανική οικονομία μπορεί να πληρώσει υψηλό κόστος για την παγωμένη δραστηριοποίηση της Fed το 2021 – που, ειρωνικά, οφειλόταν στην προσπάθεια αποφυγής απότομων κινήσεων. Η Fed, η παγκόσμια οικονομία και οι τιμές των στοιχείων ενεργητικού βρίσκονται σε επισφαλές έδαφος.