To δεύτερο κύμα κι εμείς

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Στο μείγμα φόβου και ελπίδας που χαρακτηρίζει αυτήν την υπόθεση της πανδημίας του Covid-19 – άλλωστε και στην διαγγελματική τοποθέτηση Κυριάκου Μητσοτάκη αυτή η κεντρική διάσταση είχε κομβικό ρόλο – η τωρινή φάση, η φάση του ανοίγματος/της άρσης των περιοριστικών μέτρων «ανήκει» στην ελπίδα. Καθώς όμως, όπως κάθε μη-επιπόλαιος παρατηρητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς γνωρίζει, ο φόβος εγκαθίσταται/επιβάλλεται ευκολότερα απ’ όσο καλλιεργείται/επιτάσσεται η ελπίδα. Στην πρώτη φάση, των απαγορεύσεων και του lock-down, ο φόβος ρίζωσε στον περισσότερο κόσμο και απέδωσε: απέδωσε συμπεριφορές απόστασης και προφύλαξης, απέδωσε (στην Ελλάδα) και πολιτική/δημοσκοπική αναγνώριση του καλού αποτελέσματος. Η ελπίδα ήταν ότι τα μέτρα θα απωθούσαν, ή πάντως θα συγκρατούσαν την πανδημία – και, στην ουσία, η ελπίδα ρίζωσε ακριβώς στον φόβο.

Στην τωρινή φάση – δείτε το να συμβαίνει με την ελευθέρωση των ταξιδιών, με το έπος της μάσκας, με την είδηση ότι ο τουρισμός ανοίγει χωρίς τεστ και χωρίς καραντίνες –  η ελπίδα που είναι εγγενής στο άνοιγμα δεν καταφέρνει, πάντως για πολλούς…, να διώξει τον φόβο. Αυτό, υπόσχεται/απειλεί να δώσει τραγελαφικές καταστάσεις με τον τουρισμό. Σοβαρότερα, απειλεί την εμπιστοσύνη άπαξ και εκδηλωθεί νέος πυρήνας κρουσμάτων. Ήδη όμως φέρνει κραδασμούς στην κοινή γνώμη με την εμφάνιση συζητήσεων για το δεύτερο κύμα.

Μέχρι πριν λίγες ημέρες, η συζήτηση αυτή γινόταν με επιμέρους παρατηρήσεις λοιμωξιολόγων («των σεισμολόγων της νέας εποχής», οι οποίοι στην αρχή μίλησαν συντεταγμένα – φωνή Τσιόδρα – ύστερα όμως πλήθυναν ανά τα κανάλια με προσωπικές επιστημονικές καταθέσεις) ότι, όπως και με τους άλλους κορωνοϊούς, όπως και με την γρίπη στις διάφορες εκδοχές της, νέο κύμα θα πρέπει να αναμένεται πιθανότατα. Το φθινόπωρο; Ή στις αρχές του χειμώνα; Εξασθενημένο, ή όχι; Ήδη, όμως, τόσο το Αμερικανικό Κέντρο Λοιμώξεων/CDC όσο και το Ευρωπαϊκό ECDC συντονισμένα απήγγειλαν προειδοποιήσεις. Και ο μεν Ρόμπερτ Ρέντφιλντ του CDC προειδοποίησε ότι δεύτερο γύρο περιοριστικών μέτρων/lock-down ενδεχομένως χρειαστεί μετά το καλοκαίρι: όμως αυτός έχει τον Πορτοκαλή Πρόεδρο Τραμπ να συμμαζέψει –  έχει και Προεδρικές εκλογές στην χώρα του, στις 3 Νοεμβρίου.

Όμως και η Άντρεα Αμμον του ECDC (Γερμανίδα, η έδρα του ECDC είναι πάντως στην Σόινα της Σουηδίας) εξηγούσε αφοπλιστικά ότι το ερώτημα «δεν είναι αν θα υπάρξει δεύτερο κύμα, αλλά πότε και πόσο μεγάλο θα είναι». Ο λόγος; Η ανοσία ανά την Ευρώπη κινείται μετά 2% και 14% , «πράγμα που αφήνει ακόμη το 85% έως 90% του πληθυσμού ευάλωτο». Συνειδητοποιώντας τι έλεγε, προσέθεσε ένα «δεν θέλω να δημιουργήσω μια καταστροφολογική εικόνα, όμως θεωρώ πως οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές». Πάντως και η γρίπη του κορωνοϊού Η3Ν2, του 1968, με έως και τέσσερα εκατομμύρια νεκρούς παγκοσμίως, επίσης με δύο κύματα εκδηλώθηκε.

Διαβάζοντας, τώρα, στην Ελλάδα – με την εσωτερικευμένη υπερηφάνεια από τον όντως εξαιρετικά χαμηλό αριθμό κρουσμάτων – όλα αυτά, και με το άνοιγμα των ταξιδιών και του τουρισμού επί θύραις σ’ έναν πληθυσμό ο οποίος (αφού δεν είχε κρούσματα…) μάλλον διαθέτει εξαιρετικά περιορισμένη ανοσία, ευλόγως διερωτάται κανείς πώς ακριβώς θα γίνει η διαχείριση όχι απλώς τυχόν θυλάκων μετάδοσης το καλοκαίρι (αν, κλπ.) αλλά πώς θα αντιδράσουμε στο δεύτερο κύμα. Οψέποτε αυτό εκδηλωθεί.

Η Ελληνική εμπειρία από την προ 102 ετών πανδημία της Ισπανικής γρίπης, που άφησε πίσω 21,5 ή 50 ή 100 εκατομμύρια θύματα (νεκρούς, όχι κρούσματα: βέβαια συνέπεσε και με τους εξαντλημένους από τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο  πληθυσμούς) από το τότε οξύ φλεγμονώδες πνευματικό οίδημα με προτίμηση στην βάση των πνευμόνων, καλοκαίρι ξεκίνησε – και μάλιστα στην Πάτρα. Το αληθινά θανατηφόρο δεύτερο κύμα, όμως, ξεκίνησε μετά το καλοκαίρι – με κορύφωση τον Οκτώβριο. «Να αποφεύγονται οι συγκεντρώσεις παντός είδους και να τηρείται η καθαριότης των χεριών και των εσωρούχων». Η συνέχεια δείχνει ακόμη περισσότερες ομοιότητες με την τεχνολογικά/επιδημιολογικά υπερανεπτυγμένη εποχή μας: αναβολή των μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο, διακοπή των δικών, αραίωση των καθισμάτων στους κινηματογράφους και… στα στιλβωτήρια υποδημάτων. Τελευταία, πάντως, έκλεισαν τα καφενεία της Πλατείας Ομονοίας. Μόνο τον Νοέμβριο αρχίζει ύφεση της πανδημίας: στις 5 Νοεμβρίου, λιτανεία απ’ όλες τις εκκλησίες των Αθηνών με περιφορές εικόνων και ψαλμούς.

Στο σχετικά απομονωμένο και πάντως μικρό νησί της Σκύρου, σε σύνολο 3.200 κατοίκων οι 3.000 νόσησαν. Κεντρικό πρόβλημα δεν ήταν απ’ ένα σημείο και πέρα η περίθαλψη αλλά η ταφή των νεκρών. Το δεύτερο κύμα υπήρξε αληθινά ξεθεμελιωτικό.

Ευτυχώς, η λήθη αποτελεί θεμελιώδες αντανακλαστικό επιβίωσης.