To ΔΝΤ πάλι προβλέπει: καλυφθείτε!

 

Όπως τρέχουν στην Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον οι συζητήσεις για την Ελλάδα – επικεντρώθηκε το ενδιαφέρον στην πρόωρη αποπληρωμή μέρους των 9,3 δις εναπομένοντος δανείου προς το Ταμείο, όμως η «ακτινογράφηση» της Ελληνικής οικονομίας έχει συνολικότερο ενδιαφέρον, καθώς η Ένθεση Άρθρου IV για την χώρα θα μείνει για μετά το καλοκαίρι… – ήταν αναμενόμενο να ανοίξει ένας νέος κύκλος συζήτησης για στόχους και προοπτικές.

Έτσι, εύλογα η Κυβέρνηση καταγράφει ότι η πρόβλεψη του ΔΝΤ για την ανάπτυξη του 2019 παραμένει στο 2,4% (και μάλιστα με προσδοκία ρυθμού 2,7% στο κλείσιμο του χρόνου) την στιγμή που οι γενικότερες προβλέψεις του για την Ευρωζώνη συννεφιάζουν. Η άποψη του Ταμείου ας συγκριθεί με το 2,2% πρόβλεψη της Επιτροπής, ή και με την περιοχή του 2% όπως προειδοποιούσε το ΙΟΒΕ.

Η σχετική αισιοδοξία ως προς την πορεία του ΑΕΠ επιτρέπει στο Ταμείο να δέχεται – πράγμα που αποτελεί σημαντική μετακίνηση της ανάγνωσής του για τους μηχανισμούς της Ελληνικής οικονομίας – ότι η δημοσιονομική υπεραπόδοση του 2019 («γράφει» ένα 5,4% πρωτογενούς πλεονάσματος), διατηρείται, έστω και καμπτόμενη, μέχρι και το 2024: μέχρι το 2022 είμαστε άνω του συμφωνημένου μεταΜνημονιακα 3,5% του ΑΕΠ – 4,6% για το 2020, 4,1% για το 2021, 3,7% για το 2022 – αλλά τα πρωτογενή πλεονάσματα για το Ταμείο εγκαθίστανται πλέον στην Ελληνική οικονομία. Και τούτο, την στιγμή που τα φορολογικά έσοδα σταδιακά υποχωρούν, από 47,5% του ΑΕΠ σε 44% το 2024. Το μικρό αυτό θαύμα, να υποχωρούν τα έσοδα – το βλέπουμε, προοπτικά, ιδιαίτερα με τις προθέσεις Ν.Δ. άμα βρεθεί στα πράγματα – αλλά να μένει σε υψηλό επίπεδο το πλεόνασμα – εξηγείται για το Ταμείο με αντίστοιχη μείωση των δημοσίων δαπανών , οι οποίες από 47,7% περνούν κατ’ αυτό στο 44,7% του ΑΕΠ στην ίδια περίοδο. Εδώ, βλέποντας κανείς την βαθμιαία διόρθωση/επαναφορά σε επίπεδο δαπανών των τελευταίων εβδομάδων – να πει κανείς για το κόστος ενίσχυσης της ρύθμισης της α΄ κατοικίας; να κοιτάξει προς την αποκατάσταση των συντάξεων χηρείας; να αποτολμήσει μια ματιά προς το ΠΔΕ που επιχειρείται να ξαναστηθεί στα πόδια του; – αληθινά διερωτάται από πού προκύπτει η ενάρετη αυτή πρόβλεψη.

Μια απάντηση, λιγάκι κυνική, δίνεται από την προβολή που κάνει το Ταμείο για την εξέλιξη του χρέους, για το οποίο προβλέπεται (με βάση την αύξηση του ΑΕΠ, κυρίως, αλλά και την πορεία των εφεξής αποπληρωμών βάσει των πλεονασμάτων) αντίστοιχα ενάρετη υποχώρηση από ένα ταβάνι 183,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2018 σε 143,1% στο τέλος του 2024 (σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες για φέτος). Κυνικά, αυτό λέγεται «επειδή πρέπει να απεικονισθεί αποκλιμάκωση, γίνονται θετικές προβλέψεις».

Μια δεύτερη εξήγηση είναι ότι το Ταμείο αποδέχεται για την Ελληνική οικονομία μια εκδοχή του υπερσυμπιεσμένου ελατηρίου – μια δυσάρεστη, όμως, στις λεπτομέρειές της εκδοχή. Δέχεται δηλαδή ότι τώρα πιάνεται ένας σχετικά υψηλός στόχος αύξησης του ΑΕΠ, ο οποίος όμως υποχωρεί κάτω του 2% το 2020 για να προσγειωθεί δυσάρεστα στο 1,2% το 2024. Εδώ – δηλαδή στην εκτίμηση ότι το ελατήριο της Ελληνικής οικονομίας δίνει τώρα την συνεισφορά του, αλλά σχετικά γρήγορα εξαντλείται – η τωρινή παραδοχή του ΔΝΤ έρχεται να συναντήσει την εξαιρετικά δυσοίωνη μακροπρόθεσμη ανάγνωσή του. Εκείνη που, «διαβάζοντας» την προβολή για πληθυσμιακή αποξήρανση της χώρας σε βάθος δεκαετιών αλλά και για διατήρηση της παραγωγικότητας εκεί όπου έχει δυστυχώς εγκατασταθεί – χαμηλά  – επι δεκαετίες προβλέπει μακροπρόθεσμη ανάπτυξη σε ορίζοντα 2060 σε μέσο επίπεδο ένα ασφυκτικό 1%. Με άλλα λόγια, το Ταμείο δίνει μιαν ανάσα τώρα με τις προβλέψεις του, για να αφήσει το μέλλον ζοφερό.

Αλλά… τώρα οι εκδόσεις ομολόγων είναι για βραχύτερους ορίζοντες, οπότε…