ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Richard Baldwin: Η μεγάλη σύγκλιση

Τεχνολογία της πληροφορίας και η νέα παγκοσμιοποίηση

Το βιβλίο αυτό έχει ως στόχο να αλλάξει το πώς σκεφτόμαστε για την παγκοσμιοποίηση. Η βασική του θέση είναι ότι οι επαναστατικές αλλαγές στην τεχνολογία των επικοινωνιών έδωσαν στην παγκοσμιοποίηση, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, έναν ριζικά νέο χαρακτήρα. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η επανάσταση της τεχνολογίας της πληροφορίας και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) μετασχημάτισε τούτο το φαινόμενο, και ο αντίκτυπος που αυτό είχε στον κόσμο, είναι απλός. Για να τον κατανοήσουμε, όμως, είναι απαραίτητο να κάνουμε μια ιστορική αναδρομή. Ας ξεκινήσουμε από κάποια δεδομένα.

Η παγκοσμιοποίηση έκανε ένα μεγάλο άλμα προς τα εμπρός στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η ατμομηχανή και η παγκόσμια ειρήνη μείωσαν το κόστος μεταφοράς των αγαθών. Το δεύτερο άλμα της παγκοσμιοποίησης συνέβη στα τέλη του 20ού αιώνα, όταν η ΤΠΕ μείωσε ριζικά το κόστος διακίνησης των ιδεών. Όπως φαίνεται στην Εικόνα 1, αυτά τα δύο άλματα –ας τα ονομάσουμε Παλιά και Νέα Παγκοσμιοποίηση– είχαν ολότελα διαφορετικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομική γεωγραφία.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, η υποχώρηση του κόστους των εμπορικών συναλλαγών πυροδότησε έναν κύκλο εμπορίου, εκβιομηχάνισης και οικονομικής μεγέθυνσης, που είχε ως αποτέλεσμα μια από τις πλέον δραστικές ανατροπές στην παγκόσμια ιστορία. Μέσα σε λιγότερο από δύο αιώνες, οι πανάρχαιοι πολιτισμοί της Ασίας και της Μέσης Ανατολής –που δέσποζαν στην παγκόσμια οικονομία επί τέσσερις χιλιετίες– εκτοπίστηκαν από τις σημερινές πλούσιες χώρες. Τούτη η εξέλιξη, την οποία οι ιστορικοί ονομάζουν «Μεγάλη Απόκλιση», εξηγεί πώς συγκεντρώθηκε τόση οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και στρατιωτική ισχύς στα χέρια τόσο λίγων.

Μετά το 1990, η τάση αλλάζει: η επί έναν αιώνα άνοδος των πλούσιων χωρών αντιστράφηκε μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες. Το μερίδιο των πλούσιων χωρών στο παγκόσμιο εισόδημα έχει πια επιστρέψει στα επίπεδα του 1914. Η συγκεκριμένη τάση, που μπορούμε να την ονομάσουμε «Μεγάλη Σύγκλιση», είναι ασφαλώς το κυρίαρχο οικονομικό γεγονός των τελευταίων δύο ή τριών δεκαετιών. Σε μεγάλο βαθμό εξηγεί τόσο την αρνητική στάση έναντι της παγκοσμιοποίησης στις πλούσιες χώρες όσο και τη δίχως προηγούμενο αυτοπεποίθηση των «αναδυόμενων αγορών».

Η νεωτερική παγκοσμιοποίηση, που άρχισε περί το 1820, συνδέεται με την ταχεία εκβιομηχάνιση των σημερινών πλούσιων χωρών – εδώ τις αντιπροσωπεύει η Ομάδα των επτά πλουσιότερων χωρών ή εν συντομία των G7 (ΗΠΑ, Γερμανία, Ιαπωνία, Γαλλία, Βρετανία, Καναδάς και Ιταλία). Η γρήγορη εκβιομηχάνιση πυροδότησε ένα αυτοτροφοδοτούμενο ανοδικό σπιράλ βιομηχανικής συγκέντρωσης, καινοτομίας και οικονομικής μεγέθυνσης, που έφερε μια τεράστια μετατόπιση στην παγκόσμια οικονομία. Από το 1820 μέχρι περίπου το 1990, το μερίδιο του εισοδήματος των G7 εκτοξεύτηκε από το 1/5 στα 2/3 του παγκόσμιου εισοδήματος.

Το ανοδικό σπιράλ ανακόπηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και αντιστράφηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, το μερίδιο των G7 στροβιλίζεται καθοδικά με ταχύ ρυθμό. Σήμερα, έχει επιστρέψει στα επίπεδα στα οποία βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα.

Αυτή η συγκλονιστική μεταβολή μεριδίου υποδηλώνει ότι η φύση της παγκοσμιοποίησης άλλαξε ριζικά στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η «συγκλονιστική μεταβολή μεριδίου», που απεικονίζεται στην Εικόνα 1, συνοδεύτηκε από έναν μετασχηματισμό στη μεταποίηση. Οι σημερινές πλούσιες χώρες, οι οποίες από τη δεκαετία του 1970 έβλεπαν το μερίδιό τους στην παγκόσμια μεταποιητική παραγωγή να διολισθαίνει με βραδείς ρυθμούς, βιώνουν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μια επιταχυνόμενη υποχώρηση του μεριδίου αυτού (Εικόνα 2).

Η μεταβολή των μεριδίων στην παγκόσμια μεταποίηση ήταν περίπου εξίσου έντονη με τη «συγκλονιστική μεταβολή μεριδίου» που απεικονίζεται στην Εικόνα 1. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η διολίσθηση του μεριδίου των G7 επιταχύνθηκε και σήμερα το μερίδιο των G7 στην παγκόσμια μεταποίηση είναι χαμηλότερο του 50%.

Από τη συρρίκνωση της μεταποιητικής παραγωγής των G7, επωφελήθηκαν μόνο έξι αναπτυσσόμενες χώρες – τις οποίες αποκαλώ Εκβιομηχανιζόμενες Έξι ή εν συντομία Ε6 (Κίνα, Νότια Κορέα, Ινδία, Πολωνία, Ινδονησία και Ταϊλάνδη). Το μερίδιο των υπόλοιπων χωρών στη μεταποίηση (Υπόλοιπος Κόσμος, ΥΚ στην εικόνα) παρέμεινε σε πολύ μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστο από τούτες τις αλλαγές. Επισημαίνεται ότι η Κίνα αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Το μερίδιό της στην παγκόσμια μεταποίηση (που δεν απεικονίζεται χωριστά) αυξήθηκε από περίπου 3% σε σχεδόν 20%.

Το παράδοξο είναι ότι η απώλεια του μεριδίου των G7 οδήγησε σε αύξηση του μεριδίου ελάχιστων μόνο χωρών. Μόλις έξι αναπτυσσόμενες χώρες (παρουσιάζονται με τη συντομογραφία Ε6, συντόμευση του «Εκβιομηχανιζόμενες Έξι») είδαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετά την αύξηση του μεριδίου τους στην παγκόσμια μεταποίηση να υπερβαίνει τα 3/10 της ποσοστιαίας μονάδας. Το ότι τόσο λίγες χώρες επωφελήθηκαν από το συγκεκριμένο φαινόμενο αποτελεί κάτι παράδοξο.

Για ποιον λόγο είναι τόσο περιορισμένος γεωγραφικά ο αντίκτυπος της παγκοσμιοποίησης, παρά τη γενικευμένη δυνατότητα μεταφορών και επικοινωνιών με χαμηλό κόστος; Για να απαντηθεί αυτή η ερώτηση, είναι αναγκαία μια συνολικότερη θεώρηση της παγκοσμιοποίησης.