Οικονομική Επιθεώρηση, Noέμβριος 2020, τ. 1000

από τον Τhe Economist

Τα οικονομικά του Ντόναλντ

Πώς τα πήγε η αμερικανική οικονομία στα χρόνια της διακυβέρνησης Τραμπ

Στο νέο του βιβλίο, ο Casey Mulligan συνεισφέρει μια ιδιότυπη εξήγηση για τους λόγους που κάνουν τον πρόεδρο Τραμπ να καταθέτει εξωφρενικούς οικονομικούς ισχυρισμούς. O Ντόναλντ Τραμπ συνειδητοποιεί ότι αποτελεί ακραία υπερβολή η αναφορά του στην «ισχυρότερη οικονομία στην ιστορία του κόσμου» που διέθετε η Αμερική επί της θητείας του, σύμφωνα με τον C. Mulligan (καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, επικεφαλής οικονομολόγο του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων επί Τραμπ, το 2018-19). Πρόκειται κατ’ αυτόν για μια στρατηγική του Τραμπ «που στοχεύει να φέρει στη δημοσιότητα ένα νέο πραγματικό στοιχείο, με μια τέτοια υπερβολή που θα κάνει τον Τύπο να αδράξει την ευκαιρία να τον διορθώσει και, ως εκ τούτου, να εξασφαλίσει τη διάχυση του εν λόγω στοιχείου». Σύμφωνα με τον ίδιο, η αντιπάθεια που τρέφουν οι δημοσιογράφοι στον Ντόναλντ Τραμπ τους τυφλώνει όσον αφορά πολλές από τις γνήσιες οικονομικές επιτυχίες της διακυβέρνησής του. Μπορεί να έχει, κάπου, δίκιο.

Η αξιολόγηση των οικονομικών επιδόσεων των διαφόρων ηγετών αποτελεί δύσκολο εγχείρημα. Κατά κανόνα οι πρόεδροι επαινούνται όταν η οικονομία πάει καλά, ενώ κατακρίνονται όταν πάει άσχημα – πλην όμως η βραχυπρόθεσμη πορεία της οικονομίας συνήθως επηρεάζεται πολύ περισσότερο από τις κεντρικές τράπεζες, από τη δημογραφική πορεία των χωρών, καθώς και από το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμη και σήμερα, οι πολιτικοί επιστήμονες συνεχίζουν να διαφωνούν στις εκτιμήσεις τους κατά πόσον η αμερικανική οικονομία στη διάρκεια του 20ού αιώνα τα πήγε καλύτερα υπό τη διακυβέρνηση Δημοκρατικών ή Ρεπουμπλικανών. Όλα αυτά, όμως, χρησιμεύουν ελάχιστο στον μέσο Αμερικανό, η ψήφος του οποίου στις προεδρικές εκλογές θα στηριχθεί κατ’ ανάγκην σε μια αξιολόγηση της οικονομικής ικανότητας των υποψηφίων σε πραγματικό χρόνο.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έφθασε στην εξουσία με μη ρεαλιστικές υποσχέσεις για δημιουργία 25 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας και για δυναμική υπερτροφοδότηση της ανάπτυξης: με αυτόν τον στόχο ήταν που μείωσε τους φόρους και αύξησε τις δαπάνες, διευρύνοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα (βλ. Διάγραμμα 1). Οι οικονομολόγοι θα συνεχίσουν, τώρα, να ζυγιάζουν το συγκεκριμένο κόστος και το όφελος που είχε αυτή του η πολιτική. Μια αληθινή αξιολόγηση θα χρειαστεί χρόνο. Τη στιγμή αυτή, πάντως, μπορεί κανείς ήδη να αποφανθεί κατά πόσον η αμερικανική οικονομία πήγε, συνολικά, καλύτερα ή χειρότερα υπό τον Ντόναλντ Τραμπ. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει να συγκρίνουμε τις επιδόσεις της αμερικανικής οικονομίας αφενός με τις λογικές προσδοκίες ενός αμερόληπτου παρατηρητή αφετέρου. Για τον λόγο αυτό, ο Economist συνέλεξε μια σειρά από οικονομικά στοιχεία από τις επενδύσεις των επιχειρήσεων μέχρι την αύξηση των μισθών, συγκρίνοντας όπου ήταν δυνατόν τις οικονομικές επιδόσεις των ΗΠΑ με εκείνες άλλων χωρών.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ανάλυσης καλύπτει την περίοδο από το 2017, οπότε ο Ντ. Τραμπ ανέλαβε την εξουσία, μέχρι και το τέλος του 2019. Σταματούμε στο 2019 εν μέρει επειδή ορισμένα από τα εν λόγω στοιχεία δημοσιοποιούνται σε ετήσια βάση και εν μέρει επειδή η πανδημία Covid-19 ανέτρεψε τα πράγματα στις οικονομίες ανά τον κόσμο. Το συμπέρασμά μας είναι ότι, στο διάστημα 2017-19, η αμερικανική οικονομία είχε επιδόσεις οριακά καλύτερες από τις αναμενόμενες. (Το συμπέρασμα αυτό συνεχίζει να ισχύει αν ακολουθήσουμε τη λογική ορισμένων οπαδών της πολιτικής οικονομίας που θεωρούν ότι η επιρροή των προέδρων επί της οικονομίας μπορεί να καταφανεί μόνον αφού περάσουν έναν χρόνο στην εξουσία, δηλαδή άμα περιορίσουμε την ανάλυσή μας στο 2018-19).

Ας πάρουμε το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν/ΑΕΠ, το μέτρο δηλαδή εκείνο της παραγωγής που θεωρείται ο συνηθέστερος δείκτης αξιολόγησης των οικονομικών επιδόσεων. Η αύξηση του ΑΕΠ ήταν κάπως ταχύτερη το 2017-19, τόσο σε σύγκριση με την πρώτη όσο και ή τη δεύτερη τετραετία Ομπάμα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Οι ΗΠΑ τα πήγαν καλά και σε σχέση με άλλες χώρες. Η παγκόσμια οικονομία έφθασε στην κορύφωσή της το 2017. Το 2018 σημείωσε επιβράδυνση, ενώ οι ΗΠΑ επιτάχυναν. Το 2019 επιβράδυναν και οι ΗΠΑ, αλλά συνέχισαν να προηγούνται.

Ένας άλλος τρόπος να προσεγγίσει κανείς το ίδιο ερώτημα είναι να δει κατά πόσον οι ΗΠΑ, το 2017-19, ξεπέρασαν τις προσδοκίες των οικονομολόγων ή υστέρησαν σε σχέση μ’ αυτές (βλέπε Διάγραμμα 2). Τον Οκτώβριο του 2012 το ΔΝΤ είχε προβλέψει ότι στην επόμενη 4ετία (τα χρόνια της δεύτερης θητείας Ομπάμα) η αμερικανική οικονομία θα σημείωνε ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3%. Στην πράξη, η πρόβλεψη αυτή αποδείχθηκε υπερβολικά αισιόδοξη: τελικά ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν πλησιέστερος προς το 2% ετησίως. Όμως το ΔΝΤ υπήρξε πιο απαισιόδοξο στις προβολές του για το 2017-19, οι οποίες δημοσιοποιήθηκαν λίγο πριν από τις εκλογές του 2016. Στην περίοδο αυτή, οι ΗΠΑ πήγαν καλύτερα από τις προβλέψεις.

Αν όμως η αμερικανική οικονομία πήγε καλύτερα από το αναμενόμενο υπό μερικές πλευρές, υπό άλλες απογοήτευσε. Για παράδειγμα, ας δούμε τον χώρο των επιχειρήσεων, τον οποίο ο Ντ. Τραμπ βοήθησε με χαμηλότερους φόρους. Οι περικοπές του φόρου των εταιρειών βελτίωσαν τα μετά τους φόρους κέρδη – λόγος για τον οποίο και το αμερικανικό Χρηματιστήριο τα πήγε σχετικά καλό αφότου ο Ντ. Τραμπ ήρθε στην εξουσία (βλέπε Διάγραμμα 3). Οι ΗΠΑ έγιναν επίσης ευνοϊκότερος τόπος προορισμού για ξένες άμεσες επενδύσεις (βλέπε Διάγραμμα 4). Δεν υπάρχουν όμως σοβαρές ενδείξεις για την υπεσχημένη εκρηκτική αύξηση των εταιρικών επενδύσεων (βλέπε Διάγραμμα 5).

Αντίστοιχα σχετικοποιημένα θα πρέπει να μιλήσει κανείς για τις επιδόσεις της αγοράς εργασίας. Μπορεί ο πρόεδρος Τραμπ να αρέσκεται ιδιαίτερα να καυχάται για τα μηνιαία στοιχεία απασχόλησης, όμως δεν είναι εύκολο να πει κανείς ότι το 2017-19 η μηχανή της αγοράς εργασίας πήγαινε γρήγορα. Η δημιουργία θέσεων εργασίας ήταν βραδύτερη απ’ ό,τι κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας Ομπάμα. Το 2009-16 το ποσοστό ανεργίας στις ΗΠΑ υποχώρησε σε σχέση με τις άλλες οικονομίες των G-7 (βλέπε Διάγραμμα 6). Στα χρόνια Τραμπ η ανεργία έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο από τη δεκαετία του 1960, όμως αυτό δεν αποτελούσε παγκόσμια εξαίρεση. Η βελτίωση της θέσης των ΗΠΑ σε σχέση με την απασχόληση σε άλλες χώρες ανακόπηκε υπό τον Ντόναλντ Τραμπ.

Όμως, η ζωή των Αμερικανών της εργατικής τάξης σαφώς και βελτιώθηκε το 2017-19. Η σύγκριση μεταξύ εισοδημάτων των νοικοκυριών σε διαφορετικές χώρες δεν είναι εύκολη υπόθεση, ιδίως μάλιστα τα τελευταία χρόνια. Μολονότι όμως υπάρχουν διαφωνίες σχετικά με την αξιοπιστία των στοιχείων που έχουν συλλεγεί το 2020 (οπότε η πανδημία δυσχέρανε τους ερευνητές), υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η αύξηση του διαμέσου εισοδήματος των αμερικανικών νοικοκυριών σημείωσε επιτάχυνση από το 2017 και μετά (βλέπε Διάγραμμα 7). Αλλά και η σφιχτή αγορά εργασίας συνέβαλε στην αύξηση των αμοιβών των λιγότερο καλά αμειβόμενων Αμερικανών σε σχέση με τις αμοιβές των άλλων, σε βαθμό που είχαμε να δούμε από την προεδρία Κλίντον (βλέπε Διάγραμμα 8).

Και τι ισχύει, λοιπόν, για την οικονομία του 2020; Η χαλαρή δημοσιονομική πολιτική πριν από την πανδημία άφησε τις ΗΠΑ με πολύ υψηλότερο χρέος όταν άρχισε να μπαίνει στην κρίση. Σ’ αυτό τον όγκο κεφαλαίων, φέτος οι ΗΠΑ επισώρευσαν και το μεγαλύτερο πακέτο δημοσιονομικής τόνωσης της υφηλίου (βλέπε Διάγραμμα 9), καθώς ταχυδρομήθηκαν επιταγές αξίας μέχρι και 1.200 δολαρίων/άτομο και επίσης αυξήθηκαν προσωρινά τα επιδόματα ανεργίας κατά 600 δολάρια την εβδομάδα. Είναι ενδεχόμενο, αν και απίθανο, το Κογκρέσο να ψηφίσει ακόμη περισσότερα μέτρα τόνωσης πριν από τις εκλογές. Όμως ακόμη και χωρίς πρόσθετα μέτρα, και μολονότι οι ΗΠΑ περνούν σήμερα από βαθιά ύφεση, η χώρα αυτή μάλλον θα είναι για το 2020 η οικονομία με τις καλύτερες επιδόσεις μεταξύ των G-7, ενδεχομένως δε και με αρκετό περιθώριο.

Ακριβώς προτού χτυπήσει η πανδημία, η αμερικανική οικονομία φαινόταν λίγο ισχυρότερη απ’ ό,τι εκείνη των άλλων πλουσίων χωρών. Πριν περάσει πολύς καιρός, η διαφορά αυτή μπορεί να είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή.