Σε λιγότερο από ένα μήνα, οι Γερμανικές εκλογές – σε κάτι σαν τρεις μήνες η νέα Γερμανική πολιτική

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Μπορεί οι ανατροπές να διαδέχονται η μια την άλλη – με την κατάρρευση της Αμερικανικής/ΝΑΤΟϊκής παρουσίας  στο Αφγανιστάν να αποτελεί την γεωπολιτική αιχμή, την εξέλιξη στο μέτωπο του κορωνοϊού που με την μετάλλαξη «Δέλτα» να ακυρώνει πολλές βεβαιότητες στο δύσκολα παραμεριζόμενο υγειονομικό άγχος: συνειδητά σήμερα μένουμε στα διεθνή, αφήνοντας λίγο τα δικά μας – και μπορεί οι εν λόγω ανατροπές να αναδεικνύουν τον ρόλο της αβεβαιότητας στα κενά και τις αδυναμίες της Ευρωπαϊκής μας γειτονιάς. Είδαμε την δυσοίωνη αμηχανία των «27» στα Αφγανικά, βλέπουμε νέα διαχειριστική παγίδα να στήνεται για την ΕΕ το φθινόπωρο της Covid-19. Ωστόσο, σε λιγότερο από έναν μήνα από σήμερα θα έχει ολοκληρωθεί μια εδώ και καιρό γνωστή πολιτική λειτουργία η οποία ενδέχεται να επηρεάσει αποφασιστικά, με τον ένα ή τον άλλο, τρόπο, την κεντρική πορεία των Ευρωπαϊκών πραγμάτων. Όμως κι αυτή η προγραμματισμένη, παραδοσιακά οργανωμένη διαδικασία, πηγαίνει από ανατροπή σε ανατροπή. Αναφερόμαστε στις Γερμανικές εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου.

Ήδη πριν λίγους μήνες, η ανάδυση των Πρασίνων σε δύναμη διεκδίκησης κεντρικού ρόλου στην μετεκλογική Κυβέρνηση συνασπισμού, καθώς είχαν προσπέρασει τους Σοσιαλδημοκράτες/SPD στην δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων (αλλά και στην  εντυπωσιακή προβολή της Ανναλένα Μπέρμποκ, την οποία επέλεξαν για να τους οδηγήσει στις κάλπες), «ξύπνησε» μια καμπάνια που έως τότε είχε την παραδοσιακή Γερμανική άνευρη πορεία. Προσθέστε, εδώ, ότι εδώ και καιρό οι Πράσινοι είχαν απομακρυνθεί αισθητά από τις πιο ριζοσπαστικές θέσεις παλιότερων δεκαετιών: συγκεντρώνουν, πέρα από τους οικολογικά προβληματισμένους, τους πιο ανήσυχους πολιτικά κατοίκους των μεγάλων πόλεων, υπονομεύοντας έτσι την SPD στο παλαιότερο κοινό της. Ακολούθησε η αυτοτραυματιστική πορεία του υποψηφίου των Χριστιανοδημοκρατών/CDU-CSU Άρμιν Λάσετ, ο οποίος φάνηκε από νωρίς ότι δεν χωρούσε σωστά στα παπούτσια της Καγκελαρίου Μέρκελ την οποία εκαλείτο να διαδεχθεί ως υποψήφιος – τουλάχιστον για την Καγκελαρία. Πάντως οι CDU-CSU δεν έπαυε να προπορεύεται άνετα στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων. Εως ότου, στην εντελώς τελευταία στροφή των πραγμάτων, βρέθηκε η SPD να προσπερνάει τόσο τους Πράσινους όσο και την CDU-CSU που πραγματοποιούν μια συνεχιζόμενη βύθιση εβδομάδων.

Λειτούργησαν και οι φονικές πλημμύρες των μέσων Ιουλίου στην νοτιοδυτική Γερμανία, σε Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία (τοπικός πρωθυπουργός ο δύσμοιρος Λάσετ, ο οποίος επεσώρευε γκάφες επικοινωνίας) και Ρηνανίας-Παλατινάτου. Που αληθινά συγκλόνισαν μιαν κοινή γνώμη, η οποία ήδη δεν αισθανόταν άνετα – καθόλου άνετα – με την διαχείριση της πανδημίας  του κορωνοϊού από ένα σημείο και πέρα. Ο πρόδηλος οικολογικός χαρακτήρας αυτής της καταστροφής λογικά θα βοηθούσε τους Πράσινους, με υποχώρηση της προπορευόμενης CDU. Πλην όμως…

… Ήρθε μια πρόσθετη ανατροπή. Ήδη, ο ρόλος του Ολαφ Σολτς – υποψηφίου για την Καγκελαρία από πλευράς SPD, αλλά και σημερινού Ομοσπονδιακού υπουργού Οικονομικών – στο ξεκλείδωμα της οικονομικής στήριξης για τα θύματα των πλημμυρών, βοήθησε το προφίλ του. Πέραν τούτου, ο Σολτς διαθέτει κάτι που δεν έχει ο Λάσετ, ούτε όμως και η – άπειρη – Μπέρμποκ. Ηγετικό προφίλ, λόγω πείρας σε ομοσπονδιακό επίπεδο.  Έτσι, λοιπόν , όταν οι δημοσκοπήσεις μετά τα μέσα Αυγούστου έφεραν την SPD στην δεύτερη θέση με τους Πρασίνους να υποχωρούν – έστω και λίγο – προς την τρίτη, τότε έμεινε ανοιχτό το ερώτημα αν το προφίλ Σολτς είναι που συνέβαλε στην άνοδο του SPD, ή αντιστρόφως. Όταν, τις τελευταίες μέρες, η SPD βρέθηκε – για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια! – να προσπερνάει και τους Χριστιανοδημοκράτες, όλες οι αναλύσεις άρχισαν να ξαναγράφονται!

Πάντως, αφού γίνουν οι εκλογές και προκύψει το αποτέλεσμα της Γερμανικής κάλπες – που έχουν λειτουργία απλής αναλογικής, πλην όμως «διορθωμένης» κατά ένα στοιχείο πλειοψηφικού σε μικρές/τοπικές εκλογικές περιφέρειες – μένει ανοιχτό το μείζον ζήτημα του σχηματισμού Κυβέρνησης. Κατ’ ανάγκην Κυβέρνησης συνασπισμού, καθώς και αυτή είναι η παράδοση στην Γερμανία, αλλά και αυτό «βγάζει» ο συνδυασμός του εκλογικού συστήματος, με μια κατάσταση προγνωστικών όπου CDU-CSU καταγράφηκαν πλέον στο 22% (σε υποχώρηση από ένα 28%), SPD στο 23% (σε άνοδο από ένα 17%), Πράσινοι σε ένα 18% (σε αισθητή υποχώρηση – προ μηνών είχαν αγγίξει την CDU-CSU). Καθώς οι συνδυασμοί ανά δυο «δεν βγαίνουν», ένας ακόμη υποψήφιος συμμετοχής σε συνασπισμό είναι οι Φιλελεύθεροι/FDP, του νεαρού,  φιλόδοξου Κρίστιαν Λίντνερ με 12%.

Εδώ, το πράγμα θέλει τριπλή προσοχή. Πρώτον, στην Γερμανική παράδοση δεν υπάρχουν αρνήσεις/ταμπού συνεργασίας. Όλοι μπορούν να συνεργάζονται με όλους – πλην των «δηλητηριωδών» AfD/Ακροδεξιών. Οι θεωρούμενοι αριστεροί της SPD ουδέποτε είχαν ζήτημα συνεργασίας με την δεξιά (αλλά συνήθως κοινωνική…) CDU, ακόμη και με την δεξιότερη CSU: άλλωστε Grosse Koalition λειτούργησε επί χρόνια και χρόνια – και αυτό ήταν που «ξεπουπούλιασε» την Σοσιαλδημοκρατία. Οι Πράσινοι δεν είναι μόνο που έχουν προσγειωθεί από τις αντικαπιταλιστικές κορώνες τους, αλλά έχουν δει την Καγκελάριο Μέρκελ, να αιχμαλωτίζει πλήθος περιβαλλοντικών/δικών τους ευαισθησιών: πάντως η CDU δεν θάθελε να υπερ-πιεσθεί η βιομηχανία από κανόνες και περιορισμούς. Και οι Φιλελεύθεροι; Παλιότερα είχαν αριστερότερη κλίση – κάποια στιγμή στράφηκαν δεξιά, βρέθηκαν ακόμη και εκτός Κοινοβουλίου (δηλαδή κάτω από 5%). τώρα θεωρούνται αρκετά δεξιόστροφοι – αλλά με αντάλλαγμα π.χ. το υπουργείο Οικονομικών ο Κρ. Λίντνερ τίποτε δεν θα απέκλειε!

Δεύτερο σκαλοπάτι: ποιος από τους τωρινούς  θα είχε προφίλ Καγκελαρίου; Ακόμη και την εποχή «υψηλής πτήσης» των Πρασίνων, η Ανναλένα Μπέρμποκ δεν έπειθε. Εδώ, η φιγούρα του Όλαφ Σολτς μπορεί να παίξει ρόλο. Βέβαια, η δημοκρατική αναγνώριση στην λειτουργία της κάλπης σημαίνει ότι ακόμη και  μικρές διαφορές αποτελέσματος μπορεί να ορίζουν την πρόσβαση στην Καγκελαρία. αν κάποιος των συμμετεχόντων προπορευθεί αισθητά, έχει την Καγκελαρία.

Τρίτο σκαλοπάτι: η παράδοση Κυβερνήσεων συνασπισμού στην Γερμανία συνοδεύεται από ένα εργαλείο που ονομάζεται Koalitionsvertrag, Συμφωνία Συνασπισμού. Μην θυμηθείτε το ολιγοσέλιδο κείμενο ΝΔ (Χρύσανθου Λαζαρίδη) – ΠΑΣΟΚ (Κωστή Σκανδαλίδη) – ΔΗΑΝΑ (Δημήτρη Χατζησωκράτη), που μας χάρισε την διακυβέρνηση μετά τις δεύτερες κάλπες του 2012… Οι Συμφωνίες Συνασπισμού εκεί είναι διεξοδικές. θα λειτουργήσουν δεσμευτικά, όταν «κλείσουν». καλύπτουν με ζαλιστική λεπτομέρεια σειρά ζητημάτων, μέχρι δημοσιονομικά ποσοστά συμφωνούνται, μέχρι νομοθετικές ρυθμίσεις προδιαγράφονται (και διατυπώσεις προσυμφωνούνται), μέχρι χρονοδιαγράμματα τίθενται (και, εν συνεχεία, τηρούνται). Γι αυτό άλλωστε η διάρκεια της διαπραγμάτευσης – ιδίως αν υπάρχουν τρεις συμμετέχοντες – διαρκούν βδομάδες και βδομάδες. Πριν το τέλος του φθινοπώρου, δύσκολα θα προκύψει Γερμανική Κυβέρνηση…

Α, ναι, κι ένα τελευταίο: κεντρικές κατευθύνσεις δύσκολα αλλάζουν άρδην στην Γερμανία. Όσοι π.χ. προσδοκούν ένα μόνιμο Ταμείο Ανάκαμψης στην ΕΕ ως νέα Γερμανική στάση, ή πάλι ένα απότομο φρενάρισμα στις ΓερμανοΤουρκικές σχέσεις ακόμη και με Πρασίνους και SPD στην Κυβέρνηση (μαζί με FDP, Κυβέρνηση «φωτεινού σηματοδότη» – Κόκκινο, Κίτρινο, Πράσινο), μάλλον πρόωρα αισιοδοξούν. Και, βέβαια, όπου πάει η Γερμανία, θα συρθεί η «Ευρώπη». [Εδώ, μια υποσημείωση: καμιά Κυβέρνηση Συνασπισμού, κανένα Koalitionsvertrag δεν θα τολμήσει να αναφερθεί στο πιο βαρύ μέτωπο που θα συνεχίσει να υπονομεύει το αύριο – την διαφορά του Γερμανικού Συνταγματικού με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Που δεν αμβλύνθηκε, βαθαίνει].