Στην σκιά του Προϋπολογισμού 2021

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Θα μπορούσε να έχει ένα στοιχείο πρωτοτυπίας, για την Ελληνική ιστορία των Προϋπολογισμών – και της δημόσιας συζήτησής τους, που μέρος της είναι η συζήτηση στην Βουλή, με όλη την ιεροτελεστία του πενθημέρου και της ψήφισης που ισοδυναμεί με ψήφο εμπιστοσύνης – η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό 2021. Δηλαδή, όπως είναι τα πράγματα με την πανδημία σε δεύτερο κύμα (και με τρίτο στον ορίζοντα παρά την Μεγάλη Λευκή Ελπίδα των εμβολιασμών), για τον ανασφαλέστερο Προϋπολογισμό που υπάρχει στην μνήμη: από τον ρυθμό ανάπτυξης (=ύφεσης) που προβλέπει για την χρονιά που φεύγει και εκείνον που εύχεται για την επερχόμενη (την οποία αφορά ο Προϋπολογισμός) μέχρι την πρόβλεψη εσόδων με όλες τις αναστολές πληρωμών και ό,τι φέρνουν σε κουλτούρα πληρωμών, αλλά και την πρόβλεψη δαπανών με ό,τι συνεφέλκει η αγωνία στήριξης στρωμάτων της κοινωνίας, συν τα υγειονομικά, συν η Άμυνα, πρόκειται κυριολεκτικά για έναν Προϋπολογισμό ομίχλης και ανησυχίας.

Και η αλήθεια είναι ότι η συζήτηση στην Βουλή είχε ένα μη-αναμενόμενο υπόστρωμα ηρεμίας και σοβαρότητας, ιδίως στους υψηλότερους ορόφους της συζήτησης (Πρωθυπουργού και πολιτικών αρχηγών, υπουργού Εξωτερικών και Ντόρας Μπακογιάννη – δεν γινόταν να μην υπάρξουν αναφορές στο εξωτερικό μέτωπο των ημερών –, υπουργών και τομεαρχών Οικονομικών). Ακόμη πιο ενδιαφέρον, ότι έφυγαν από το προσκήνιο οι πιο ρηχές προσωπικές επιθέσεις: η υπόθεση του εξοχικού του Αλέξη Τσίπρα στο Σούνιο, η υπόθεση της ποδηλατοφωτογράφησης Κυριάκου και Μαρέβας Μητσοτάκη στην Πάρνηθα, που επί μέρες και μέρες απορροφούσαν την ικμάδα του μηντιακού ενδιαφέροντος. Η παράδοξη ολίσθηση Κ. Μητσοτάκη, με καταφρονητική αναφορά στην (γνωστή) κατάσταση υγείας του Νίκου Φίλη (ο οποίος δεν φορούσε κάποια στιγμή μάσκα), διορθώθηκε με υποδειγματική συγγνώμη. η γλωσσική σύγχυση βουλευτίνας του ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ επιδειξία και επιδειξιομανούς έμεινε στα όρια της άχρηστης γραφικότητας. Όμως…

…Όμως η ευκαιρία μιας πραγματικής συζήτησης, ενός ουσιαστικού προβληματισμού για το τι φέρνει μαζί του σε οικονομική (και όχι μόνο…) πολιτική, σε επιλογές μέλλοντος, σε διαχείριση επόμενης μέρας, ο Προϋπολογισμός 2021 δεν αξιοποιήθηκε. (Και πάλι δεν βοήθησε η μηντιακή παρακολούθηση, που περισσότερο στάθηκε ακριβώς στις αιχμές που μόλις προσπεράσαμε).

Ας κρατήσουμε τέσσερα παραδείγματα. Πρώτο, εκείνο που είχε και μια θεσμική διάσταση: οι αμυντικές δαπάνες δεν ψηφίστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, που αρκέσθηκε σε «παρών»/ «δεν δίνουμε λευκή επιταγή», μια κοινοβουλευτική στάση αληθινά σπάνια, καθώς συνήθως σ’ αυτό το σκέλος υπάρχει στην Βουλή ευρύτερη σύγκλιση. Οι δαπάνες αυτές είναι κατά το ήμισυ αυξημένες, λόγω εξοπλιστικών (που συνεχίζουν πάντως να μην αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών αυτών, που παραμένουν κυρίως δαπάνες λειτουργίας μισθοδοσίας), οπότε η Κυβέρνηση κατηγόρησε την Αξιωματική Αντιπολίτευση για διγλωσσία καθώς ζητά την ίδια στιγμή σθεναρότερη πολιτική έναντι της Τουρκίας, η Αντιπολίτευση κατήγγειλε για σπασμωδικούς χειρισμούς (όθεν και η αναφορά σε άρνηση «λευκής επιταγής»). Από την συζήτηση όμως έλλειψε το πιο σημαντικό: ο Πρωθυπουργός ανήγγειλε μεν την επικείμενη υπογραφή σύμβασης για την προμήθεια των γαλλικών μαχητικών Rafale, με μνεία και περί φρεγατών (ασαφούς προελεύσεως), όμως αγνοούνται τα ίχνη της πολυσυζητηθείσας αλλά μάλλον παραμεριζόμενης ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής με Γαλλία…

Το δεύτερο σημείο, επίσης θεσμικό αλλά κάπως ανώδυνο: προκειμένου να ασκήσει αντιπολιτευτική κριτική στον λόγο του αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης (μια πρακτική που πλέον λειτουργεί ως κύρια προσέγγιση πολιτικής…) ο υπουργός Επικρατείας Γ. Γεραπετρίτης λυπήθηκε που δεν αναδείχθηκε η νέα διαδικασία κατάρτισης του Προϋπολογισμού, με κλιμακωτή διαμόρφωση, με επιμέρους σταθμούς και συνδέσεις με την διαχείριση της νομοθέτησης κοκ. Αληθινά διερωτάται κανείς αν, ειδικά με τις συνθήκες ανασφάλειας των θεμελιωδών της οικονομίας λόγω πανδημίας έχει χρησιμότητα η επιμονή στις όποιες διαδικασίες: η μόνη αληθινά πολύτιμη διαδικασία θα ήταν μια συνεχής, διαφανής και πειστική διαδικασία προσαρμογής της δημοσιονομικής διαχείρισης όσο θα σκοντάφτουμε σε προβλήματα: με επίσημη πρόβλεψη -10,5% του ΑΕΠ το 2020, με ευχή για +4,8% το 2021 και ενώ η πανδημία συνεχίζετια, εδώ είναι που θα παιχτούν όλα…

Το τρίτο σημείο δείχνει ακριβώς το πόσο εύθραυστος/ «στον αέρα» είναι οι καταστάσεις. Εξ όνυχος τον λέοντα: η απόφαση για 80% ελάφρυνση των επαγγελματικών μισθωμάτων Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου, έναντι 40% των προηγούμενων φάσεων, ενώ πήγε να ακολουθήσει την πρακτική του συμψηφισμού με μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις των ιδιοκτητών, διορθώθηκε με απόφαση απευθείας πίστωσης στους IBAN τους (κατά το 40%) από την Εφορία. Αξίζει να το δει κανείς να συμβαίνει, αυτό. όπως αξίζει να δει και το πώς θα εξυπηρετηθεί αυτή η προσθήκη νέων μορφών επιδομάτων. Για την ώρα, πάντως, φαίνεται ότι από την Κυβέρνηση συνειδητοποιείται πόσο βίαιη είναι η υφεσιακή πίεση που ασκείται (και θα ενταθεί) μέσω της εξάντλησης των μικρομεσαίων, ιδίως επιχειρήσεων.

Το τέταρτο σημείο, που καλύφθηκε μάλλον επιδερμικά, έχει να κάνει με τις προσδοκίες πιο μακροπρόθεσμης στήριξης της ανάκαμψης: ενώ ο Αλ. Τσίπρας έδειχνε να συνειδητοποιεί την σημασία του παρονομαστή (του ΑΕΠ) στην μεσοπρόθεσμη παγίδα του χρέους/ΑΕΠ, ενώ οι αναφορές στο Ταμείο Ανάκαμψης, την Έκθεση Πισσαρίδη, τις εν συνεχεία επιλογές κοκ δεν έλλειψαν, πολύ λιγότερη προσοχή δόθηκε – και από τα κυβερνητικά έδρανα, και από τα αντιπολιτευτικά στο ποιοι μηχανισμοί θα εγγυηθούν αποτελεσματική χρήση πόρων. Και τούτο ενώ ο Διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας έκρινε αναγκαίο να κρούσει – ειδικά γι αυτό, ειδικά τώρα – κώδωνα κινδύνου.