Η Χρύσα Σοφιανοπούλου, εθνική διαχειρίστρια του διαγωνισμού PISA, μιλάει στην Οικονομική για τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος στον 21ο αιώνα

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάϊος 2022, τ.1018

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

συνέντευξη στον Απόστολο Λακασά

«Το σχολείο φτιάχτηκε για έναν παλιότερο κόσμο και οφείλει να προσαρμοστεί στη σημερινή εποχή, είτε αυτό αφορά στις τεχνολογικές εξελίξεις, είτε στις ανάγκες, στα κίνητρα και κυρίως στις δυνατότητες της γενιάς Ζ και της νεότερης, είτε στο πώς εκπαιδεύει πολίτες του κόσμου. Χαρακτηριστικό είναι όταν στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, με τη μάχη του Μακρόν και της Λε Πεν, ρώτησα τους πρωτοετείς φοιτητές μου “ποιο σημαντικό γεγονός είχαμε χθες στην Ευρώπη;” δεν γνώριζε κανείς να μου απαντήσει» λέει στην Οικονομική Επιθεώρηση η Χρύσα Σοφιανοπούλου, μέλος του ΔΣ του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), εθνική διαχειρίστρια του διαγωνισμού PISA του ΟΟΣΑ και καθηγήτρια στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. «Επιπλέον έχουμε αναχρονιστικό εξεταστοκεντρικό σύστημα, από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Καμία αλλαγή ή καινοτομία δεν πρόκειται να εφαρμοστεί αν δεν έχουμε εκπαιδευτικούς κινητοποιημένους, με υψηλού επιπέδου και απαιτητικές σπουδές, με υψηλούς μισθούς, και όλα αυτά να οδηγούν σε ένα επάγγελμα κύρους» προσθέτει, ενώ σχολιάζει τις αντιδράσεις που προκαλεί στην Ελλάδα ο διαγωνισμός PISA αλλά και την κοντόφθαλμη στάση των ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας.

 

Γιατί θεωρείτε σημαντική τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Διεθνές Πρόγραμμα Αξιολόγησης Μαθητών PISA του ΟΟΣΑ;

Πριν από τρία χρόνια σε ένα συνέδριο στη Στοκχόλμη συγκράτησα αυτό που είπε η υπουργός Παιδείας της Σουηδίας με αφορμή τη μείωση της επίδοσης της χώρας της στο PISA: «Δεν μας ενδιαφέρει ο ανταγωνισμός ή η σύγκριση με τις άλλες χώρες, αλλά με τον εαυτό μας. Χάρη στο PISA αναγνωρίσαμε τα προβλήματα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, συζητήσαμε με τους εκπαιδευτικούς και αξιοποιήσαμε τα δεδομένα της έρευνας σύμφωνα με τη δική μας κουλτούρα ώστε να βελτιωθούμε». Το PISA παρέχει στη χώρα μας, όπως σε όλες τις συμμετέχουσες, μία βάση δεδομένων που διαφορετικά δεν θα μπορούσε να συλλέξει κάποιος. Πλήθος πληροφοριών για τη δομή και τη λειτουργία της εκπαίδευσης, τις αντιλήψεις-στάσεις και πρακτικές των μαθητών και των διευθυντών των σχολείων – και, βέβαια, γνώσεις και δεξιότητες στα τρία γνωστικά αντικείμενα: Κατανόηση Κειμένου, Μαθηματικά, Φυσικές Επιστήμες. Προσφέρεται ένα παράθυρο στη γνώση για όσους χαράσσουν εκπαιδευτική πολιτική για να αντιμετωπίσουν όχι τα επείγοντα αλλά τα σημαντικά. Αν μη τι άλλο, αξιοποιώντας τα δεδομένα φτιάχνουμε καλύτερα σχολεία. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η αξιολόγηση του PISA είναι άδικη, επειδή οι μαθητές έρχονται αντιμέτωποι με προβλήματα που δεν έχουν συναντήσει στο σχολείο. Υπενθυμίζω όμως πως η πραγματική δοκιμασία στη ζωή δεν είναι να θυμηθούμε τι μάθαμε στο σχολείο χθες, αλλά να είμαστε σε θέση σήμερα να λύσουμε προβλήματα τα οποία δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε. Και το προσωπικό μου στοίχημα; Να εκμεταλλευτούμε το PISA ως εργαλείο για να πετύχουμε μια δίκαιη και ισότιμη εκπαίδευση. Δηλαδή μια εκπαίδευση που θα δίνει τη δυνατότητα στους μειονεκτούντες μαθητές να κατακτήσουν υψηλά επίπεδα γνώσεων και δεξιοτήτων. Αναφορικά με τις διεθνείς συγκρίσεις, δεν ήταν ποτέ εύκολες ούτε συνιστούν το καλύτερο δυνατό εργαλείο. Όμως, αντλώντας έμπνευση από τα διδάγματα των άλλων και με την προσαρμογή τους στο τοπικό πλαίσιο ανοίγονται προοπτικές σε ένα ευρύτερο φάσμα επιλογών εκπαιδευτικής πολιτικής.

 

Ποιες δεξιότητες κρίνετε απαραίτητο να κατέχουν οι νέοι κατά την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης;

Θα σας πω ποια είναι η θεώρηση του PISA περί δεξιοτήτων. Στο PISA πιστεύουμε ότι η εκπαίδευση αφορά στην προώθηση του πάθους για μάθηση, στην τόνωση της φαντασίας και στην ανάπτυξη ανεξάρτητων πολιτών που θα μπορούν να πάρουν αποφάσεις για να διαμορφώσουν το μέλλον τους. Επομένως, δεν ανταμείβουμε τους μαθητές για την αναπαραγωγή υλικού που έμαθαν στην τάξη. Για να γράψουν καλά στο PISA, οι μαθητές πρέπει να είναι σε θέση να «ξεχάσουν» αυτά που γνωρίζουν, να σκεφτούν πέρα από τα όρια των γνωστικών αντικειμένων και να εφαρμόσουν τις γνώσεις τους δημιουργικά σε νέες καταστάσεις. Θεωρούμε επίσης τη δημιουργική σκέψη, την εφευρετικότητα, την περιέργεια, την καινοτομία και τη συνεργατικότητα ως απαραίτητα στοιχεία της εκπαίδευσης.

 

Πολλοί από όσους αντιδρούν στο PISA αναφέρουν ότι ο ΟΟΣΑ με εργαλείο το PISA πρωτοστατεί στην πολιτική επιτήρησης, συμμόρφωσης, πιστοποίησης «εκπαιδευτικών προϊόντων» και «εκπαιδευτικών υπηρεσιών» και ανταγωνισμού. Υποστηρίζουν ότι οι βασικοί του πολιτικοί και ιδεολογικοί άξονες κινούνται γύρω από την ενθάρρυνση ενός ακραίου διεθνούς ανταγωνισμού με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια, την υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, την ένταση των εξεταστικών διαδικασιών, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών. Τι απαντάτε;

Για πολλά θα μπορούσε να μιλήσει κάθε ειδικός σε θέματα επιστημονικής εκπαιδευτικής έρευνας αναφορικά με το πρόγραμμα PISA. Και θα το έκανε, χωρίς αμφιβολία, τεκμηριωμένα – η παραφιλολογία και η αυθαιρεσία εξάλλου δεν χωρούν εδώ. Το λάθος που συντελείται είναι ότι οι περισσότερες κριτικές ασκούνται κατά κύριο λόγο: α) από μη ειδικούς και β) στη χρήση των αποτελεσμάτων και κυρίως στα συμπεράσματα του ΟΟΣΑ. Το PISA δεν είναι ευαγγέλιο, αλλά δεν είναι και υπεύθυνο για όλες τις κακοδαιμονίες μας. Πρώτα απ’ όλα το mandate στον ΟΟΣΑ παρέχεται από τις χώρες-μέλη του, όπως γίνεται στην UNESCO και στη UNICEF. Το όργανο λήψης αποφάσεων είναι το διοικητικό συμβούλιο PISA, το οποίο έχει εκπροσώπους από όλες τις χώρες. Επίσης, το PISA δεν υποδεικνύει, ούτε επιβάλλει, κάποιο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Η αξιοποίηση των δεδομένων του είναι στη διακριτική ευχέρεια κάθε χώρας.

Μία από τις πραγματικά ενδιαφέρουσες κριτικές είναι εκείνη της Γαλλίδας καθηγήτριας της Σορβόννης Marie Duru-Bellat. Ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία των αποτελεσμάτων εξαρτάται από την οπτική με την οποία ο καθένας τα αντιμετωπίζει. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Ας πάρουμε το παράδειγμα της ερμηνείας των καλών φινλανδικών αποτελεσμάτων. Αν κάποιος είναι συνδικαλιστής, θα τα συνδέσει με το υψηλό επίπεδο των μισθών και το κύρος των εκπαιδευτικών. Αν κάποιος δώσει βαρύτητα στην παιδαγωγική, θα αποδώσει τα καλά αποτελέσματα στην εξατομικευμένη παρακολούθηση των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις. Εάν έχουμε μια a priori ευνοϊκή στάση για την αυτονομία των θεσμικών οργάνων, θα δώσουμε έμφαση στο γεγονός ότι τα σχολεία της Φινλανδίας έχουν υψηλότερο επίπεδο αυτονομίας από τις άλλες χώρες». Το σίγουρο είναι ότι μία έρευνα δεν κάνει την εκπαιδευτική πολιτική και ότι αυτή προφανώς δεν μπορεί να περιορίζεται στο PISA.

 

Ποια είναι η κατάσταση του ελληνικού σχολείου; Πού πάσχει; Ποια τα θετικά του;

Θα αναφέρω τι σχολίασε ένας εκπαιδευτικός και εκτιμώ ότι συμπυκνώνει το τι είναι το ελληνικό σχολείο. Συζητώντας για κάποιον μαθητή που διέπρεψε στις σπουδές του στο εξωτερικό και στη συνέχεια στην αγορά εργασίας και όμως «ήταν ο τελευταίος και με απόσταση από τον προτελευταίο» στην τάξη του εδώ, ανέφερε ότι «παραλίγο να τον χάσουμε εξαιτίας του ελληνικού φορμαλιστικού συστήματος». Το σχολείο φτιάχτηκε για έναν παλιότερο κόσμο και οφείλει να προσαρμοστεί στη σημερινή εποχή, είτε αυτό αφορά στις τεχνολογικές εξελίξεις, είτε στις ανάγκες, στα κίνητρα και κυρίως στις δυνατότητες της γενιάς Ζ και της νεότερης, είτε στο πώς εκπαιδεύει πολίτες του κόσμου. Χαρακτηριστικό είναι όταν στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, με τη μάχη στήθος με στήθος του Μακρόν και της Λε Πεν, ρώτησα τους πρωτοετείς φοιτητές μου «ποιο σημαντικό γεγονός είχαμε χθες στην Ευρώπη;» δεν γνώριζε κανείς να μου απαντήσει.

Πρέπει να επισημάνω όμως τις προσπάθειες που γίνονται τα τελευταία χρόνια προς τον εκσυγχρονισμό των Προγραμμάτων Σπουδών, την εισαγωγή των δεξιοτήτων του 21ου αιώνα και τον ψηφιακό μετασχηματισμό στην εκπαίδευση. Επιπλέον, είναι αναχρονιστικό το εξεταστοκεντρικό σύστημα, από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Ένα σημείο ακόμη, που ίσως είναι η αχίλλειος πτέρνα του σχολείου, είναι οι εκπαιδευτικοί. Καμία αλλαγή ή καινοτομία δεν πρόκειται να εφαρμοστεί αν δεν έχουμε εκπαιδευτικούς κινητοποιημένους, με υψηλού επιπέδου και απαιτητικές σπουδές, με υψηλούς μισθούς, και όλα αυτά να οδηγούν σε ένα επάγγελμα κύρους.

 

Για πρώτη φορά αναλάβατε την άμισθη θέση της εθνικής διαχειρίστριας του διαγωνισμού PISA το 2008. Έκτοτε, οι ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας με τις οποίες συμπέσατε, πόσο αξιοποίησαν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού στις πολιτικές που υιοθέτησαν;

Εδώ μάλλον θα δώσω βήμα σε όσους διακηρύττουν ότι θα έπρεπε να σταματήσουμε να συμμετάσχουμε αφού δεν αξιοποιούμε τα αποτελέσματα. Όσες ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας ασχολήθηκαν –έστω και ακροθιγώς– με το PISA, το έκαναν με τον κοντόφθαλμο στόχο να ανέβει ο μέσος όρος επίδοσης της Ελλάδας έστω και λίγα μόρια στην κατάταξη των χωρών. Κάτι το οποίο προφανώς δεν είναι εφικτό αν δεν πραγματοποιηθούν ριζικές αλλαγές. Μία προσπάθεια αξιοποίησης μόνο του θεωρητικού πλαισίου των γνώσεων και δεξιοτήτων, όπως αυτές ορίζονται στο PISA, έγινε κατά την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών. Υπάρχει, όμως, πλήθος άλλων δεδομένων που μας δίνει το PISA για το εκπαιδευτικό μας σύστημα και δεν έχουν αξιοποιηθεί ποτέ. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ποιες είναι οι πρακτικές διδασκαλίας που οδηγούν σε καλύτερες επιδόσεις ή ποια είναι τα κίνητρα των μαθητών για μάθηση ή πόση βαρύτητα έχουν οι σχολικές δραστηριότητες εκτός προγράμματος.