«O αθλητισμός, όπως και η διπλωματία, είναι “πόλεμος μείον τους πυροβολισμούς”»
George Orwell, 1945

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2022, τ.1025

AΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

του Χρήστου Αναγνωστόπουλου*

Μέσω της παρούσας στήλης της Οικονομικής Επιθεώρησης έχουμε πολλάκις αναφερθεί στην ικανότητα του αθλητισμού να συνεισφέρει (άμεσα ή έμμεσα) σε θέματα υγείας, εκπαίδευσης, κοινωνικής ενσωμάτωσης και πολιτισμού. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, εκτείνεται και πέρα από τα συγκεκριμένα πεδία. Ακόμη και σε διεθνές επίπεδο ο αθλητισμός έχει αναγνωριστεί ως ένα δυνητικό εργαλείο που προάγει τη διαπολιτισμική, οικονομική και πολιτική συνεργασία και αλληλοκατανόηση μεταξύ εθνών και μεταξύ πολιτισμών. Η αναγνώριση αυτή αφορά εκείνο που αποκαλούμε «αθλητική διπλωματία».

Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και τα σχετικά Συμπεράσματά του,[2] η αθλητική διπλωματία ορίζεται ως «η αξιοποίηση του αθλητισμού ως μέσου για την επιρροή διπλωματικών, διαπολιτισμικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών σχέσεων. Συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της δημόσιας διπλωματίας, που αποτελεί μακροπρόθεσμη διαδικασία επικοινωνίας με την κοινή γνώμη και με οργανισμούς, με στόχους όπως η ενίσχυση της ελκυστικότητας και της εικόνας μιας χώρας, περιοχής ή πόλης και η επίδραση κατά τη λήψη αποφάσεων επί τομέων πολιτικής. Συμβάλλει στην επίτευξη στόχων εξωτερικής πολιτικής κατά τρόπο ευδιάκριτο και κατανοητό για το ευρύ κοινό».

Η σχετική βιβλιογραφία[3] εντάσσει την αθλητική διπλωματία σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει περιπτώσεις στις οποίες ο διεθνής αθλητισμός χρησιμοποιείται συνειδητά από τις κυβερνήσεις ως εργαλείο της διπλωματίας. Σε αυτή την κατηγορία, στην οποία διπλωματία είναι ο «διάλογος μεταξύ κρατών», οι κυβερνήσεις αξιοποιούν ανθρώπους του αθλητισμού για την ενίσχυση ενός μηνύματος, ενώ ο ίδιος ο αθλητισμός προσφέρεται για δημόσια διπλωματία. Ομοίως, τα κράτη εκμεταλλεύονται τα αθλητικά γεγονότα ως ευκαιρία να μετριάσουν τις εντάσεις στις διπλωματικές τους σχέσεις ή απλώς για να δοκιμάσουν το έδαφος για μια πιθανή αλλαγή πολιτικής.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη διπλωματική εκπροσώπηση, επικοινωνία και διαπραγμάτευση μεταξύ μη κρατικών παραγόντων, δραστηριότητες δηλαδή που συντελούνται ως αποτέλεσμα συνεχούς διεθνούς αθλητικού ανταγωνισμού. Περιλαμβάνει τις επιπτώσεις τόσο του διεθνούς αθλητισμού στη διπλωματία όσο και της εξειδικευμένης διπλωματίας του διεθνούς αθλητισμού – με άλλα λόγια, τις διπλωματικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται για να καταστήσουν δυνατό τον ίδιο τον διεθνή αθλητικό ανταγωνισμό.

Ένας ξεχωριστός τύπος διπλωματίας

Στο σύγχρονο, πλουραλιστικό διπλωματικό περιβάλλον, μη κρατικοί θεσμοί όπως η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ή η Διεθνής Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (FIFA) μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκούν έναν ξεχωριστό τύπο διπλωματίας. Αυτοί οι οργανισμοί και τα στελέχη που δραστηριοποιούνται εντός αυτών συμμετέχουν με συνέπεια στην εκπροσώπηση και στις διαπραγματεύσεις με τις κυβερνήσεις, τους περιφερειακούς και εθνικούς φορείς οργάνωσης του αθλητισμού, μεγάλες παγκόσμιες εταιρείες που χορηγούν τον ανταγωνισμό, μέσα ενημέρωσης διεθνούς εμβέλειας και παγκόσμιες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Αναμφισβήτητα, ο αντίκτυπος αυτής της κατηγορίας στη διπλωματία είναι μεγαλύτερος λόγω του όγκου, της συχνότητας και της ικανότητάς της να συνδέεται με τις καρδιές, το μυαλό, καθώς και με το… πορτοφόλι του παγκόσμιου κοινού.

Ομολογουμένως, με αφορμή το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου στο Κατάρ, η έννοια έχει προσελκύσει εκ νέου το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και μερίδας του Τύπου, που άλλοτε μονόπλευρα και επιδερμικά, άλλοτε (σπανιότερα) πιο σφαιρικά και αντικειμενικά, αναδεικνύει πτυχές και στοιχεία της αθλητικής διπλωματίας.

Φυσικά, ενώ η περίπτωση του Κατάρ αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τέτοιας διπλωματίας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ως φαινόμενο δεν είναι καθόλου νέο. Μπορούμε να ανατρέξουμε ακόμη και στον 8ο αιώνα π.Χ.: κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας για τη διεξαγωγή των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, οι αντιπρόσωποι κάθε πόλης-κράτους εκμεταλλεύονταν αυτή την ευκαιρία για να επιδείξουν τόσο τη δύναμη όσο και τη γενικότερη επιρροή τους στα πολιτικοοικονομικά δρώμενα της εποχής και του τόπου. Κατά την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, επίσης, οι αθλητικές διοργανώσεις και αγώνες προσέφεραν πολλαπλά οφέλη (π.χ. δημοφιλίας και δημοτικότητας) στους τότε αυτοκράτορες, εκτός από τις οικονομικές-εμπορικές ευκαιρίες που αυτές δημιουργούσαν για μεγάλη μερίδα εμπλεκομένων. Στην πολύ νεότερη ιστορία, βεβαίως, οι περιπτώσεις είναι αμέτρητες και πέραν του παρόντος άρθρου.

Στα καθ’ ημάς

Αναφέρουμε μόνο δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αθλητικής διπλωματίας που μας αφορούν. Το πρώτο σχετίζεται με την Κυπριακή Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης και την ανάληψη διοργάνωσης αγώνων ομίλου της τελικής φάσης του Ευρωμπάσκετ του 2025 στην Κύπρο, σε συνεργασία με την Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης. Αφενός η διοργάνωση του 2025 προσφέρει τη δυνατότητα υποστήριξης προγραμμάτων ανταλλαγών για αθλητές, νέους, προπονητές και εμπειρογνώμονες, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Αφετέρου, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη γειτονιά μας δείχνουν περισσότερο ευάλωτες από ποτέ, και η συγκεκριμένη διοργάνωση –εάν και εφόσον αντιμετωπιστεί ως τέτοια ευκαιρία– μπορεί να εκπέμψει ένα ηχηρό μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση ότι οι δύο χώρες «μπαίνουν στο γήπεδο» μαζί.

Το δεύτερο παράδειγμα σχετίζεται με την υποψηφιότητα της Ελλάδας για την ανάληψη της διοργάνωσης του Μουντιάλ του 2030 σε συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο. Ας μην ξεχνάμε δύο σημαντικά δεδομένα: πρώτον, ότι μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου υπάρχει συμφωνία για το υποθαλάσσιο καλώδιο ηλεκτρικής ενέργειας που θα συνδέει τις δύο χώρες· δεύτερον, τη συνεργασία Σαουδικής Αραβίας και Ελλάδας για το –επίσης υποθαλάσσιο– καλώδιο μεταφοράς δεδομένων μεταξύ των δύο χωρών. Αυτά είναι δύο έργα τόσο γεωπολιτικής όσο και οικονομικής σημασίας, η αξία των οποίων ανέρχεται σε πολλά δισ. ευρώ.

Τα ανωτέρω δύο παραδείγματα βρίσκονται σε ακριβή αντιστοίχιση με όσα υπογραμμίζει και το Συμβούλιο της ΕΕ στο κείμενο Συμπερασμάτων για την αθλητική διπλωματία –στο οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή αυτού του άρθρου– διακηρύσσοντας και την ανάγκη:

  • να προωθηθούν μεγάλες αθλητικές εκδηλώσεις ως σημαντική πτυχή της διαπολιτισμικής, κοινωνικής και οικονομικής διπλωματίας της ΕΕ σε περιπτώσεις που μπορούν να ενισχύσουν τους ενωσιακούς οικονομικούς στόχους της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας·
  • ο αθλητισμός να συμβάλει στην επίτευξη των φιλοδοξιών της ΕΕ στις εξωτερικές σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη συμφωνίες με Τρίτες Χώρες, μεταξύ άλλων εντός του πλαισίου των συμφωνιών προσχώρησης, σύνδεσης, συνεργασίας, καθώς και των ευρωπαϊκών συμφωνιών γειτονίας.

* Ο Δρ Χρήστος Αναγνωστόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Διοίκησης Αθλητισμού στο Hamad Bin Khalifa University του Κατάρ. Αρθρογραφεί επί θεμάτων που αφορούν τη διακυβέρνηση, τη διαχείριση και την επιχειρηματικότητα στον αθλητισμό

[1] George Orwell, «The Sporting Spirit», Tribune (14 Δεκεμβρίου 1945).

[2] Διαθέσιμο διαδικτυακά: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:52016XG1215(03)&from=ES (τελευταία ανάκτηση: 13 Νοεμβρίου 2022).

[3] Ενδεικτικά, βλ. Stuart Murray και Geoffrey Allen Pigman, «Mapping the Relationship between International Sport and Diplomacy», Sport in Society 17/9 (2014), σσ. 1098-1118· διαθέσιμο διαδικτυακά: DOI: 10.1080/17430437.2013.856616.