Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2021, τ. 1007

MATIEΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ του Νίκου Παπανδρέου – tulayev@gmail.com

Στις πρώτες εκατό ημέρες του, ο πρόεδρος Μπάιντεν, ο Sleepy Joe κατά τον αντίπαλό του, έχει αποδείξει ότι είναι τολμηρός, αποφασιστικός και πρόθυμος να αναλάβει πολιτικό ρίσκο.

Η δύναμη της Αμερικής πηγάζει όχι μόνο από την οικονομική και στρατιωτική της ισχύ, αλλά και από μια σειρά συμμαχιών. Ο Τραμπ προκάλεσε χάος στις παραδοσιακές αυτές συμμαχίες, βλέπε ΝΑΤΟ, WTO, OHE, EE, Συμφωνία Παρισιού για το Περιβάλλον και άλλα πολλά. Εντός δε της Αμερικής προώθησε μια άκρως διχαστική πολιτική μεταξύ των λευκών και των μη λευκών που δεν μαζεύεται εύκολα. O νέος πρόεδρος ξαναέβαλε την Αμερική στη Συμφωνία του Παρισιού, στο τμήμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ (UNHRC). Κινέζος αξιωματούχος σχολίασε ότι ήταν σαν να επιστρέφει ο άτακτος μαθητής στο θρανίο.

Προσπαθεί να απαλύνει την εμφύλια κατάσταση που προώθησε ο Τραμπ ανάμεσα σε λευκούς και μαύρους, με νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αστυνομία και άλλα νομοθετήματα. Παράλληλα, έχει πάρει γενναίες αποφάσεις για το περιβάλλον με ένα υπερφιλόδοξο πρόγραμμα μείωσης εκπομπών ρύπανσης.

Ως προς την εξωτερική πολιτική, δικαίως έχει εστιάσει στην Ασία. Η Κίνα, η μόνη υπερδύναμη που φτάνει την Αμερική οικονομικά και στρατιωτικά και είναι η μεγαλύτερη ξένη απειλή της, υποστηρίζει τώρα ότι η Αμερική βρίσκεται σε συστηματική παρακμή, και ίσως μη αναστρέψιμη. Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ δεν κρύβει την πεποίθησή του ότι η Αμερική έχει χάσει τη θέση της ως ηγέτιδα δύναμη – και δεν μπορεί να την ανακτήσει.

Αυτή η πεποίθηση διαμορφώνει την κινεζική στρατηγική και εξηγεί την πρόσφατη επιθετικότητά της στην Ασία με την Ταϊβάν και το Χονγκ Κονγκ, και ως εκ τούτου αποτελεί από μόνη της απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα.

Γι’ αυτό ο Μπάιντεν, παρά την κριτική, εγκαταλείπει δύο εστίες πολέμου: αποσύρει μετά από είκοσι χρόνια παρουσίας τον στρατό των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, σφραγίζοντας έτσι την ήττα της Δύσης και τη νίκη των Ταλιμπάν. Δεύτερον, αποσύρει τη στήριξη που παρείχε στη Σαουδική Αραβία, στον αιματηρό της βομβαρδισμό στην Υεμένη. Έτσι θα συγκεντρώσει την προσοχή της Αμερικής στη νέα σύγκρουση που διαμορφώνεται στην Ασία.

Κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο παρακολουθούν τις ΗΠΑ με σκεπτικισμό ή με αγωνία. Αναρωτιούνται αν μπορεί να ξεπεράσει τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει στη λειτουργία του πολιτεύματός της, δηλαδή την ποιότητα της δημοκρατίας.

Ο διαχωρισμός ψήφων 50-50 στη Γερουσία είναι κρίσιμος παράγοντας. Οι πρόεδροι πρέπει πάντα να ανταποκρίνονται σε διάφορα κομματικά συμφέροντα, αλλά ο Μπάιντεν δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει ούτε μία ψήφο στη Γερουσία. Το ίδιο του το κόμμα δεν είναι ενιαίο και δεν ψηφίζει en bloc. Άρα μπορεί ο κάθε γερουσιαστής να εκβιάσει.

Μέχρι στιγμής όμως ο Μπάιντεν έχει καταφέρει να τους μαζέψει όλους για να στηρίξουν ένα κυβερνητικό πρόγραμμα αξίας 6 τρισ. δολαρίων. Αλλά η ενότητα είναι εύθραυστη. Τέλος, οι σύμμαχοι και μη της Αμερικής αναρωτιούνται αν οι δεσμεύσεις του σημερινού προέδρου θα αντιστραφούν από τον όποιο διάδοχό του.

Δεν είναι μόνο οι Γερουσιαστές που πρέπει να ικανοποιηθούν. Πώς ζει ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών της Αμερικής σήμερα; Ειδικότερα εκείνοι που αντιπαθούν τον Μπάιντεν και βρήκαν τη «φωνή» τους στον Τραμπ; Βλέπουμε ότι υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούν ότι έχουν ρίζες σε συγκεκριμένα τοπία, που βρίσκονται «κάπου», και εκείνοι που βρίσκονται «παντού», που κάλλιστα μπορούν να ζήσουν στη Νέα Υόρκη αλλά και στη Σιγκαπούρη ή στο Μονακό.

Οι «κάπου» έχουν αναφορές σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία παρά το ότι κατοικούν σε σπίτι με ένα ξηρό γκαζόν που καταστράφηκε από ξηρασίες και πλημμύρες ή ζούνε σε μια πόλη στο Κολοράντο που καταστράφηκε από τα οπιοειδή, ή ζούνε δίπλα σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και σχολεία με σπασμένα παράθυρα, με μηδέν αποταμιεύσεις, με διαζύγια, με κατάθλιψη και άγχος και άλλες μορφές ψυχικής ασθένειας.

Σε αυτό το περιβάλλον η θρησκεία εμπορευματοποιείται και οπλίζεται. Η αγάπη για τη χώρα τους σημαίνει ξενοφοβία, πόλεμο, κλειστά σύνορα και ένα ένστικτο κατά του κράτους και της κυβέρνησης. Αυτή είναι η γκρίζα πλευρά της σημερινής Αμερικής (και της Αγγλίας, της Ουγγαρίας και όπου υποβόσκει ο εθνικισμός), όπου το αμερικανικό όνειρο είναι μύθος προηγούμενων γενιών. Εκείνοι που ακόμη στηρίζουν τον Τραμπ αισθάνονται ότι το έθνος, η οικογένεια, η περιουσία και οι παραδόσεις έχουν τραυματιστεί από την αποβιομηχάνιση, τον νεοφιλελευθερισμό, την παγκοσμιοποίηση και τις ψηφιακές τεχνολογίες.

Μέσα σε αυτούς τους περιορισμούς, και με έναν διχασμένο λαό, ο Μπάιντεν ξεκίνησε να εφαρμόζει το προοδευτικό του πρόγραμμα πάρα πολύ γρήγορα. Όπως απαιτεί το νέο διεθνές περιβάλλον, έχει δώσει προτεραιότητα στις ανάγκες εντός της χώρας. Δίνει σκόπιμα έμφαση στη διαμόρφωση πολιτικών που θα αποδείξουν στους Αμερικανούς αλλά και στον κόσμο πόσα μπορεί τελικά να προσφέρει μια σωστή κυβέρνηση.

Παράδειγμα: Για να αντιμετωπίσει ο Μπάιντεν την πανδημία, σε λίγες εβδομάδες η Αμερική, από τις τελευταίες στον κόσμο μεταξύ των μεγάλων χωρών στη χορήγηση των εμβολίων, έχει γίνει δεύτερη μετά την Αγγλία. Έφτασαν στα 200 εκατομμύρια εμβόλια πολύ πριν από την προθεσμία των εκατό ημερών που είχε θέσει ο πρόεδρος μόλις ανέλαβε τα ηνία.

Σε λιγότερο από πενήντα μέρες, το Κογκρέσο ενέκρινε το πακέτο ανακούφισης Covid ύψους 1,9 τρισ. δολαρίων, μεταξύ των μεγαλύτερων σχεδίων τόνωσης στην ιστορία των ΗΠΑ. Την 71η μέρα, ο Μπάιντεν ανακοίνωσε ένα ακόμη μεγαλύτερο σχέδιο για την ανοικοδόμηση των υποδομών, αξίας 2,3 τρισ. δολαρίων, «μια μοναδική επένδυση στην Αμερική» (το American Jobs Program) και έπεται ένα ακόμη αντίστοιχο για θέματα υγείας. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ένας πρόεδρος δεν έδωσε μόνο ένα δελτίο Τύπου ή μια φωτογραφία, αλλά λεπτομερείς νομοθετικά και πανέτοιμες προτάσεις στο Κογκρέσο.

Αυτή η επένδυση θα χρηματοδοτηθεί με μια αύξηση του φόρου επιχειρήσεων από το 21 στο 28 τοις εκατό. Ο Μπάιντεν κάνει λόγο για έναν φόρο στις μεγάλες πολυεθνικές τύπου Amazon και Apple, που θα υπολογίζεται με βάση το μερίδιο της αγοράς που κατέχει στην εγχώρια αγορά της κάθε χώρας στην οποία λειτουργεί. Οι λεπτομέρειες δεν είναι ακόμη πολύ ξεκάθαρες, αλλά δείχνει την πρόθεση να μαζέψει λίγο την τεράστια κερδοφορία των γιγάντων.

Το πώς θα εξελιχθεί η νέα αυτή προσπάθεια αναδιανομής του γνωστού «πλούτου» είναι ένα εγχείρημα για το οποίο δεν είμαι τόσο αισιόδοξος. Αναλυτές της αμερικανικής οικονομίας λένε ότι το μόνο που έχει να κάνει κανείς είναι να «κλείσει» τα γνωστά tax loopholes που προσφέρει η νομοθεσία των ΗΠΑ και που «αφήνουν» την Amazon και την Apple να πληρώνουν μηδαμινό φόρο κάθε έτος.

Η αντίθετη πλευρά έχει φυσικά σηκώσει τη σημαία της αντίστασης. Ήδη κατηγορεί τον Μπάιντεν για αχαλίνωτο «σοσιαλισμό», όπου το κράτος, με την αύξηση της φορολογίας, «κλέβει» τον μόχθο του επιχειρηματία υπέρ του «βαθέος κράτους» των Δημοκρατικών. Ο Rick Scott, Γερουσιαστής των Ρεπουμπλικάνων, σε πρόσφατο του άρθρο στο Newsweek γράφει ότι «ο πραγματικός εχθρός που αντιμετωπίζουμε είναι ο συστημικός σοσιαλισμός του Τζο Μπάιντεν.

Εκείνο που θα απογειώσει την οικονομία είναι τελικά ακριβώς εκείνο το πρόγραμμα επενδύσεων στις υποδομές. Θα ωφελήσει σημαντικά εκείνους τους εξαθλιωμένους πολίτες που στηρίζουν τον Τραμπ, αλλά και τις φτωχές κοινότητες «χρώματος», τους Αμερικανούς της υπαίθρου και εκείνους που βιώνουν την παρακμή από τη μεγάλη αποβιομηχανοποίηση και την άνοδο των ψηφιακών τεχνολογιών που τους αντικαθιστούν.

Αναρωτιέμαι λοιπόν, με το νέο του πρόγραμμα που θυμίζει ένα μεταπολεμικό Σχέδιο Μάρσαλ, μήπως ο Μπάιντεν είναι ο πραγματικός σωτήρας του δυτικού καπιταλισμού; Ο Sleepy Joe στα 78 του μήπως είναι ο τελευταίος καουμπόι, ο Γκάρι Κούπερ που εμφανίζεται ψηλός και τρανός στο παρά πέντε για να σώζει την πατρίδα; Ίδωμεν.