Η νομοθεσία EU taxonomy καταλύτης στην εφαρμογή του Green Deal

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2022, τ.1015

ENEΡΓΕΙΑ

Της Μαρίας Σπυράκη*

 

Η εφαρμογή του στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος κατά τουλάχιστον 55% ως το 2030, με έτος αναφοράς το 1990, απαιτεί πακτωλό επενδύσεων με συγκεκριμένα κοινά κριτήρια βιωσιμότητας στην ενιαία αγορά. Μια πρώτη εκτίμηση της Κομισιόν θεωρεί αναγκαίες πρόσθετες επενδύσεις 350 δισ. ευρώ για τη δεκαετία που διανύουμε, ώστε να πετύχουμε τον στόχο μείωσης των ρύπων μόνο στα ενεργειακά συστήματα, ενώ, σύμφωνα πάντα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα χρειαστούν επιπλέον 130 δισ. για άλλους περιβαλλοντικούς στόχους.

Μέσω του νομοθετικού πλαισίου για τα κριτήρια των βιώσιμων επενδύσεων, αυτού που στη… γλώσσα των Βρυξελλών αποκαλείται EU taxonomy, η ΕΕ επιδιώκει να διοχετεύσει πόρους σε επενδύσεις που μειώνουν την έκθεση σε κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους και συγχρόνως να περιορίσει το ενδεχόμενο εγκλωβισμού επενδύσεων σε τεχνολογίες που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα, την επεξεργασία και τη διακίνησή τους. Η άσκηση δεν είναι καθόλου εύκολη, καθώς αυτό τον μήνα περιμένουμε την ανακοίνωση της συμπληρωματικής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, delegated act, από την Κομισιόν και η σύγκρουση απόψεων, συμφερόντων και θεσμικών αρμοδιοτήτων αποκαλύπτεται πλέον με θόρυβο.

Το βασικό θέμα σύγκρουσης απόψεων για τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η ενεργειακή μετάβαση με βιώσιμες επενδύσεις είναι η συμπερίληψη από την πλευρά της Κομισιόν των επενδύσεων με καύσιμο φυσικό αέριο, που εκπέμπουν λιγότερο από 270 gr CO2/kWh, και των πυρηνικών εργοστασίων ηλεκτροπαραγωγής. Η σύγκρουση είναι ιδεολογική και ταυτόχρονα συμπεριλαμβάνει σοβαρούς προβληματισμούς από την πλευρά της βιομηχανίας στην ΕΕ για την ταχύτητα με την οποία μπορεί να προχωρήσει ο εξηλεκτρισμός προερχόμενος από ενέργεια χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος σε όλο το φάσμα της παραγωγικής δραστηριότητας.

Στο θεσμικό πλαίσιο, η όλη διαδικασία της νομοθέτησης αποτελεί επίσης πεδίο σφοδρής σύγκρουσης. Καθώς η πρόταση της Κομισιόν στην ουσία αποτυπώνει τον συμβιβασμό ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία για τη μορφή ενέργειας που θα χρησιμοποιήσουν για τη μετάβαση, φυσικό αέριο και πυρηνική ενέργεια αντίστοιχα, οι πιθανότητες να απορριφθεί η νομοθεσία από το Συμβούλιο είναι πολύ ισχνές. Χρειάζεται ειδική πλειοψηφία με το λιγότερο 72% των κρατών-μελών (τουλάχιστον 20 χώρες) που εκπροσωπούν το 65% των πολιτών. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου η αίσθηση ότι ο θεσμός αγνοήθηκε στην πορεία της προώθησης της συμπληρωματικής κατά εξουσιοδότηση πράξης είναι κυρίαρχη. Ταυτόχρονα και επί της ουσίας το Κοινοβούλιο στην πλειοψηφία του δεν μπορεί να δεχθεί ως βιώσιμες τις επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια, λόγω κυρίως της έλλειψης αξιόπιστων λύσεων για τη διάθεση των πυρηνικών αποβλήτων.

Σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να εμπλακεί σε επιμέρους θεσμικές διαμάχες. Αντιθέτως, είναι προφανώς προς το συμφέρον μας να υποστηρίξουμε την πρόταση της Κομισιόν υπό την πρόσθεση συγκεκριμένων βελτιώσεων. Η στήριξη στη Γαλλία για τον χαρακτηρισμό των επενδύσεων της πυρηνικής ενέργειας ως βιώσιμων έχει προφανή ανταπόδοση. Επίσης, δεν αφορά τις εγχώριες επιλογές μας στο ενεργειακό μείγμα, το οποίο, όπως αποσαφήνισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνει πυρηνικά. Ταυτόχρονα, η αλλαγή των κριτηρίων για τις βιώσιμες επενδύσεις στο φυσικό αέριο με αύξηση του ορίου εκπομπών CO2 από τα 270 gr/kWh στα 340gr/kWh αυξάνει τις δυνατότητες για επιλεξιμότητα εγχώριων επενδύσεων ειδικά στις περιοχές όπου αντικαθίσταται ο βαριά ρυπογόνος λιγνίτης.

Το νέο θεσμικό πλαίσιο για τις βιώσιμες επενδύσεις δίνει ταυτόχρονα στην Ελλάδα μια σπουδαία ευκαιρία για αύξηση της χρηματοδότησης των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όχι μόνο για τους μεγάλους αλλά και για τους μικρομεσαίους επενδυτές. Το νέο τοπίο καθορίζεται από κριτήρια που μπορούν να διευκολύνουν και να επιταχύνουν τη μετάβαση, με εγγυήσεις για την ασφάλεια των προμηθειών και την επέκταση των διασυνδέσεων στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, που είναι το «κλειδί». Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη ευκαιρία να αποτελέσει την πιο ελκυστική χώρα στην ΕΕ για βιώσιμες επενδύσεις με βάση τη νέα νομοθεσία.

 

* Η Μαρία Σπυράκη είναι ευρωβουλευτής ΝΔ/ΕΛΚ, συμπρόεδρος του Intergroup για την Κλιματική Αλλαγή και τη Βιώσιμη Ανάπτυξη.