Οικονομική Επιθεώρηση, Noέμβριος 2020, τ. 1000

από τον Τhe Economist

Τα οικονομικά σχέδια Μπάιντεν

Θα χρειαστούν να είναι πιο αποφασιστικά και φιλόδοξα
για την αμερικανική οικονομία

Μεταξύ των ισχυρών επιχειρηματικών κύκλων των ΗΠΑ κυκλοφορούν φόβοι για μια απότομη αριστερή στροφή σε περίπτωση διακυβέρνησης Μπάιντεν. Μια τέτοια αιτίαση σαφώς δεν ευσταθεί. Ο Τζο Μπάιντεν έχει απορρίψει τις ουτοπικές ιδέες της Αριστεράς. Οι προτάσεις του για φόρους και δαπάνες είναι λογικές. Αφήνουν να διαφανεί η προοπτική ενός μόλις λίγο μεγαλύτερου κράτους, συν μια προσπάθεια αντιμετώπισης εκείνων των προβλημάτων που γνήσια απασχολούν την Αμερική, όπως οι υποβαθμισμένες υποδομές, η κλιματική αλλαγή και τα πάθη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Στην πραγματικότητα, το κενό στους σχεδιασμούς Μπάιντεν είναι ότι, σε μερικά ζητήματα, δεν προχωρούν αρκετά μακριά.

Όταν το 2017 ο Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας, ήλπιζε ότι θα απελευθερώσει τον βίαιο δυναμισμό/τα animal spirits των επιχειρήσεων προσφέροντας στα αφεντικά τους άμεση πρόσβαση στον Λευκό Οίκο και περικόπτοντας σημαντικά τη γραφειοκρατία και τους φόρους. Πριν από την Covid-19, κάποια στοιχεία αυτού του σχεδίου έδειχναν να λειτουργούν, καθώς μάλιστα βοηθιούνταν από τη χαλαρή νομισματική πολιτική της Fed. Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη μεταξύ των μικρομεσαίων είχε βρεθεί στο ανώτατο επίπεδο 30ετίας, οι μετοχές είχαν απογειωθεί, ενώ και οι αμοιβές των εργαζομένων του φτωχότερου τεταρτημορίου σημείωναν ετήσια αύξηση 4,7% – την ταχύτερη από το 2008. Οι ψηφοφόροι καταγράφουν την οικονομία ως πρώτη τους προτεραιότητα, οπότε –αν δεν είχε προκύψει ο κορονοϊός– αυτές οι επιδόσεις μπορεί να ήταν αρκετές για την επανεκλογή Τραμπ.

Πλην όμως, εν μέρει λόγω και της πανδημίας, τα αδύναμα σημεία της προσέγγισης Τραμπ έγιναν κι αυτά εμφανή. Τα μακροπρόθεσμα προβλήματα συνέχισαν να επιβαρύνονται, κι εδώ συγκαταλέγεται η κατάρρευση των υποδομών αλλά και το προβληματικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας. Ο υπορρέων δυναμισμός των επιχειρήσεων παρέμεινε περιορισμένος. Οι επενδύσεις είναι συγκρατημένες – και όσο οι μεγάλες εταιρείες κερδίζουν σε επιρροή τόσο δημιουργούνται λιγότερες καινούργιες. Το χαοτικό στιλ της διακυβέρνησης Τραμπ (συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων δημόσιου εξευτελισμού συγκεκριμένων εταιρειών, καθώς και των επιθέσεών του κατά του κράτους δικαίου) καταλήγει να λειτουργεί σαν φόρος που επιβαρύνει την ανάπτυξη. Η πολιτικής της απορρύθμισης κατέληξε να ισοδυναμεί με άκριτη πυρπόληση κανόνων. Η αντιπαράθεση με την Κίνα απέφερε τελικώς περιορισμένες παραχωρήσεις, ενώ την ίδια στιγμή αποσταθεροποιούσε το διεθνές σύστημα εμπορίου.

Μια προεδρία Μπάιντεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ορισμένα από αυτά τα προβλήματα μόνο και μόνο με αξιόπιστη διαχείριση και πίστη στους θεσμούς, με σεβασμό στις συμβουλές των ειδικών και με προσήλωση στα πρακτικά αποτελέσματα. Το 2021 αυτού του είδους οι αρετές θα είναι αναγκαίες, καθώς κάπου 5 εκατομμύρια Αμερικανών βρίσκονται αντιμέτωποι με μακροπρόθεσμη ανεργία, ενώ και πολλές μικρομεσαίες έχουν μπροστά τους το φάσμα της χρεοκοπίας. Οικονομική προτεραιότητα, για μια διακυβέρνηση Μπάιντεν, θα ήταν να προωθηθεί ένας γιγαντιαίος νόμος «ανόρθωσης» κόστους 2-3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε συνέχεια των μέτρων τόνωσης που θα έχουν ληφθεί προ των εκλογών. Ένα τέτοιο πακέτο θα χρειαστεί να περιλάβει βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, αύξηση των επιδομάτων ανεργίας και στήριξη των Πολιτειών και της τοπικής αυτοδιοίκησης, που έχουν ήδη να αντιμετωπίσουν τρύπες στους προϋπολογισμούς τους. Άμβλυνση των εντάσεων με την Κίνα θα ηρεμούσε τις αγορές. Αν δε στο τέρμα του δρόμου προβάλει ένα εμβόλιο, τότε μια συνεργατική προσέγγιση στις διεθνείς σχέσεις –αντί για την αντιπαραθετική– θα διευκόλυνε τη διάθεσή του παγκοσμίως, πράγμα που θα οδηγούσε σε ταχύτερο άνοιγμα των συνόρων και ανάκαμψη του διεθνούς εμπορίου.

Μια τέτοια πρωτοβουλία ανόρθωσης θα έθετε στο επίκεντρο ορισμένα μακροπρόθεσμα προβλήματα των ΗΠΑ. Προτεραιότητα του Τζο Μπάιντεν είναι εδώ και χρόνια ένα κύμα δημιουργίας φιλοπεριβαλλοντικών υποδομών προκειμένου να αντιμετωπισθούν δεκαετίες επενδυτικής υστέρησης: η μέση γέφυρα, στις ΗΠΑ, είναι ηλικίας 43 ετών. Οι δημόσιες δαπάνες για έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη (R&D) έχουν υποχωρήσει από 1,5% του ΑΕΠ τη δεκαετία του 1960 σε μόλις 0,7% του ΑΕΠ σήμερα – και τούτο τη στιγμή που η Κίνα επιχειρεί να ανταγωνισθεί σοβαρά την αμερικανική επιστημονική κοινότητα. Μια εποχή Μπάιντεν θα αντέστρεφε αυτήν την εξέλιξη, με περισσότερα κονδύλια R&D για την τεχνολογία και για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Επιπλέον, θα καταργούνταν οι βίαιοι περιορισμοί Τραμπ στη μετανάστευση, οι οποίοι αποτελούν απειλή για την ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ. Πέρα απ’ αυτά, στόχος θα ήταν η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της μεσαίας τάξης και η ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας: κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν υψηλότερες δαπάνες στην Παιδεία, την Υγεία και τη Στέγη, καθώς και θέσπιση κατώτατου ωρομισθίου 15 δολαρίων που θα στηρίξει τα 17 εκατομμύρια εργαζομένων, οι οποίοι βγάζουν σήμερα λιγότερα απ’ αυτό το ποσό.

Δεν πρόκειται προφανώς για σοσιαλιστικό οικονομικό πρόγραμμα. Ο Τζο Μπάιντεν αγνόησε τις φαντασιώσεις της Αριστεράς, περιλαμβανομένης της υγειονομικής κάλυψης για όλους/Medicare for All, της απαγόρευσης της πυρηνικής ενέργειας και της εγγύησης των θέσεων εργασίας. Ο πραγματικός κίνδυνος με μια οικονομική πολιτική Μπάιντεν θα ήταν μήπως ο ρεαλισμός του δεν του επιτρέψει να δείξει αρκετή τόλμη: ορισμένες φορές έχει φανεί ανίκανος να λύσει προβλήματα αντιτιθέμενων στόχων. Για παράδειγμα, στηρίζει –και αυτό είναι σωστό– τη δημιουργία δυνατοτήτων κοινωνικής κινητικότητας μαζί με ένα καλύτερο δίχτυ ασφαλείας για εκείνους τους εργαζομένους που χάνουν τη δουλειά τους. Τα σχέδιά του περιλαμβάνουν από καλύτερα προγράμματα φθηνής στέγης μέχρι δωρεάν δημόσια Πανεπιστήμια. Όμως, αφού θα έχει εξοπλισθεί με παρόμοιους μηχανισμούς ασφαλείας, θα ‘πρεπε να αποδέχεται σε μεγαλύτερη κλίμακα τη δημιουργική καταστροφή, ώστε να υπάρξει μακροπρόθεσμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Αντί για κάτι τέτοιο, ο Τζο Μπάιντεν θέλει ενστικτωδώς να προστατεύει τις επιχειρήσεις, ενώ έχει λίγα να πει για την τόνωση του ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένου του ανοίγματος των τεχνολογικών μονοπωλίων. Όσοι βρίσκονται ήδη στην αγορά και λειτουργούν εντός των τειχών τείνουν συχνά να αξιοποιούν τους υφιστάμενους πολύπλοκους ρυθμιστικούς κανόνες ως εμπόδια εισόδου άλλων. Τα σχέδια Μπάιντεν δυσχεραίνονται από παρόμοιους ρυθμιστικούς κανόνες.

Η σημασία των εμπορικών συμμαχιών

Η πολιτική Μπάιντεν για τα θέματα του κλίματος αποτελεί σαφή πρόοδο. Το να δημιουργηθούν πράσινα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας και να επιβληθεί χρέωση για τη χρήση των δικτύων έχει νόημα, καθώς ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να διστάζει. Και πάλι όμως, η επίδραση αυτής της πρωτοβουλίας μπορεί να αμβλυνθεί με τον κανόνα ότι το 40% των σχετικών δαπανών θα πρέπει να κατευθύνονται σε μη προνομιούχες ομάδες, καθώς και με την εύνοια προς τους εγχώριους παραγωγούς: πρόκειται για συνταγή αναποτελεσματικότητας. Τα σχέδια πάλι για μείωση των εκπομπών αερίων προνοούν μεν για θέσπιση στόχων, όμως διστάζουν να προχωρήσουν στην επιβολή φόρου άνθρακα, που θα έστρεφε τη δύναμη των αγορών στην ανακατανομή πόρων. Είναι λάθος να χαθεί αυτή η ευκαιρία. Τέλη Σεπτεμβρίου, ακόμη και το Business Roundtable (που αντιπροσωπεύει την αμερικανική επιχειρηματική κοινότητα) δήλωνε υπέρ της τιμολόγησης της χρήσης άνθρακα.

Αυτή η απουσία τόλμης δείχνει την έλλειψη μιας πλήρως ανεπτυγμένης στρατηγικής. Η διαδρομή του Τζο Μπάιντεν δείχνει υποστήριξη προς το ελεύθερο εμπόριο – όμως δεν πρόκειται να μειώσει γρήγορα τους δασμούς, ενώ ταυτόχρονα κάνει κινήσεις χαμηλού προστατευτισμού (όπως με την απαίτηση οι μεταφορές εμπορευμάτων να γίνονται με αμερικανικά πλοία). Μια τέτοια ατολμία θα περιπλέξει τη μεγάλη αποστολή που βρίσκεται στο άμεσο μέλλον: να δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο προκειμένου να λειτουργήσει η οικονομική σχέση με την Κίνα, πράγμα που προϋποθέτει ότι θα πεισθούν και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ να προσέλθουν – ακόμη κι αν συμπαθούν ιδέες προστατευτισμού. […]

Οι δισταγμοί Μπάιντεν μπροστά στις κάλπες του Νοεμβρίου είναι κατανοητοί. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος να θεωρήσει ότι μια επαναφορά των ΗΠΑ στην ανάπτυξη και τη σωστή διαχείριση θα είναι επαρκείς ώστε να επανέλθει η χώρα στον σωστό δρόμο. Αν όμως θέλει να ανανεώσει την αμερικανική οικονομία και να καταστήσει τις ΗΠΑ ηγέτιδα του πλούσιου κόσμου για τις επόμενες δεκαετίες, θα χρειαστεί πιο τολμηρός βηματισμός.