Εφαρμογές και πλατφόρμες όπως η Airbnb, η Uber και το Kickstarter αλλάζουν τα δεδομένα στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μετακινούνται, κάνουν διακοπές και αγοράζουν προϊόντα

Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2022, τ.1017

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

του Δημήτρη Πεφάνη

 

To 2013, η συμμετοχή της οικονομίας διαμοιρασμού σε τομείς όπως η φιλοξενία, οι μετακινήσεις, τα πολυμέσα, οι χρηματοδοτήσεις και η αγορά εργασίας κατά περίπτωση ήταν μόλις 5% του συνόλου. Το 2025, σύμφωνα με στοιχεία έρευνας της PwC, το ποσοστό αυτό θα εκτιναχθεί στο 50%! Και σε απόλυτες τιμές, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες το μέγεθος της οικονομίας διαμοιρασμού για τους παραπάνω τομείς αναμένεται να εκτιναχθεί στα 335 δισ. δολάρια, έναντι 15 δισ. δολαρίων το 2013.

Η οικονομία διαμοιρασμού ήρθε για να μείνει – και αυτό είναι ξεκάθαρο. Εφαρμογές και πλατφόρμες όπως η Airbnb, η Uber και το Kickstarter αλλάζουν τα δεδομένα στον τρόπο με τον οποίο μετακινούμαστε, ταξιδεύουμε, μένουμε στις διακοπές μας και αγοράζουμε προϊόντα. Την ίδια στιγμή, οι επιπτώσεις της πανδημίας, αλλά και πρόσφατα της εκτίναξης των τιμών της ενέργειας των αγαθών, δίνουν ώθηση στην οικονομία διαμοιρασμού, καθώς αποτελεί διέξοδο μείωσης του κόστους σε παγκόσμιο επίπεδο. Αντίστοιχα, στην αγορά εργασίας, η δημοφιλία της εξ αποστάσεως απασχόλησης ανοίγει διάπλατα τον δρόμο σε πλατφόρμες και μοντέλα διαμοιρασμού ανθρωπίνων πόρων. Και βέβαια, οι τεχνολογικές εξελίξεις επιτρέπουν την ανάπτυξη πλήθους εφαρμογών που βασίζονται στο “sharing economy” και επεκτείνονται πλέον στο σύνολο του επιχειρείν, ακόμα και μεταξύ των εταιρειών που μοιράζονται μηχανήματα ή και αποθηκευτικούς χώρους για να πετύχουν εξοικονόμηση κόστους.

Ιδιαίτερα δημοφιλείς έχουν γίνει το τελευταίο διάστημα και οι πλατφόρμες crowdfunding, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το Kickstarter και το Indiegogo, όπου οι συμμετέχοντες μπορούν από κοινού να χρηματοδοτήσουν κάθε είδους project. Μάλιστα, σε αυτά εντάσσονται κοινωνικές και ακτιβιστικές δράσεις, για τις οποίες οι εμπνευστές τους δεν θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να βρουν χρηματοδότηση.

Στον αντίποδα, η αλματώδης επέκταση μιας οριακά ή καθόλου ρυθμιζόμενης οικονομία εγείρει αντιδράσεις και προβληματισμούς. Από τους ξενοδόχους και τους ενοικιαστές που νιώθουν στο πετσί τους τις συνέπειες από το φαινόμενο Airbnb μέχρι τους επαγγελματίες οδηγούς που εναντιώνονται στο Uber, οι φωνές είναι πολλές και ηχηρές. Και ταυτόχρονα, όσο η οικονομία διαμοιρασμού επεκτείνεται στην αγορά εργασίας, τόσο αυξάνουν οι προβληματισμοί –αλλά και τα παραδείγματα– καταστρατήγησης των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων όπως τα γνωρίζουμε.

Τι είναι η οικονομία διαμοιρασμού

Για να γίνει κατανοητή η αλλαγή που έφερε παγκοσμίως η οικονομία διαμοιρασμού, ας αναλογιστούμε το εξής: Για πολλά χρόνια οι επιχειρήσεις λειτουργούσαν με γραμμική λογική: οι κατασκευαστές κατασκεύαζαν, οι διανομείς διένειμαν και οι πελάτες αγόραζαν αγαθά, τα οποία και είχαν στην κατοχή τους για όλη τη διάρκεια της ωφέλιμης ζωής τους ή μέχρι να τα μεταπωλήσουν, κατά κανόνα σε ένα κλάσμα της αρχικής τους αξίας.

Το μοντέλο αυτό άρχισε να αλλάζει από το 2008 περίπου, όταν έκανε την εμφάνισή του ένα νέο μοντέλο κατανάλωσης, όπου η προσωρινή πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες αντικαθιστά τη «μόνιμη» ιδιοκτησία. Στην αιχμή του μοντέλου αυτού βρέθηκε μια ομάδα αμιγώς ψηφιακών εταιρειών που προσφέρουν την πλατφόρμα μέσω της οποίας γίνεται ο διαμοιρασμός των περιουσιακών στοιχείων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων. Αυτό το νέο μοντέλο αναφέρεται συχνά ως sharing economy, ή οικονομία διαμοιρασμού στα ελληνικά. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την οικονομική δραστηριότητα των ψηφιακών πλατφορμών που διευκολύνουν τις συναλλαγές όπου οι χρήστες έχουν προσωρινή πρόσβαση σε περιουσιακό στοιχείο, υπηρεσία ή δεξιότητα ενός παρόχου υπηρεσιών το οποίο κατά κανόνα δεν χρησιμοποιείται πλήρως. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι πλατφόρμες όπως η Airbnb, όπου κάτοχοι ακινήτων μπορούν να τα νοικιάσουν για όσο διάστημα δεν τα χρησιμοποιούν, ή η Uber, όπου ιδιώτες κάτοχοι αυτοκινήτων μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν ως μέσα μαζικής μεταφοράς, προσφέροντας υπηρεσίες μετακίνησης.

Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι συναλλαγές δεν επιφέρουν καμία αλλαγή στην ιδιοκτησία των αγαθών ή της υπηρεσίας, δηλαδή αυτός που νοικιάζει το σπίτι του μέσω Airbnb δεν το πουλάει στην πλατφόρμα, όπως και όποιος προσφέρει υπηρεσίες μέσω Uber κρατά την ιδιοκτησία του αυτοκινήτου του.

Αντίστοιχα, σε αντίθεση με τους «παραδοσιακούς παίκτες του κλάδου», οι εταιρείες που βασίζονται στην οικονομία διαμοιρασμού δεν έχουν ιδιόκτητα πάγια, αλλά λαμβάνουν μια μικρή προμήθεια ανά συναλλαγή, καθώς προσφέρουν τις κατάλληλες πλατφόρμες, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν ως έμπιστη τρίτη οντότητα, προσφέροντας ασφάλεια μεταξύ των συναλλασσομένων. 

Το φαινόμενο Airbnb

Η οικονομία διαμοιρασμού είναι πολύ πιο παλιά από όσο νομίζουμε. Εδώ και δεκαετίες η DHL επιβράβευε με δωρεάν πτήσεις όσους επιβάτες επέλεγαν να πάρουν μαζί τους στο αεροπλάνο δικά της πακέτα, μειώνοντας έτσι το κόστος για την εταιρεία.

Όμως, η εφαρμογή που πραγματικά άλλαξε τα δεδομένα είναι η Airbnb, η πιο δημοφιλής πλατφόρμα διαμοιρασμού διαμονής, με τα εκατομμύρια των υποστηρικτών και αντίστοιχα τους φανατικούς εχθρούς. Ξεκινώντας ως μια λύση στην εύρεση φθηνής στέγης στη δυτική ακτή των ΗΠΑ, ειδικά κατά την περίοδο των μεγάλων εκθέσεων, η Airbnb πραγματοποιεί ετήσιο τζίρο που ξεπερνά τα 6 δισεκατομμύρια ευρώ. Αντίστοιχα, το 2021 οι συνολικές διαμονές ξεπέρασαν τα 300 εκατομμύρια, αυξημένες κατά 55% σε σχέση με το 2020, όταν και είχαν μειωθεί κατακόρυφα λόγω της πανδημίας. Πλέον μιλάμε για παγκόσμιο φαινόμενο, καθώς ανά πάσα στιγμή στην πλατφόρμα της Airbnb διατίθενται περισσότερα από 6 εκατομμύρια ακίνητα σε 220 χώρες και πάνω από 100.000 πόλεις.

Όσο για τη χώρα μας, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της εταιρείας Grant Thornton, το δυναμικό μοντέλο διάθεσης και κατανάλωσης υπηρεσιών και αγαθών της οικονομίας διαμοιρασμού αντιπροσώπευε περίπου 1,9 δισ. του τουριστικού κλάδου ή 10% της τουριστικής δαπάνης για το έτος 2019. Πρόκειται και για το ιστορικό υψηλό, δεδομένου ότι το 2020 παρατηρήθηκε κατακόρυφη μείωση στις κρατήσεις, ενώ το 2021 θεωρήθηκε «ενδιάμεση» χρονιά.

Αντίστοιχα, σύμφωνα με την έρευνα της E-Real Estates, η οικονομία διαμοιρασμού τα τελευταία χρόνια (πριν από την πανδημία του κορονοϊού) ενίσχυσε την ελληνική οικονομία μέσω των εισπραχθέντων φόρων με περισσότερα από 444 εκατ. ευρώ. Από αυτά, 68 εκατ. ευρώ αφορούν το 2017, 176 εκατ. ευρώ αφορούν το 2018 και περίπου 200 εκατ. ευρώ το 2019. Αντίστοιχα, ο τζίρος της οικονομίας διαμοιρασμού για την ελληνική οικονομία από τον Ιούνιο του 2018 έως τον Μάιο του 2019 άγγιξε τα 1,15 δισ. ευρώ. Τέλος, τα ακίνητα που καταχωρήθηκαν σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης το 2018 ήταν 72.144 (αύξηση κατά 21% σε σχέση με το 2017) και τον Δεκέμβριο του 2019 άγγιξαν τις 94.592.

Η Uber και το car sharing

Ένας ακόμα από τους τομείς που επωφελήθηκε περισσότερο από τις αλλαγές στη νοοτροπία των καταναλωτών αλλά και από τις οικονομικές εξελίξεις είναι ο τομέας των μεταφορών και της κινητικότητας. Σύμφωνα με την PwC, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε ότι περίπου το 75% από τα ένα δισεκατομμύριο αυτοκίνητα που κυκλοφορούν χρησιμοποιούνται από μόνο ένα άτομο. Επιπλέον, τα ιδιωτικά οχήματα μένουν αχρησιμοποίητα για το 95% του χρόνου λειτουργίας τους. Αντίστοιχα, το 43% των Αμερικανών θεωρούν την ιδιοκτησία αυτοκινήτου ως ενόχληση και ταλαιπωρία. Σύμφωνα με την PwC, ο συνδυασμός των παραγόντων αυτών συντελεί στο να προκύψει η ευκαιρία για τους καταναλωτές να βγάλουν χρήματα από αυτοκίνητα που στην πράξη παραμένουν αχρησιμοποίητα. Μάλιστα, η εκτίναξη των τιμών των καυσίμων το τελευταίο διάστημα λειτουργεί ως επιπλέον καταλύτης για ανάπτυξη σχετικών υπηρεσιών, καθώς τα οφέλη από την εξοικονόμηση καυσίμων πολλαπλασιάζονται.

Έτσι, για παράδειγμα, στην οικονομία του διαμοιρασμού εντάσσονται οι υπηρεσίες ride-sharing, που αφορούν συνήθως μικρότερες διαδρομές, κυρίως εντός του αστικού ιστού. Οι δύο μεγαλύτερες εισηγμένες εταιρείες που επωφελούνται από την τάση του ride-sharing είναι η Uber και η Lyft. Η Uber έχει ετήσια έσοδα άνω των 17,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων από περισσότερους από 101 εκατομμύρια ενεργούς χρήστες σε περισσότερες από 900 αστικές περιοχές παγκοσμίως. Ομοίως, η Lyft, η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία του κλάδου, έχει ετήσια έσοδα 3,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, ενώ δραστηριοποιείται σε 644 πόλεις στις ΗΠΑ και 12 στον Καναδά. Αντίστοιχα, σημαντική άνοδο γνωρίζουν οι υπηρεσίες car pooling μεταξύ ιδιωτών, καθώς πλέον –μέσα από τις σχετικές πλατφόρμες– οργανώνονται από κοινού μεταφορές με στόχο τη μείωση του κόστους των καυσίμων. Η πανδημία είχε «παγώσει» τις σχετικές λύσεις κυρίως λόγω του υγειονομικού κινδύνου, όμως τα νέα δεδομένα στα κόστη μεταφοράς τις έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο.

Ταυτόχρονα, αύξηση καταγράφουν και οι υπηρεσίες car-sharing, μέσω των οποίων οι καταναλωτές μπορούν να έχουν πρόσβαση σε οχήματα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και για μεγαλύτερες διαδρομές σε ευέλικτες και προσιτές τιμές. Πρόκειται για το “Airbnb” των ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων, όπου ο ιδιοκτήτης ενός οχήματος μπορεί να το νοικιάσει για μικρό χρονικό διάστημα και να βγάλει κάποια χρήματα, ενώ υπό άλλες συνθήκες το όχημα θα του ήταν άχρηστο.

Ενδιαφέρον έχει επίσης το γεγονός ότι η οικονομία διαμοιρασμού επεκτείνεται και μεταξύ των επιχειρήσεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα επαγγελματικά οχήματα. Για παράδειγμα, υπάρχουν πλατφόρμες διαμοιρασμού γεωργικών ή και κατασκευαστικών μηχανημάτων, που επιτρέπουν στις εταιρείες να διαθέτουν εξοπλισμό που δεν χρησιμοποιούν και αντίστοιχα να τον χρησιμοποιούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μειώνοντας σημαντικά το συνολικό κόστος για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.

Προκλήσεις και αντιδράσεις

Όμως, η ραγδαία επέκταση της οικονομίας διαμοιρασμού έχει προκαλέσει μια σειρά από επιπτώσεις και αντιδράσεις, με πιο χαρακτηριστικά τα δρώμενα στην αγορά των ακινήτων και τον τομέα της φιλοξενίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Grant Thornton, δεδομένου ότι η οικονομία διαμοιρασμού αποτελεί ένα σταδιακά αυξανόμενο μέγεθος, εκτιμάται πως θα προκαλέσει επιδράσεις τόσο στην τουριστική αγορά όσο και σε συνδεόμενες αγορές.

Η οικονομία διαμοιρασμού του τουριστικού κλάδου επηρεάζει άμεσα την αγορά ακινήτων και τα δημόσια έσοδα, έχει περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ ασκεί επίδραση και στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, προκαλεί πρόσθετες επιδράσεις, ειδικά σε επίπεδο αστικής «φυσιογνωμίας» (αστικού τοπίου) και κοινωνικής συμβίωσης. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι επιπτώσεις έχουν ως εξής:

Επιπτώσεις στην αγορά ακινήτων: Στο επίπεδο του Δήμου Αθηνών η αύξηση κατά 25% του μεγέθους της οικονομίας διαμοιρασμού το 2018 αύξησε τις τιμές των ενοικίων μακροχρόνιας μίσθωσης κατά 9,3%, ενώ σε επίπεδο χώρας η αύξηση κατά 25% του μεγέθους της οικονομίας διαμοιρασμού το 2018 αύξησε τις τιμές των ενοικίων μακροχρόνιας μίσθωσης κατά 8,7%.

Επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα και την αγορά εργασίας: Τα δημόσια έσοδα και οι θέσεις εργασίας του ξενοδοχειακού κλάδου μειώνονται λόγω του αποτελέσματος υποκατάστασης που προκαλεί η οικονομία διαμοιρασμού. Ειδικότερα, η καθαρή απώλεια που προκύπτει ως απόρροια του γεγονότος ότι η φορολογία των ξενοδοχείων είναι σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχει στερήσει πόρους από κοινωνικές πολιτικές, ενώ σε ό,τι αφορά την αγορά εργασίας προκαλείται αλλοίωση του εργασιακού μοντέλου και ενισχύεται η «αθέατη» εργασία.

Επιπτώσεις στο περιβάλλον: Η διαμονή σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης προκαλεί μεγαλύτερη περιβαλλοντική επίπτωση σε σχέση με τη διαμονή σε μακροχρόνια μίσθωση, λόγω της διαφορετικής συμπεριφοράς που επιδεικνύει ένας ένοικος μιας βραχυχρόνιας μίσθωσης σε σχέση με έναν ένοικο μιας μακροχρόνιας. Ειδικότερα, προκαλεί 21% μεγαλύτερη επιβάρυνση στη διαχείριση απορριμμάτων, επιβαρύνει τα δίκτυα μεταφοράς, ενώ χαρακτηρίζεται και από μη συνετή οικιακή ενεργειακή κατανάλωση.

Επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή: Η οικονομία διαμοιρασμού στον τουρισμό προκαλεί επιπτώσεις σε επίπεδο κοινωνικής συνοχής, δημιουργεί αυξανόμενα προβλήματα στην καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων, ενώ η έντονη παρουσία εναλλασσόμενων ενοίκων σε περιοχές με συγκεκριμένες κοινωνικές δυνατότητες προκαλεί διατάραξη της κοινωνικής συμβίωσης και της τοπικής φυσιογνωμίας.

Δεν είναι εξάλλου διόλου τυχαίες οι συντονισμένες αντιδράσεις των ξενοδόχων που, μολονότι παραδέχονται ότι μέσω του Airbnb δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά εξασφάλισαν ένα επιπλέον εισόδημα εν μέσω κρίσης, θεωρούν ότι το μοντέλο της Airbnb απειλεί να τινάξει στον αέρα το τουριστικό μοντέλο.

Ταυτόχρονα, εντονότατες αντιδράσεις, τόσο στον εργασιακό τομέα όσο και ως προς το θέμα της ασφάλειας, προκάλεσε στο παρελθόν η υπηρεσία Uber-X, δηλαδή η παροχή υπηρεσιών μεταφοράς από ιδιώτες οδηγούς, με αποτέλεσμα να απαγορευθεί σε μια σειρά από χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας.

Sharing economy concept. Sharing goods and services. People who save and invest in the economy of the future. Selling appears and rent conveniently. Collaboration and exchange of cars, bicycles, home, travel and other consumer goods or services.

Τέλος, ίσως το πιο φλέγον θέμα αναφορικά με την οικονομία του διαμοιρασμού αφορά τις εργασιακές σχέσεις και κυρίως την ελάχιστη ή και μηδαμινή υποστήριξη που λαμβάνουν όσοι προσφέρουν παροχή υπηρεσιών μέσα από πλατφόρμες. Οι περισσότεροι προσλαμβάνονται ως ανεξάρτητοι εργολάβοι και ως εκ τούτου δεν λαμβάνουν παροχές όπως ασφάλιση ή συνταξιοδοτικά προγράμματα. Στις περιπτώσεις που μιλάμε για ελεύθερους επαγγελματίες με νόμιμο φορολογικό και ασφαλιστικό προφίλ, τότε το πρόβλημα είναι περιορισμένο, όμως για πολλούς η οικονομία του διαμοιρασμού είναι ο παράδεισος της «μαύρης εργασίας», με αδήλωτους εργαζομένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη.

Και βέβαια, όλα τα παραπάνω σχετίζονται και με το γεγονός –όπως συμβαίνει με τις περισσότερες τεχνολογικές εξελίξεις– ότι η αγορά έχει προ πολλού ξεπεράσει τη νομοθεσία, με αποτέλεσμα, για πολλούς, η οικονομία του διαμοιρασμού να είναι ένα σύγχρονο Φαρ Ουέστ.