Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί, η απαισιοδοξία ανακάμπτει

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2023, τ.1026

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

των Άγγελου Τσακανίκα και Ευαγγελίας Βαλαβανιώτη

Ένας από τους βασικότερους δείκτες που αντανακλούν την ψυχολογία των πολιτών σε μια χώρα είναι αυτός της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, που δημοσιεύει η DGECFIN της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εκπονεί μηνιαίως στην Ελλάδα το ΙΟΒΕ από το 2008. Η έρευνα καταναλωτών αποτελεί μέρος του σχετικού κοινού εναρμονισμένου προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του δείκτη οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Κάθε μήνα, ένα δείγμα από 1.500 νοικοκυριά πανελλαδικά συμμετέχει σε αυτές τις τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις και διατυπώνει τις προσδοκίες του για την εξέλιξη της οικονομίας στο επόμενο 12μηνο, την οικονομική τους κατάσταση, αλλά και άλλους σχετικούς δείκτες που αντανακλούν, όπως προαναφέρθηκε, την «ψυχολογία» της στιγμής.

Η γενική τάση

Στο Διάγραμμα 1 αποτυπώνεται η πρόσφατη εξέλιξη του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης σε σύγκριση με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό δείκτη, ενώ στον σχετικό πίνακα καταγράφονται τα αναλυτικά στοιχεία. Η μακροχρόνια εικόνα έχει ενδιαφέρον καθώς, όπως έχει διαπιστωθεί, συνδέεται συνήθως με τον εκλογικό κύκλο με συστηματικό τρόπο από το 1981 σχεδόν. Όταν πλησιάζει η περίοδος των εκλογών, οι πολίτες αρχίζουν να διατυπώνουν πιο αισιόδοξες απόψεις για τα οικονομικά τους και την πορεία της χώρας, καθώς πλησιάζει η ώρα να συμμετάσχουν σε μια πολιτική διαδικασία και, ως εκ τούτου, ίσως να θέλγονται από τις υποσχέσεις που συνήθως εκφράζονται προεκλογικά από τα κόμματα εξουσίας. Έτσι, για παράδειγμα, την περίοδο πριν από το 2015 η εμπιστοσύνη είχε βελτιωθεί, το δε εκλογικό αποτέλεσμα είχε γίνει ιδιαίτερα ευμενώς αποδεκτό. Πολύ σύντομα βεβαίως οι προσδοκίες καταβαραθρώθηκαν και έφθασαν στο χαμηλότερο σημείο τους το καλοκαίρι του 2015, με την επιβολή των capital controls και τις οριακές οικονομικές καταστάσεις που ζήσαμε σε σχέση με την παρουσία της χώρας στην Ευρωζώνη.

Ακολούθησε μια περίοδος χαμηλών προσδοκιών και, παρά την ισχνή ανάπτυξη, έντονης δυσαρέσκειας μέχρι το τέλος του 2017. Η σταθεροποίηση της οικονομίας σταδιακά έφερε χαμόγελα αισιοδοξίας και η εμπιστοσύνη επανήλθε. Άλλωστε πλησίαζε μια νέα εκλογική διαδικασία και, όπως συμβαίνει διαχρονικά, οι προσδοκίες βελτιώθηκαν. Ο δείκτης προσέγγισε τον ευρωπαϊκό αντίστοιχο μέσο όρο σταδιακά εντός του 2019, ενδεικτικό της πολύ θετικής αντανάκλασης που είχε η επόμενη κυβέρνηση στην κοινωνία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μέση επίδοση του δείκτη το 2019 είναι -19,8 που συνιστά την καλύτερη επίδοση σχεδόν 20 ετών. Το αρνητικό πρόσημο σημαίνει ότι εξακολουθούν να υπερισχύουν οι απαισιόδοξοι, όμως αυτό στην Ελλάδα συμβαίνει σχεδόν πάντα. Στη συνέχεια βεβαίως, και για περίπου 1,5 χρόνο, η επίδραση της πανδημίας επηρέασε δυσμενώς τα νοικοκυριά, ενώ μέχρι τα μέσα του 2021 η τάση ήταν ανοδική και προοιωνιζόταν ανάκαμψη. Από το καλοκαίρι του 2021 και μετά όμως η εικόνα επιδεινώνεται, όπως συμβαίνει άλλωστε και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Έτσι, σε μέσο επίπεδο ο δείκτης κινείται στο -35,4, χαμηλότερα του 2021 (-31,2).

Το 2022 είναι φανερό πια ότι ο πληθωρισμός και η αύξηση του ενεργειακού κόστους έχει επηρεάσει δυσμενώς τις προσδοκίες των πολιτών. Ήδη στο ενδεκάμηνο ο μέσος δείκτης κινείται στο -53,8 – πολύ χειρότερα βεβαίως σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Και μπορεί τον Νοέμβριο ο δείκτης να βελτιώνεται αισθητά και να διορθώνει την πολύ ισχυρή επιδείνωση του προηγούμενου μήνα, όμως η πτωτική τάση συνεχίζεται. Η παρατεταμένη καλοκαιρία, που καθυστερεί την επίδραση στο ζήτημα της θέρμανσης, ενδεχομένως να εξηγεί μερικώς αυτή τη βελτίωση, όπως και η επίδραση των παρεμβάσεων οικονομικής ενίσχυσης (fuel pass, κ.τ.λ.). Σαφώς η τάση αυτή είναι πανευρωπαϊκή, όμως οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν οι περισσότερο απαισιόδοξοι καταναλωτές στην ΕΕ, με αισθητή διαφορά από τους υπόλοιπους. Ακολουθούν οι καταναλωτές σε Ουγγαρία και Πορτογαλία, με επίπεδο δείκτη στις -47,4 και -38,3 μονάδες αντίστοιχα. Στις χαμηλότερες θέσεις αυτής της κατάταξης βρίσκονται η Λιθουανία (-8,2) και η Φιλανδία (-16,3). Χαρακτηριστικό των αποτελεσμάτων το τελευταίο διάστημα είναι ότι πλέον καμιά χώρα δεν βρίσκεται στο θετικό πεδίο τιμών.

Επιμέρους δείκτες

Περνώντας σε επιμέρους στοιχεία της έρευνας, τον Νοέμβριο οι καταναλωτές διατυπώνουν αρνητικές εκτιμήσεις για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους τους προηγούμενους 12 μήνες: ένα 70% εκτιμά ότι αυτή έχει ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση. Γενικά οι γυναίκες είναι πιο απαισιόδοξες σε σχέση με τους άνδρες.

Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση της χώρας, σχεδόν το 67%, από 79% τον προηγούμενο μήνα, αναμένει ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση. Και εδώ οι γυναίκες είναι πιο απαισιόδοξες, όπως επίσης και οι ηλικίες άνω των 50 ετών. Πάντως οι αντίστοιχες προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού είναι δυσμενείς μεν, αλλά ηπιότερες σε σχέση με τη χώρα. Άρα, μέρος των απαισιόδοξων για την πορεία της χώρας είναι πιο ήπιο σε ό,τι αφορά τα δικά του οικονομικά. Δύσκολη με λίγα λόγια η πορεία της οικονομίας γενικά, αλλά οι ίδιοι θεωρούν ότι θα τα καταφέρουν καλύτερα από τη χώρα.

Από την άλλη πλευρά, η πρόθεση των καταναλωτών για σημαντικές αγορές τους προσεχείς 12 μήνες (επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών κ.τ.λ.) ενισχύθηκε ελαφρά, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις -47,3 (από -51,9) μονάδες. Όμως, το 55% των καταναλωτών (από 63%) προβλέπει ότι θα προβεί σε λιγότερες ή πολύ λιγότερες δαπάνες.Μάλιστα οι γυναίκες, αν και γενικότερα είναι περισσότερο απαισιόδοξες και σε επίπεδο νοικοκυριού και στο σύνολο της χώρας, είναι περισσότερο πιθανό να προβούν σε μείζονες αγορές.

Πολύ σημαντική είναι η τοποθέτηση των νοικοκυριών για την τρέχουσα κατάστασή τους. Το 65% δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», ενώ στο 12% βρίσκεται το ποσοστό όσων αναφέρουν ότι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους. Οι καταναλωτές που δήλωσαν ότι αποταμιεύουν λίγο ή πολύ αποτελούν το 16% του συνόλου, ενώ το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι «έχουν χρεωθεί» υποχώρησε στο 6%.

Συνεπώς είναι φανερή η επάνοδος της απαισιοδοξίας, που δημιουργεί κατά βάση η ακρίβεια και ο ισχυρός και επίμονος πληθωρισμός. Θεωρούμε ωστόσο ότι, καθώς το επόμενο διάστημα θα εισερχόμαστε σε προεκλογική περίοδο, οι προσδοκίες θα βελτιώνονται και μεγαλύτερο μέρος των πολιτών θα δηλώνει ηπιότερες εκτιμήσεις και προβλέψεις, αναμένοντας μια νέα κυβέρνηση με ό,τι καινούριο από κει μπορεί να αναδειχθεί.

O Άγγελος Τσακανίκας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΜΠ, Διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)-ΕΜΠ και Επιστημονικός Υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ.

Η Ευαγγελία Βαλαβανιώτη είναι Ερευνήτρια του ΙΟΒΕ.