Στη Θράκη τίποτε δεν είναι εύκολο

αλλά και τίποτε δεν πρέπει να μείνει παγωμένο

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2021, τ. 1003

του Αντώνη Παπαγιαννίδη – adp@economia.gr

Ακόμη και στους αριθμούς, όποιος θελήσει να προσεγγίσει την Θράκη αντιμετωπίζει κάποιες δυσχέρειες; πληθυσμιακά, το διεθνές αποτύπωμα (Eurostat) μιλάει για σχεδόν 600.000 κατοίκους το 2019 – αλλά η αναφορά είναι σε Ανατολική Μακεδονία/Θράκη, με την επιλογή περιφερειοποίησης που έχει γίνει.

Αυτή η περιφέρεια, συνολικά, έχει 5,6% του πληθυσμού της χώρας και – μετά από σοκαριστική πτώση του ΑΕΠ κατά 28,4% από το 2010 έως το 2018, – εισφέρει μόλις το 3,9% του συνολικού Ελληνικού ΑΕΠ. Η ανεργία καταγραφόταν στο 24,3% το 2014, στο 16,2% το 2019. Αν πάντως «κατέβει» κανείς σε επίπεδο κυρίως Θράκης, βρίσκεται μπροστά σε πληθυσμό περίπου 360.000, ωστόσο με λιγότερες εξειδικεύσεις σε ΑΕΠ, απασχόληση κοκ οι οποίες αναφέρονται δυσμενέστερες. Από τον πληθυσμό αυτό, μουσουλμάνοι καταγράφονται 120.000, κυρίως σε Ροδόπη (67.000) και Ξάνθη (42.000). Πάλι με ανασφάλεια καταγραφής, σχεδόν 60.000 αναφέρονται «τουρκογενείς» 49.000 Πομάκοι,, οι υπόλοιποι Ρομά.

Η Διακομματική για την Θράκη

Αναγνωρίζοντας ότι το να μένει η Θράκη σε ένα πολλαπλό περιθώριο κυοφορεί εντάσεις και επικίνδυνα προβλήματα, η σημερινή Κυβέρνηση πήρε την πρωτοβουλία για ίδρυση Διακομματικής Επιτροπής Θράκης. Η πρωτοβουλία βρήκε θετική ανταπόκριση στα κόμματα. Όπως θύμιζε προ καιρού ο Συμεών Σολταρίδης – enetpress 28 Οκτωβρίου – η Διακομματική διαθέτει «τίτλους ευγενείας», καθώς πρωτοεμφανίσθηκε ως Συντονιστικό Συμβούλιο Θράκης το 1959 (επί Κωνσταντίνου Καραμανλή). Επανεμφανίσθηκε θεσμικά το 1989-90 (επί υπουργίας Βιργινίας Τσουδερού), με αρκετή δουλειά αλλά περιορισμένο αποτύπωμα αποτελεσμάτων.

Αυτή την φορά, η Διακομματική επιδιώχθηκε να έχει υψηλότερο προφίλ – και ισχυρότερους στόχους. «Ποντάροντας» σε μια ευρύτερη διαβούλευση, δημιούργησε εξαρχής πλατφόρμα όπου συγκεντρώθηκαν οι απόψεις θεσμικών αλλά και άλλων φορέων της Περειφέρειας.

Η προσπάθεια να διατηρηθεί ο διακομματικός χαρακτήρας της Επιτροπής Ανάπτυξης της Θράκης φάνηκε και με ένα από τα αρχικά οργανωτικά επεισόδια. Ας σημειωθεί ότι η Επιτροπή έχει ενδιαφέρουσα σύνθεση, και ως πρόεδρο/εμπνευστή είχε την Ντόρα Μπακογιάννη, αντιπρόεδρο τον Γιώργο Κατρούγκαλο, Γραμματέα τον Ανδρέα Λοβέρδο από κει και πέρα Δημ. Καιρίδη, Θ. Ρουσόπουλο, Ευρ. Στυλιανίδη, Ολγα Κεφαλογιάννη, Α. Δημοσχάκη (από Ν.Δ,) Χασάν Ζεϊμπεκ και Νίκο Φίλη (από ΣΥΡΙΖΑ), Γιώργο Παπανδρέου (από ΚΙΝΑΛ), Ι. Δελή (από ΚΚΕ), Σ.Σακοράφα (από ΜέΡΑ25). Η αρχική πρόταση της (Προέδρου της Επιτροπής) Ντόρας Μπακογιάννη ήταν να δημιουργηθούν 3 ομάδες εργασίας:

  • ομάδα εργασίας αναπτυξιακών θεμάτων, με περιεχόμενο την βιώσιμη ανάπτυξη, τα χρηματοδοτικά εργαλεία, την προώθηση επενδύσεων, τις υποδομές, μεθόδους στήριξης της επιχειρηματικότητας.
  • ομάδα εργασίας θεσμικών θεμάτων, με τομείς προτεραιότητας την παιδεία, το δημογραφικό και κυρίως τα θέματα της μειονότητας (ενσωμάτωση, ισονομία, διαθρησκευτικός διάλογος)
  • Ομάδα εργασίας διασυνοριακών θεμάτων, με αιχμή τα μεταναστευτικά/προσφυγικά, αλλά και τον έλεγχο των πλημμυρών και τις διασυνοριακές επαφές.

Όταν όμως προέκυψαν επιφυλάξεις από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ για την τρίτη ομάδα, υπήρξε συνειδητή αναδίπλωση στην Επιτροπή. Η αντίρρηση ότι το να προσεγγισθεί το προσφυγικό/μεταναστευτικό ειδικά σε λογική Θράκης/Εβρου θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερα ζητήματα παρά να λύσει, έγινε σεβαστή. Θεωρήθηκε ότι η ουσία των σχετικών με τα διασυνοριακά θεμάτων μπορεί να προσεγγισθεί μέσω των άλλων δυο ομάδων, οπότε η τρίτη ομάδα εργασίας παραπέμφθηκε στο μέλλον. (Επικεφαλής συντονιστής της Ομάδας θεσμικών τέθηκε ο Θοδωρής Ρουσόπουλος, της Ομάδας οικονομικών ο Δημήτρης Καιρίδης).

Η μεσολάβηση του κορωνοϊού δεν αποσυντόνισε απλώς τις εργασίες της Διακομματικής, έδωσε και την βάση για πληρέστερη αναζήτηση ισορροπιών – τόσο στα θεσμικά, όσο και στα οικονομικά. Ήδη, η Επιτροπή ζήτησε και έλαβε τρίμηνη παράταση της λειτουργίας. της, που συνεπώς θα πάει για Απρίλιο. Κυρίως, ελπίζεται ότι θα ανοίξει την συζήτηση για την Θράκη, αντί να την αφήσει κάτω από το χαλί.

Τα θεσμικά και εκπαιδευτικά σε στενή συνάφεια

Ιδιαίτερη σημασία στην συζήτηση – όχι απλώς στην Διακομματική, αλλά στην ελπιζόμενη ευρύτερη συζήτηση – διεκδικεί η περαιτέρω διαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, με χαρακτηριστικά ανοίγματος στην μειονότητα. Η ενσωμάτωση στο δημόσιο σχολείο της Τουρκικής (ως γλώσσας επιλογής) όπως είχε ήδη σχεδιασθεί/επιχειρηθεί το 2006, συν η χρήση της μητρικής γλώσσας (ως γλώσσας στήριξης στα νηπιαγωγεία με μειονοτικό πληθυσμό) όπως εφαρμόσθηκε πιλοτικά το 2017-19 αποτελεί πρόκληση για όλους. Την ίδια στιγμή, η δημιουργία διαπολιτισμικού Πειραματικού Γυμνασίου (και εν συνεχεία Λυκείου) ολοκληρώνει την κλίμακα – όμως το ζήτημα είναι πότε/πώς σταματάει η χρήση της μητρικής, ώστε να μην λειτουργεί ως εμπόδιο ενσωμάτωσης.

Στον κυρίως θεσμικό χώρο, η υπόθεση της Μουφτείας, με τα δικαιοδοτικά ιδίως καθήκοντα που διαθέτει ο μουφτής και τα οποία αποτελούν την βάση προκειμένου να συνεχίσει να διορίζεται αντί να εκλέγεται, συνεχίζει να είναι μια πολύπλοκη υπόθεση. Η «εύκολη» προσφυγή στην λύση της εκλογής έγινε (;) φανερό ότι απλώς μετακινεί τα προβλήματα, αντί να τα λύνει. Η νομοθετημένη απαίτηση βεβαιωμένων προσόντων – πτυχίο Θεολογίας από ΑΕΙ – για τον Μουφτή θα χρειαστεί προσοχή στην εφαρμογή, καθώς η ισλαμική παράδοση θέλει άμεση σύμπραξη των πιστών στην ανάδειξη εκείνων που οδηγούν την προσευχή (μουφτή/ιμάμηδων).

Δίπλα, ωστόσο, στην υπόθεση της θρησκευτικής-διοικητικής εξουσίας της Μουφτείας, λειτουργεί και το διόλου αμελητέο ζήτημα της βακουφικής περιουσίας, των (θρησκευτικής βάσης) ιδρυμάτων/βακουφίων της περιοχής: εδώ, από την ρύθμιση που είχε επιδιωχθεί το 2007 για το ξεπάγωμά τους, δεν υπήρξε κίνηση – ούτε εφαρμογή.

 Το μονοπάτι των θετικών διακρίσεων

 

Μετά από μακρά πορεία ωρίμανσης της έννοιας affirmative action στον Ελληνικό πολιτικό κόσμο – μην ξεχνούμε ότι η αντίστροφη λογική των δυσμενών διακρίσεων μέχρι σημείου διατήρησης εσωτερικών συνόρων κάλυψε πολλές δεκαετίες «σήκωμα της μπάρας» στην, βάσει του Αναγκαστικού Νόμου 736/1936, Επιτηρούμενη Ζώνη ξεκίνησε το 1993 επί Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ολοκληρώθηκε το 1995 επί Ανδρέα Παπανδρέου/Γερ. Αρσένη στην περιοχή της Ξάνθης) – υπήρξαν νομοθετημένα μέτρα για την μειονότητα, με την λογική της πληρέστερης ένταξής της. Εργαλείο των θετικών διακρίσεων: οι ποσοστώσεις. Και, αναμενόμενο σε μια χώρο όπου «όνειρο» είναι ο δημόσιος τομέας, στόχος είχε τεθεί η πρόσβαση στο Δημόσιο.

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι, σ’ αυτήν την κατεύθυνση, κλιμακωτές πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί το 1995, το 2008 και πιο πρόσφατα το 2016 – δηλαδή, διαδοχικά, επί Σημιτικού ΠΑΣΟΚ, επί Ν.Δ. και επί ΣΥΡΙΖΑ! Το ξεκίνημα ήταν με την ποσόστωση 0,5% για εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, η συνέχεια για τις προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ, η τελευταία φάση για την εισαγωγή στην Σχολή Δοκίμων και τις αντίστοιχες της Πυροσβεστικής (εδώ είναι 2%) . Πλην όμως… οι σχετικές ρυθμίσεις/ευκαιρίες έμειναν, κατά τα φαινόμενα χωρίς ανταπόκριση.

Αυτό θάπρεπε να έχει προβληματίσει – και, κυρίως, να οδηγήσει σε νέες αναζητήσεις. Οι θετικές διακρίσεις έχουν νόημα όταν οδηγούνται σε εφαρμογή, όταν δηλαδή δίνουν αποτέλεσμα.

Η προσέγγιση της οικονομικής ανάπτυξης, πέρα από σκιές του παρελθόντος

Το γεγονός της οικονομικής υστέρησης της Θράκης έχει γίνει από πολύ παλιά φανερό ότι όχι απλώς επιτείνει, αλλά και εν πολλοίς δημιουργεί τα άλλα προβλήματα στην κοινωνία της περιοχής. Εδώ, διαδοχικά κύματα εφαρμογής αναπτυξιακών νόμων δεν άφησαν πίσω θετικό αποτύπωμα. Έτσι διατυπωμένη, αυτή η τοποθέτηση έχει ένα στοιχείο αδικίας: στην περιοχή υπήρξαν ιδιωτικές επενδύσεις, έχουν παραμείνει μονάδες που λειτουργούν και αποδίδουν – όμως… δίπλα από επιδοτημένα κουφάρια.

Τώρα, που σ’ όλη την χώρα διεκδικούνται τα κονδύλια από Next Generation EU, η πρόκληση ειδικά στην Θράκη είναι να μην επαναληφθούν οι απογοητεύσεις του παρελθόντος. Και στην μεν δημιουργία υποδομών υπάρχει ικανή προεργασία. Στον σχεδιασμό ολοκληρωμένης ανάπτυξης υποδομής στην Θράκη – αλλά και στενότερης περιφερειακής ένταξής της – κεντρικό ρόλο επιδιώκεται να διαδραματίσουν η ενέργεια (ιδίως υπό την έννοια της διαμετακόμισης) και οι μεταφορές. Γνώριμοι οι ενεργειακοί αγωγοί ΤΑΡ και IGB – δηλαδή διαμετακόμιση φυσικού αερίου της Κασπίας μέσω Τουρκίας/TANAP και προς Β. Μακεδονία, Αλβανία – Ιταλία , αλλά και η διακλάδωση προς Βορρά με τον interconnector Βουλγαρίας, συν η αναβάθμιση του υπό ιδιωτικοποίηση λιμανιού της Αξεναδρούπολης παράλληλα με τον πλωτό terminal/ESRU, και η προώθηση των οδικών (Εγνατία) και των σιδηροδρομικών («σιδηροδρομική Εγνατία») αξόνων.

Αν όμως πάμε λίγο πιο πίσω στον χρόνο, υπάρχει ένα δηλητηριαστικό ίζημα από παρελθόν, προερχόμενο από τα κίνητρα για ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Η περιπέτεια της διαβόητης ενίσχυσης του 15% , με την οποία είχε επιχειρηθεί ήδη από την δεκαετία του ΄90 η στήριξη των επιχειρήσεων που θα ενίσχυαν τον οικονομικό ιστό της Θράκης – κάλυψη μέρους του εργατικού κόστους λόγω απόστασης από το κέντρο, συνθηκών απομόνωσης/υστέρησης, περίπου όπως αργότερα μάθαμε να αναφερόμαστε σε μεταφορικό ισοδύναμο κοκ – έχει αφήσει πίσω δυσάρεστες εκκρεμότητες. Η μορφή αυτή ενίσχυσης, όπως είχε νομοθετηθεί, σταθερά αργούσε να καταβληθεί. Οι επιχειρήσεις που την δικαιούνταν την έγραφαν ως απαίτηση κατά του Δημοσίου. συχνά την εκχωρούσαν στις τράπεζες .φορολογούνταν επ’ αυτής τα αποτελέσματά τους.

Κάποια στιγμή, «δια τον φόβον της DGComp»/της καταδίκης ως κρατικής ενίσχυσης, η ρύθμιση καταργήθηκε. Όχι όμως δια νόμου. Προσβολή στο ΣτΕ, κερδίζουν (προσοχή! όσοι προσέφυγαν). Έμενε/μένει πίσω ένα ανεξόφλητο υπόλοιπο, το οποίο αληθινά δηλητηριάζει: πιο πρόσφατα, ενώ η κατάργηση του 15% επανελήφθη (αυτήν την φορά με νόμο), επιχειρείται η εκκαθάριση του δυσάρεστου αυτου παρελθόντος. Να δούμε πότε θα γίνει – σίγουρα όχι με εξόφληση των χρωστούμενων αλλά με συμψηφισμούς μελλοντικών οφειλών προς το Δημόσιο. Αν όντως πρόκειται για ποσό της τάξεως των 50 εκατ. ευρώ, εντυπωσιάζει η εμμονή στην εκκρεμότητα…

Όταν θα έχει κλείσει η συζήτηση για την ενίσχυση της οικονομίας της Θράκης, ένα μείζον μέτωπο θα έχει μείνει – φοβούμεθα – ανοιχτό. Μήπως και πάλι οι όποιες ενισχύσεις δοθούν με λογική trickle-down, δηλαδή δια του κυρίαρχου Ελληνικού πληθυσμού – κι αν κατασταλάξει και κάτι στην μειονότητα…

Η «ανακάλυψη» της διασυνοριακότητας

Άμα πάρει κανείς Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, θυμίζουμε, φτάνει-δεν φτάνει στις 600.000 κατοίκους. Στην Ανατολική Θράκη, παραδίπλα, η ανάπτυξη της Ανδριανούπολης δίνει έναν αστικό ιστό 1 εκατομμυρίου. Στις δυο ώρες δρόμο βρίσκεται η Κωνσταντινούπολη, με 16 εκατομμύρια κόσμο. Κυρίως, όμως, με κάτι σαν 400 δις περιφερειακό ΑΕΠ (υπερδιπλάσιο του συνολικού Ελληνικού, δηλαδή). Αυτό σημαίνει ότι όποιος σκέπτεται αναπτυξιακά δεν είναι νοητό να μην έχει αυτή την παράμετρο κατά νουν – ιδίως άμα θυμηθεί ότι το, γειτονικό, Βουλγαρικό ΑΕΠ είναι στα 50 δις ευρώ, εκείνο της Βόρειας Μακεδονίας παρακάτω στα 10 δις, της Αλβανίας δυτικότερα άλλα τόσα.

Ήδη, ο τουρισμός στην Αλεξανδρούπολη – και σε όλη την παραλιακή ζώνη της Θράκης – είναι βαρύτατα ζυγιασμένος προς την κατεύθυνση των Τούρκων επισκεπτών. Ακόμη και σε φάσεις έντασης, μόλις ακολουθήσει εκτόνωση αυτοί είναι που κρατούν τους τζίρους. Βέβαια, η αναφορά σε διασυνοριακότητα ξυπνάει το ζήτημα της κατάστασης και λειτουργίας των μεθοριακών σταθμών: η σύγκριση και μόνον των δυο πλευρών στους Κήπους, με την σεβάσμια γέφυρα που στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα δεν είναι καν διπλής κατεύθυνσης, αρκεί. Όμως, το νόμισμα έχει και την αντίστροφη όψη: από τις δύο άμεσα γειτονικές χώρες – Βουλγαρία και Τουρκία, η μεν πρώτη είναι μέλος της ΕΕ (άρα πλήρως ελευθερία εμπορίου), η δε δεύτερη έχει σε λειτουργία την Τελωνειακή Ένωση. Η ανταγωνιστική πίεση – φορολογική συντελεστές, κόστος καυσίμων, βάθος των δικτύων διανομής – είναι αναπόδραστη. Και το να γίνεται λόγος περί «αθέμιτου ανταγωνισμού» δεν βοηθάει τα πράγματα – ιδίως όταν οι προτιμήσεις/αποφάσεις των Ελλήνων καταναλωτών οδηγούν τον χορό. Μαζί και η οδική εγγύτητα.

Η δυσάρεστη περιπέτεια των Τουρκικών σωματείων

Για τον Οκτώβριο που μας πέρασε προβλεπόταν η έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου επί του θέματος της εγγραφής τουρκικών (κατά τον αυτοπροσδιορισμό τους) σωματείων από την Θράκη, θέματος που κατ’ επανάληψιν έχει κριθεί αρνητικά και με επίκληση των προνοιών της Συνθήκης της Λωζάνης που αναγνωρίζει μόνο Μουσουλμανική (και όχι Τουρκική) μειονότητα και με ανακίνηση θέματος εθνικής ασφαλείας λόγω δημιουργίας μειονοτικού. Μάλιστα υπήρχε η προσδοκία, η απόφαση εκείνη να συμπέσει με την άσκηση από μέρους της Ελλάδας της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρώπης. Γιατί «ελπιζόταν»; Επειδή η αρνητική στάση της Ελληνικής Δικαιοσύνης στο συγκεκριμένο θέμα, την έχει φέρει (και, μαζί, την χώρα) σε δυσάρεστη σύγκρουση με το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Στρασβούργου. Δείτε, ψύχραιμα, παλιότερη απόφαση του ΕΔΑΔ:

«Το Δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμη και αν ο πραγματικός και μοναδικός σκοπός του σωματείου ήταν να προωθήσει την ιδέα ότι στην Ελλάδα υφίσταται μια εθνική μειονότητα, τούτο δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αφ’ εαυτού ως απειλή για μια δημοκρατική κοινωνία. ακόμη περισσότερο αφού τίποτε μέσα στο καταστατικό του σωματείου δεν υποδήλωνε ότι τα μέλη του εκθείαζαν την προσφυγή στην βία ή σε αντιδημοκρατικά ή αντισυνταγματικά μέσα»

Στην συνέχεια το ΕΔΑΔ εξετάζει τις αναφορές για δράσεις που θα «επαλήθευαν το γεγονός ότι το πρόγραμμά του έκρυβε διαφορετικούς στόχους και προθέσεις απ’ εκείνην που δήλωνε δημοσίως». Ειδικά, για την υποστήριξη μειονοτικής συνείδησης, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι «δεν μπορεί αφ’ εαυτού να δικαιολογήσει παρέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων του άρθρου 11». Και ακόμη περισσότερο «η πρόθεση να ανοίξει δημόσιος διάλογος για την τύχη και την ταυτότητα ενός τμήματος του πληθυσμού ενός Κράτους […] δεν αρκεί για να επιβληθεί περιορισμός τόσο ριζικός όσο η διάλυση ενός σωματείων». Καθώς «Η ουσία της δημοκρατίας υπάρχει στην ικανότητά της να επιλύει τα προβλήματα με ανοιχτό διάλογο».

Σημειωτέον ότι, στην πιο πρόσφατη φάση αυτής της δυσάρεστης νομικής περιπέτειας, η (εισηγούμενη/εισάγουσα τα θέματα στο ΕΔΑΔ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε να παρατηρήσει τα εξής:

«[Η Επιτροπή] διατυπώνει λύπη της για το ότι, παρά τις προσπάθειες που έγιναν από τις αρχές, ιδίως δε την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του 2017, έντεκα χρόνια μετά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν επανεξετάσθηκαν οι αιτήσεις [των σωματείων] από τα εθνικά δικαστήρια επί της ουσίας υπό το φως της νομολογίας του ΕΔΑΔ, οπότε δυο από τα σημερινά σωματεία δεν έχουν καταχωρηθεί ενώ ένα παραμένει διαλυμένο».

Επίσης η Επιτροπή «καλεί τις αρχές να λάβουν όλα τα αναγκαία μέρα ώστε οι αιτήσεις των σωματείων να εξετασθούν από τα εθνικά δικαστήρια γρήγορα και σε πλήρη και ουσιαστική αρμονία με το άρθρο 11 της Σύμβασης και με τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ».

Τα «γρήγορα», ουδέποτε υπήρξε η ειδικότητα της Ελληνικής Πολιτείας, βέβαια. Όμως – ειδικά σ’ αυτό το ζήτημα –  το να χρονίζει επί άνω της δεκαετίας η αναζήτηση λύσης δεν κάνει καλό. Σε κανένα.