Πολιτιστικές εξαγωγές από Ασία

Οι Νοτιοκορεάτες απορούν για την παγκόσμια επιτυχία του «Παιχνιδιού του Καλαμαριού»

 

Όταν το «Παιχνίδι του Καλαμαριού» άρχισε να προβάλλεται στο Netflix στα μέσα Σεπτεμβρίου, πολλοί Νοτιοκορεάτες τηλεκριτικοί δεν βρήκαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την ντόπια αυτή ταινία δραματοποιημένης επιβίωσης. Θεώρησαν τους βασικούς ήρωες στερεοτυπικούς, την πλοκή όχι ιδιαίτερα πειστική και τη βία υπερβολική. Όλη αυτή η ιστορία, έτσι παραπονιούνταν, έμοιαζε υπερβολικά με άλλες ταινίες, όπως η γιαπωνέζικη «Βασιλική Μάχη», ενώ δεν πρόσθετε κάτι αληθινά ενδιαφέρον στο κινηματογραφικό είδος επιβίωσης – και τούτο παρά τα εντυπωσιακά σκηνικά και τα ονόματα σταρ που έπαιζαν. «Μπορεί κάθε κινηματογραφικό είδος να έχει τα δικά του στερεότυπα, όμως το “Παιχνίδι του Καλαμαριού” σού θυμίζει κάθε άλλη ταινία που έχεις ήδη δει» ήταν το τελικό παράπονο ενός κριτικού.

Το «Παιχνίδι του Καλαμαριού», που έχει δανειστεί την ονομασία του από ένα συνηθισμένο παιχνίδι των μαθητών στην Κορέα, παρακολουθεί τη ζωή μιας ομάδας υπερχρεωμένων, αποτυχημένων ανθρώπων – ανάμεσά τους ένας άνεργος που έχει εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια, ένας Βορειοκορεάτης πρόσφυγας και ένας Πακιστανός μετανάστης. Οι ήρωες φορούν πράσινες φόρμες, σαν εκείνες που φορούν οι μαθητές στην Κορέα για τις ώρες γυμναστικής στα σχολεία, ενώ εποπτεύονται από απειλητικούς επιτηρητές που φορούν μαύρες μάσκες και έντονες ροζ φόρμες. Μάχονται ποιος θα κερδίσει ένα έπαθλο αξίας 40 εκατομμυρίων δολαρίων – αλλά και ποιος θα γλιτώσει τη ζωή του: πρόκειται για μια βίαιη εκδοχή του παραδοσιακού κορεάτικου παιχνιδιού. Πλούσιοι θεατές με πλουμιστά ρούχα παρακολουθούν το παιχνίδι από εξώστες για VIP, διακοσμημένους με κρυστάλλινους πολυελαίους και εξωτικά φυτά. Ο σκηνοθέτης Χουάνγκ Ντονγκ-χιουκ θεωρεί την ταινία αυτή αλληγορική αναπαράσταση του σύγχρονου καπιταλισμού.

Όμως το «Παιχνίδι του Καλαμαριού» κατέλαβε όλη την υφήλιο εξ εφόδου. Έγινε η περισσότερο παρακολουθημένη σειρά του Netflix σε όλες –πλην ελαχίστων– τις αγορές που καλύπτει το δίκτυο. Έχει εγκατασταθεί στην πολιτιστική συνείδηση του ευρύτερου κοινού, καθώς έχει γεννήσει εκατομμύρια βίντεο στο TikTok, χιλιάδες αναφορές και πλήθος σοβαρών αρθρογραφικών αναλύσεων, που προχωρούν σε ανατομία των νοημάτων της ταινίας. Σε καφέ ανά τον κόσμο άρχισαν να διατίθενται εκδοχές του νταλγκόνα, δηλαδή ενός κορεάτικου γλυκίσματος το οποίο παρουσιάζεται σ’ ένα επεισόδιο του έργου. Στο Παρίσι ξέσπασαν επεισόδια όταν φανατικοί υποστηρικτές της ταινίας προσπάθησαν να μπουν διά της βίας σε αυτοσχέδιο κατάστημα, όπου οι επισκέπτες είχαν τη δυνατότητα να φωτογραφίζονται με πωλητές ντυμένους με τις ροζ στολές των επιτηρητών.

Η βιαιότητα του ανταγωνισμού είναι κάτι που ηχεί ως αληθινό και για τους κανονικούς ανθρώπους της καθημερινότητας στη Νότια Κορέα, οι οποίοι έχουν να παλέψουν με το απρόσιτο κόστος στέγης και μια άτονη αγορά εργασίας. Οι πολιτικοί αρχίζουν να κάνουν αναφορές στο «Παιχνίδι του Καλαμαριού» όταν επιτίθενται στους αντιπάλους του. Όμως, στις κορεάτικες λίστες θεαματικότητας του Netflix, αυτή η σειρά ξεπεράστηκε από το σιροπιώδες «Τσα-τσα-τσα της Πατρίδας», στη λογική των κορεάτικων σήριαλ.

Ο παγκόσμιος ενθουσιασμός μέχρι τρέλας έχει δημιουργήσει προβληματισμό στη Νότια Κορέα. «Κανείς από τους ανθρώπους γύρω μου δεν αντιλαμβάνεται αυτή την υπερβολή ενθουσιασμού, ούτε άλλωστε κι εγώ» εξηγεί μια 26χρονη κάτοικος της Σεούλ, που σταμάτησε να παρακολουθεί τη σειρά μετά από δύο επεισόδια, επειδή την τάραξε το γεγονός ότι ένα παιχνίδι της παιδικής της ηλικίας παρουσιαζόταν ως αγώνας για την επιβίωση. Ένας Κορεάτης τηλεκριτικός πιστεύει ότι η έλξη που ασκεί η σειρά στο Δυτικό κοινό οφείλεται στον συνδυασμό βίαιης αναψυχής με την τάση για κριτική κατά του καπιταλισμού. Οι θεατές αυτοί έχουν συνηθίσει ένα τέτοιο μείγμα με αυτή τη θεματική από αμερικανικές σειρές όπως τους «Αγώνες Πείνας», που αφορούν έναν δυστοπικό κόσμο βαρύτατων κοινωνικών ανισοτήτων.

Είναι βέβαιο ότι στην επιτυχία του «Καλαμαριού» συνέβαλε η υπνωτική συμμετρία της σκηνογραφίας, τα πλούσια ρούχα και οι εύκολες στην απομίμηση στιγμές – όπως άλλωστε και η στρατηγική που έχει το Netflix να υποτιτλίζει ή να μεταγλωττίζει τις σειρές του σε δεκάδες γλωσσών. Ήδη, έτσι προέκυψαν μεγάλες επιτυχίες όπως το «Λουπέν», γαλλική ταινία δράσης με υπορρέουσα κι εδώ τη διάσταση της κοινωνικής αδικίας: η κορεάτικη σειρά υπόσχεται, τώρα, να κλέψει τη θέση του «Λουπέν» ως της επιτυχέστερης μη αγγλόφωνης παραγωγής του Netflix.

H έκταση της επιτυχίας του «Καλαμαριού» αντικατοπτρίζει τη μεγαλύτερη της αναμενόμενης πολιτιστική επιρροή της Νότιας Κορέας στην παγκόσμια σκηνή. Μπορεί άλλωστε να επωφελήθηκε και από το γεγονός ότι ήρθε λίγο μετά τα «Παράσιτα», μια ταινία πάνω στη θεματική –τι άλλο;– της κοινωνικής αδικίας, στην οποία μάλιστα απονεμήθηκε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας του 2020. Κυρίως, όμως, δείχνει ότι –όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον έρωτα ή πάλι με το χρήμα– τα παράπονα για την ανισότητα δεν γνωρίζουν γλωσσικά σύνορα.

Απροσδόκητα αφηγήματα σε αραβικές παραγωγές

Παραγωγή Ιορδανίας, με σκηνοθέτη την επίσης Ιορδανή Τίμα Σομάλι, το «Παρθεναγωγείο Αλ Ραουάμπι» είναι μια δραματοποιημένη σειρά για νεαρές μαθήτριες που συμπεριφέρονται βίαια μεταξύ τους, πλην όμως αναφέρεται και στην πατριαρχική κοινωνία που τις περιστοιχίζει. Οι νεαρές κοπέλες διαμορφώνονται από την κοινωνία αυτή και, χωρίς να το θέλουν, την ενισχύουν: η σειρά καταλήγει –στο έκτο επεισόδιο– με πυροβολισμούς, καθώς η εκδίκηση που οργανώνουν μερικές από τις κοπέλες καταλήγει σε «έγκλημα τιμής» (διαδεδομένο πρόβλημα στον αραβικό κόσμο).

Λίγες μόνο μέρες μετά την πρεμιέρα της, τον Αύγουστο, αυτή η σειρά βρέθηκε στην κορυφή των επιλογών του Netflix στην Ιορδανία. Οι τηλεθεατές μνημόνευαν πολύ θετικά τα ευαίσθητα θέματα που αγγίζει – αλλά και το ότι απεικονίζει τη ζωή των νεαρών γυναικών, θεματική που η αραβόφωνη τηλεόραση συχνά αποφεύγει. Υπήρξαν και εύλογες επικρίσεις, όπως ότι ως σκηνικό έχει επιλεγεί ένα ελιτίστικο ιδιωτικό σχολείο, φαινόμενο σπάνιο για την Ιορδανία. Ωστόσο, τα περισσότερα σχόλια ήταν πιο αναμενόμενα: ο βουλευτής Σάλεχ αλ-Αρμούτι απηύθυνε ερώτημα στον πρωθυπουργό, γιατί οι αρχές έδωσαν άδεια προβολής σε ένα σήριαλ «που διαδίδει την ηθική και εκπαιδευτική παρακμή».

Οι περιπλοκές αυτού του τύπου θα αυξηθούν. Οι υπηρεσίες προβολής streaming/σε συνεχή ροή αρχίζουν να απογειώνονται στις αραβικές χώρες: σήμερα το Netflix διαθέτει πλέον 5 εκατομμύρια συνδρομητών στη Μέση Ανατολή. Η υπηρεσία Shahid, την οποία διαχειρίζεται το (σαουδαραβικής ιδιοκτησίας) MBC, είδε το κοινό της να 20πλασιάζεται μετά το περσινό της επαναλανσάρισμα, φθάνοντας ήδη τα 2 εκατ. συνδρομητές. Προκειμένου να επεκταθούν περισσότερο –το Νetflix θέλει να διπλασιάσει τους Άραβες πελάτες του μέσα σε μία 5ετία– παρόμοιες υπηρεσίες επενδύουν πολύ σε πρωτότυπο υλικό. Ορισμένες σειρές θα σπάσουν τα ταμπού της αραβικής κινηματογραφικής και τηλεοπτικής παραγωγής, όχι δε μόνο με τους αναμενόμενους τρόπους. […] Ακόμη και στις υπηρεσίες streaming, οι πολιτικοί περιορισμοί δύσκολα αποφεύγονται. Η Ιορδανική Ρυθμιστική Αρχή τηλεόρασης, όταν της ζητήθηκε να απαγορεύσει το «Jinn», που υπήρξε το 2019 η πρώτη πρωτότυπη αραβική σειρά στο Netflix, χρειάστηκε να επικαλεσθεί ότι δεν διαθέτει δικαιοδοσία επί του Netflix.

Άλλες όμως αραβικές κυβερνήσεις διαφωνούν. Ένα επεισόδιο του «Πατριωτικού Νόμου με τον Χασάν Μινάζ», αμερικανικής κωμωδίας του Netflix, αποσύρθηκε από τον κατάλογό του στη Σαουδική Αραβία. Το επεισόδιο επέκρινε το βασίλειο για τον πόλεμο στην Υεμένη και την δολοφονία Τζαμάλ Κασόγκι. Η Σαουδική Αραβία δήλωσε ότι το σήριαλ παρέβαινε τη νομοθεσία περί εγκλημάτων του κυβερνοχώρου.