Το «50-50», οι «εντολές Πρωθυπουργού» και η κάποια σοβαρότητα

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η νεότερη σοδειά πολιτικών – Αλέξης Τσίπρας, Κυριάκος Μητσοτάκης – αλλά και η αμέσως προηγούμενη – Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου, Αντώνης Σαμαράς – δεν διεκδίκησε ποτέ την βαρύτητα (πείτε την και σοβαρότητα) της γενιάς που έφερε την πολιτική τάξη στην Μεταπολίτευση: Κωνσταντίνο Καραμανλή, Ανδρέα Παπανδρέου, Κωσταντίνο Μητσοτάκη. (Ο Κώστας Σημίτης, στην ενδιάμεση, ανήκε ούτως ή άλλως στην προηγούμενη – υφολογικά πάντως). Όλοι τους, βέβαια, έζησαν την πραγματικότητα της πρωθυπουργοκεντρικότητας: ο Καραμανλής την είχε την επιβολή από μόνος του. ο Ανδρέας Παπανδρέου «έχτισε» με την αναθεώρηση του 1985/6 την λογική του πρωθυπουργοκεντρισμού, αλλά και την επέτεινε την αίσθηση πρωθυπουργικής κυριαρχίας λόγω χαρακτήρα (και «ιδιοκτησίας» του αλήστου μνήμης ΠΑΣΟΚ, όπως ο Καραμανλής της ΝΔ στα ίχνη της ΕΡΕ).

Από τότε, την έχουμε την άσχημη αυτή παράδοση να γίνονται τα πάντα «με εντολή Πρωθυπουργού». Να σπεύδουν οι πάντες να θυμίζουν/διακηρύσσουν/υμνύουν ότι ο ανασχηματισμός «είναι απόλυτη επιλογή/προνομία του Πρωθυπουργού» (κι ας πασχίζει ο δύσμοιρος να ισορροπήσει τάσεις και περιφερειακές προελεύσεις και τα συναφή). Να παίρνει την μπάλα ο Τύπος/τα μήντια κοκ και να εξηγεί ότι η μια ή η άλλη αστοχία (από την γνήσια γαϊδουριά μέχρι την σημαντική προβληματικότητα) έκανε «να οργίζεται ο Πρωθυπουργός», «να εκδηλώνει την έντονη δυσαρέσκειά του» και άλλα που επαναφέρουν μνήμες ανακτορικές. (Ακόμη και ο Κώστας Σημίτης, που δεν του πήγαιναν αυτές οι διατυπώσεις). Και φυσικά, τέτοιες μέρες που είναι, ότι του Πρωθυπουργού είναι η επιλογή του προσώπου το οποίο θα προταθεί – και, πλειοψηφίας εξασφαλιζομένης, θα εκλεγεί – ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Τα πρωθυπουργικά περιβάλλοντα, εκείνα που ουσιαστικά επικαθορίζουν την εικόνα των πρωθυπουργών, καθώς και τα πιστά σ’ αυτούς μέσα μαζικής ενημέρωσης (έχει πυκνώσει το είδος) φροντίζουν ώστε αυτές οι εκδηλώσεις κυριαρχίας να γίνονται κτήμα της κοινής γνώμης. Και στοιχείο του προσδοκώμενου μεγαλείου. άρα της μη-αμφισβήτησης. συνεπώς της μονοπώλησης της πολιτικής σκακιέρας. Το γεγονός ότι η εικόνα αυτή φέρνει λίγο και προς το γελοίο, ότι δια της υπερβολής οδηγεί στην αυτο-υποτίμηση, δεν δείχνει να γίνεται κατανοητό. ούτε καν να προβληματίζει.

Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα με την τωρινή φάση, της Πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη. Όπου ο τρόπος με τον οποίο στην περίπτωση της Εθνικής Οδού που έκλεισε με μισή μέρα χιόνι (όπου ο Πρωθυπουργός έδωσε την εντολή διερεύνησης/αναζήτησης ευθυνών), νωρίτερα με τον οποίο «αντιμετωπίσθηκαν» τα φαινόμενα αστυνομικής βίας (όπου ο Πρωθυπουργός ζήτησε την άμεση διερεύνηση), παραπέρα όταν χρειάστηκε να απομακρυνθούν ως άσχετοι ένα 12% των ορισθέντων Προέδρων νοσοκομείων ακόμη νωρίτερα όταν δόθηκε εντολή να λειτουργήσει άμεσα ο αριθμός έκτακτης ανάγκης 112, ο τρόπος αυτός που παγιώνεται δημιουργεί αύξουσα θυμηδία. Ενώ η σοκαριστική δήλωση Κυριάκου Μητσοτάκη στην άτυπη ενημέρωση των δημοσιογράφων, ότι «50-50 είναι οι πιθανότητες» να επιλέξει Πρόεδρο γυναίκα, δεν έγινε καν αντιληπτό στους πλέον υποστηρικτικούς ότι πέρα από την απροκάλυπτη υποτίμηση των γυναικών (αν επιλεγόταν η Μαριέττα Γιαννάκου, ή η Άννα Διαμαντοπούλου, ή η Μαρία Δαμανάκη ή Κατερίνα Σακελλαροπούλου, θα ήταν επειδή είναι γυναίκες κι όχι επειδή έχουν διαδρομή και ουσιαστική προσφορά και ιδιαίτερες ικανότητες!), παραπέμπει σε μιαν ανάγκη επιβεβαίωσης του «εγώ αποφασίζω». Η οποία αδυναμία και όχι ισχυρή θέση εκδηλώνει.