Η ομογένεια στη Νότια Αφρική

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2022, τ.1020

ΔΙΑΣΠΟΡΑ

του Γιώργου Βαϊλάκη

Η ελληνική παρουσία στη Νότια Αφρική είναι μακρά, σημαντική ως προς την επιρροή της και παρουσιάζει διαχρονικό ενδιαφέρον. Ήταν στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν –σύμφωνα με την παράδοση– ένας Έλληνας ναυτικός, ονόματι Στέφανος, δραπέτευσε από το πλοίο που τον μετέφερε σαν κατάδικο και κολυμπώντας έφτασε στην ακτή, για να γίνει στη συνέχεια προφήτης και αρχηγός της φυλής των Κορά, που ζούσε στη νοτιοδυτική περιοχή της χώρας. Σε μια άλλη περίπτωση, έντεκα ναυτικοί εγκατέλειψαν το πλοίο τους στο λιμάνι Πορτ Ελίζαμπεθ του Ινδικού ωκεανού, το 1880, για να εγκατασταθούν σε κάποιο αγρόκτημα στο εσωτερικό της χώρας.

Οι περισσότεροι Έλληνες ζουν στην περιφέρεια Γκαουτένγκ, που είναι η πλουσιότερη επαρχία της Νότιας Αφρικής, το οικονομικό κέντρο της – σε αυτήν βρίσκεται η Πρετόρια

Πάντως, το βέβαιο είναι ότι οι πρώτοι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στη Νότια Αφρική λίγο αφότου η περιοχή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας έγινε βρετανική αποικία, στις αρχές του 19ου αιώνα. Και ήταν ναυτικοί! Οι πηγές αναφέρουν ότι ο πρώτος Έλληνας που μετοίκησε στην πόλη του Πορτ Ελίζαμπεθ ήταν ο Γεώργιος Βρανίκας, ο οποίος έφτασε εκεί το 1879, άλλαξε το όνομά του σε George Gerves, παντρεύτηκε μια Γερμανίδα και άνοιξε ένα μικρό καφενείο, για να πεθάνει πλούσιος το 1935. Ο δεύτερος Έλληνας στο Πορτ Ελίζαμπεθ ήταν ο ναυτικός Βασίλειος Παναγιωτακόπουλος, ενώ τα επόμενα χρόνια μετέβησαν σε αυτή την πόλη Έλληνες από την Πελοπόννησο, την Ιθάκη, την Κεφαλονιά και την Κύπρο.

Οι πρώτοι Έλληνες χρυσοθήρες
Όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1880 βρέθηκαν τα διαμάντια στην περιοχή του Κίμπερλεϊ, αναφέρεται ότι εκεί ζούσαν περίπου 20 Έλληνες, οι οποίοι ήταν χρυσοθήρες. Στο Κέιπ Τάουν, το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, βρίσκονταν περίπου 30 Έλληνες το 1891, ενώ εφτά χρόνια αργότερα ιδρύθηκε το «Ελληνικό Σωματείο Αλληλοβοήθειας», το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε στην πρώτη οργανωμένη ελληνική κοινότητα της Νότιας Αφρικής.
Στα επόμενα χρόνια, η εκεί ελληνική παροικία αναπτύχθηκε ταχύτατα και όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 την επισκέφτηκε ο Αιγυπτιώτης περιηγητής Α. Παχτικός ανέφερε ότι υπήρχαν εγκατεστημένοι 1.200 Έλληνες στην επαρχία του Ακρωτηρίου (Cape). Άλλοι Έλληνες πέρασαν από το Κέιπ Τάουν με κατεύθυνση προς την επαρχία Τράνσβααλ, όπου βρίσκονταν τα περίφημα ορυχεία χρυσού. Δεν έχει εξακριβωθεί πόσοι Έλληνες έφτασαν στην περιοχή των ορυχείων πριν από τον πόλεμο των Μπόερς (1899-1902), δηλαδή τον πόλεμο μεταξύ των Βρετανών απ’ τη μία και Ολλανδών και Γάλλων απ’ την άλλη.
Οι περισσότεροι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στη Νότια Αφρική αρχικά εργάστηκαν στους σιδηροδρόμους του Κέιπ Τάουν και του Τράνσβααλ, στα εργοστάσια τσιγάρων και αργότερα στο Γιοχάνεσμπουργκ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της επίσημης απογραφής, που έγινε το 1926, διέμεναν στο Τράνσβααλ 712 Έλληνες και άλλοι 242 στο Κέιπ Τάουν, ενώ πέντε χρόνια αργότερα ο Παχτικός υπολόγιζε σε χίλιους περίπου τους Έλληνες του Γιοχάνεσμπουργκ. Η ελληνική κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ ιδρύθηκε το 1908, ενώ από το 1916 άρχισε να κυκλοφορεί και η πρώτη ελληνική εφημερίδα, που ήταν η εβδομαδιαία Νέα Ελλάς του Κύπριου Γ. Νικολαΐδη.

Η πρώτη οργανωμένη κοινότητα στο Κέιπ Τάουν
Ο αριθμός των Ελλήνων άρχισε να αυξάνεται μετά το 1920 και το 1930. Παρά τον μικρό αριθμό των Ελλήνων, μέχρι το 1920 είχαν δημιουργηθεί κάποιες ελληνικές κοινότητες. Η πρώτη οργανωμένη κοινότητα ήταν η ελληνική κοινότητα του Κέιπ Τάουν το 1898, για να ακολουθήσουν οι κοινότητες στην Πρετόρια, στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1908 και στο Ντέρμπαν το 1918. Σταδιακά και μέχρι τη δεκαετία του ‘50 και του ‘60 δημιουργήθηκαν ελληνικές κοινότητες σε πάνω από 20 πόλεις, με αρκετά μεγάλη παρουσία Ελλήνων, η οποία όσο περνούσαν οι δεκαετίες αυξανόταν.
Τα επόμενα χρόνια συνεχίστηκε αμείωτη η μετανάστευση στη Νότια Αφρική από την Ελλάδα και την Κύπρο. Μάλιστα οι Κύπριοι, ως υπήκοοι της βρετανικής αυτοκρατορίας, είχαν ελεύθερη είσοδο στη χώρα, ενώ όπως προκύπτει από ένα έγγραφο της κυπριακής κοινότητας που συντάχτηκε τον Μάρτιο του 1948 στη Νότια Αφρική ζούσαν τότε πέντε χιλιάδες Ελληνοκύπριοι.
Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική παρουσία στη χώρα αυξήθηκε σημαντικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνολικά την πενταετία 1949-1954 έφυγαν από την Ελλάδα για τη Νότια Αφρική 1.027 άτομα. Οι περισσότεροι Έλληνες στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο, καθώς και με ένα ιδιαίτερο είδος επιχείρησης, τα café ή tea rooms, όπου όχι μόνο σερβίρονταν καφές, τσάι και αναψυκτικά, αλλά συνδύαζαν και το μπακάλικο με το περίπτερο, κάτι που τους επέτρεπε από τον νόμο να μένουν ανοικτά πέρα από τις εργάσιμες ώρες, ακόμη και τις Κυριακές.
Σταδιακά, λοιπόν, τα περισσότερα από αυτά τα μαγαζάκια έγιναν τεράστια σούπερ μάρκετ, με υποκαταστήματα σε όλη τη χώρα, δημιουργήθηκαν βιομηχανίες εμφιάλωσης ποτών και νερού, καπνεργοστάσια (οι Έλληνες ήταν πρωτοπόροι στην παραγωγή και την τυποποίηση του καπνού στη Νότια Αφρική), εργοστάσια επεξεργασίας μεταλλευμάτων και ναυτιλιακές εταιρείες.
Σήμερα υπάρχουν Έλληνες που συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο πλούσιων της χώρας με τεράστιες περιουσίες, ασχολούμενοι στον τομέα του real estate ή με πολυκαταστήματα ή με αλυσίδες εκατοντάδων εστιατορίων.

Ο Έλληνας που έδωσε φονικό χτύπημα στο απαρτχάιντ

Η ελληνική κοινότητα της Πρετόριας τη δεκαετία του 1910

Το περιβάλλον έγινε εχθρικό για τους Έλληνες έπειτα από τη φονική επίθεση που δέχθηκε, το 1966, ο πρωθυπουργός της Νότιας Αφρικής και αρχιτέκτονας του απαρτχάιντ Χέντρικ Φερβούρντ, από τον Δημήτρη Τσαφέντα, Έλληνα από τη Μοζαμβίκη, με πατέρα Κρητικό και μητέρα Μοζαμβικανή. Ο Τσαφέντας ζούσε στη Νότια Αφρική με τον πατέρα του και τη μητριά του και δούλευε στο Κοινοβούλιο. Είχε βιώσει από πολύ νωρίς τον ρατσισμό, ήταν οργανωμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Νοτίου Αφρικής και είχε πάρει μέρος σε διαδηλώσεις. Εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι εργαζόταν στο Κοινοβούλιο και μαχαίρωσε τον πρωθυπουργό της Νότιας Αφρικής, ο οποίος απεβίωσε λίγες μέρες μετά. Ο Δημήτρης Τσαφέντας συνελήφθη, δικάστηκε, αλλά προκειμένου να μην δοθεί πολιτική διάσταση στη δολοφονία κατηγορήθηκε ως ψυχασθενής και διατάχθηκε ο εγκλεισμός του σε ψυχιατρείο. Παρέμεινε φυλακισμένος για 30 χρόνια και πέθανε το 1999.
Πάντως, σε ό,τι αφορά τη στάση των Ελλήνων απέναντι στο απαρτχάιντ, επειδή βίωσαν οι ίδιοι τον ρατσισμό, προσπάθησαν στα επόμενα χρόνια να ενσωματωθούν στην κοινωνία και αυτό σήμαινε για πολλούς αποστασιοποίηση από τα δρώμενα. Σε μια χώρα όπου ήταν βαθιά ριζωμένος ο ρατσισμός, οι Έλληνες, όπως και οι Ιταλοί και γενικά όσοι προέρχονταν από τη Μεσόγειο, θεωρούνταν δεύτερης κατηγορίας πολίτες. Υπήρχαν, ωστόσο, και Έλληνες οι οποίοι εναντιώθηκαν στο καθεστώς, αλλά σε γενικές γραμμές τήρησαν ουδέτερη στάση.

Η ελληνική κοινότητα άρχισε να φθίνει μετά το 1976
Γύρω στο 1970 η ελληνική κοινότητα αριθμούσε 120.000 άτομα. Η ελληνική κοινότητα άρχισε να φθίνει μετά το 1976, όταν ξεκίνησε η προσπάθεια των Αφρικανών να επανακτήσουν τη χώρα τους, η οποία ήταν στα χέρια των λευκών. Οι ταραχές στο Σοβέτο το 1976 δημιούργησαν φοβία και ανησυχία και στους Έλληνες, οι οποίοι άρχισαν σιγά-σιγά να φεύγουν. Το μεγάλο κύμα φυγής ξεκίνησε το 1990, όταν η χώρα πέρασε από το καθεστώς του απαρτχάιντ και της κυριαρχίας των λευκών στις πρώτες ελεύθερες, δημοκρατικές εκλογές με τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων. Η έξαρση της εγκληματικότητας και η οικονομική δυσπραγία οδήγησαν πάρα πολλούς Έλληνες, σχεδόν το 50% του πληθυσμού, να αποχωρήσει από τη χώρα.
Απευθυνθήκαμε στον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Νότιας Αφρικής, Γιάννη Σπυρίδη, ο οποίος μας μίλησε για τη σημασία του ελληνικού στοιχείου στη Νότια Αφρική, τα σημερινά προβλήματα και την οικονομική κατάσταση που επικρατεί εντός και εκτός της ελληνικής κοινότητας εκεί:

Όσοι Έλληνες έρχονται για πρώτη φορά στη Ν. Αφρική φοβούνται
«Στη Νότια Αφρική είμαστε σχεδόν 55.000 με 60.000 Ελληνοκύπριοι και Έλληνες. Το μεγαλύτερο ποσοστό (60%) είναι Έλληνες. Αλλά δεν έρχονται πια Έλληνες εδώ. Μάλιστα, τα τελευταία 30 χρόνια και ιδίως τα τελευταία 10 χρόνια έχουν φύγει πολλοί. Οι λόγοι είναι δύο: η οικονομία και ο φόβος. Περισσότερο όμως είναι το οικονομικό. Από το 1994 που η χώρα μας έγινε δημοκρατική, ψηφίστηκαν κάποιοι νόμοι που αναγκάζουν τις εταιρείες να προσλαμβάνουν μαύρα παιδιά στις καινούργιες θέσεις κι έτσι σταδιακά περιορίστηκαν οι δουλειές. Αυτό οδήγησε πολλούς Έλληνες να φύγουν για Αμερική, Ευρώπη, Αυστραλία, Ιαπωνία.

Το 1966 ο πρωθυπουργός της Νότιας Αφρικής και αρχιτέκτονας του απαρτχάιντ Χέντρικ Φερβούρντ δολοφονήθηκε από τον Δημήτρη Τσαφέντα

Από τα Ελληνόπουλα που τελειώνουν τις πανεπιστημιακές σπουδές και παίρνουν πτυχίο, τουλάχιστον τα μισά φεύγουν. Να σας δώσω ένα παράδειγμα για το τι γίνεται: Πριν από ενάμιση χρόνο, μια Ελληνίδα η οποία αρίστευσε στο σχολείο ήθελε να γίνει γιατρός. Δεν της έδιναν θέση γιατί υπήρχε ποσόστωση ανάμεσα στα λευκά και τα μαύρα άτομα. Καταλαβαίνουμε όλοι όσοι είμαστε εδώ ότι πρέπει να διορθώσουμε αυτά που είχαν γίνει τα προηγούμενα χρόνια και σίγουρα πρέπει να δώσουμε ευκαιρίες, προπαντός στα μαύρα παιδιά. Αλλά όχι σε τέτοιο σημείο που οι άριστοι, όπως η κοπέλα που ανέφερα, να μην γίνονται δεκτοί. Ασφαλώς, έγινε ένας άγριος καυγάς, έγινε ολόκληρο θέμα, και τελικά τη δέχτηκαν. Τέτοια περιστατικά συμβαίνουν συχνά.
Απ’ την άλλη, έχουμε και τον φόβο. Σε αυτή τη χώρα 20.000 άνθρωποι τον χρόνο δολοφονούνται. Επίσης, γίνονται πολλοί εκβιασμοί – είναι ένα φαινόμενο πολύ διαδεδομένο. Όσοι Έλληνες έρχονται για πρώτη φορά στη Νότια Αφρική φοβούνται και εμείς τους αγκαλιάζουμε και τους συμβουλεύουμε πού να πάνε, αλλά και τους ενημερώνουμε για τα επικίνδυνα μέρη».

Είναι πολλοί οι Έλληνες που έχουν μεγάλες επιχειρήσεις
«Οικονομικά η χώρα αυτή τη στιγμή υποφέρει. Η μεσαία τάξη πιέζεται πάρα πολύ. Και πριν από την πανδημία του κορονοϊού η οικονομία μας δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Η ανεργία έχει φτάσει το 36% και μάλιστα στις ηλικίες από 18 έως 30 ετών η ανεργία είναι 70%. Οι νέοι άνθρωποι δεν έχουν ευκαιρίες. Εκείνοι που σπουδάζουν έχουν περισσότερες πιθανότητες να βρουν δουλειά. Όμως, το εργατικό προσωπικό υποφέρει. Αλλά στην ελληνική κοινότητα η ανεργία είναι μικρή. Ασφαλώς, δεν μπορεί ο κάθε Έλληνας να έχει τη δική του επιχείρηση, είναι όμως δουλευταράδες οι Έλληνες. Και πολλές ελληνικές εταιρείες θα πάρουν Ελληνόπουλα, νέα παιδιά. Πάντως, μέσα στην ομοσπονδία και τις κοινότητες υπάρχουν φιλόπτωχα ταμεία που βοηθούν τους οικονομικά ασθενείς Έλληνες. Υπάρχουν, όμως, πολλοί Έλληνες που έχουν μεγάλες επιχειρήσεις – από εταιρείες με ανταλλακτικά μέχρι σπα. Πολλοί, επίσης, είναι επιστήμονες, γιατροί, δικηγόροι, οικονομολόγοι, αρχιτέκτονες που έχουν μπει σε κάθε φάση της νοτιοαφρικανικής ζωής. Και όπου και να πας στη χώρα, ακόμα και στο πιο μικρό χωριό, θα βρεις Έλληνα. Οι περισσότεροι Έλληνες ζουν στην περιφέρεια Γκαουτένγκ, που είναι η πλουσιότερη επαρχία της Νότιας Αφρικής, το οικονομικό κέντρο της – σε αυτήν βρίσκεται η Πρετόρια. Εκεί υπάρχουν πολλές ελληνικές κοινότητες».

Το σχολείο SAHETI και η ελληνική εκπαίδευση
«Πρέπει να τονίσω ότι όλες οι ορθόδοξες εκκλησίες και οι περιουσίες τους οφείλονται αποκλειστικά στους Έλληνες της Νότιας Αφρικής, μόνοι τους τις χρηματοδότησαν, χωρίς καμία βοήθεια από πουθενά. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις παγκοσμίως που οι εκκλησίες ανήκουν στις ελληνικές κοινότητες και όχι στη μητρόπολη. Στη Νότια Αφρική υπάρχουν δύο Μητροπόλεις, της Ιωαννουπόλεως και Πρετόριας, και της Καλής Ελπίδας. Και οι δύο υπάγονται στο Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας και Πάσης Αφρικής. Όσο για την ελληνική εκπαίδευση, στις περισσότερες κοινότητες υπάρχει ένα σχολείο με τμήμα όπου διδάσκονται ελληνικά. Πάνω απ’ όλα όμως, από το 1974 υπάρχει ένα σχολείο που λέγεται SAHETI (South African Hellenic Educational and Technical Institute). Σε αυτό το σχολείο έχουμε περίπου 1.300 παιδιά, από τα οποία τα 700 είναι Ελληνόπουλα. Εκεί τα μαθήματα γίνονται στα αγγλικά, αλλά διδάσκονται ελληνικά και έρχονται αποσπασμένοι δάσκαλοι από την Ελλάδα».


εμπορικό ισοζύγιο Ελλάδας – Ν/ Αφρικής