Το αλμυρό αλλά χρήσιμο 30ετές ομόλογο

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Το κουπόνι 1,875% με το οποίο τελικά η Ελλάδα «σήκωσε» 2,5 δις ευρώ από τις αγορές με 30ετές ομόλογο – για πρώτη φορά τέτοια διάρκεια, μετά από 15+ χρόνια απουσία για παρόμοιο ορίζοντα – υπήρξε αλμυρό. Πάντως σαφώς μεγαλύτερο από ένα 1,65% που είχε αφεθεί να κυκλοφορήσει νωρίτερα ως προσδοκία, δηλαδή λίγα κλικ χειρότερα από την απόδοση του αντίστοιχου Ιταλικού όταν άρχιζε αυτή η συζήτηση. όμως στην ημέρα έκδοσης το Ιταλικό είχε βρεθεί με απόδοση 1,673%, αν θέλετε Πορτογαλία ήταν στο 1,076%.

Όμως θα ήταν μικρόψυχο να μείνει κανείς σ’ αυτές τις συγκρίσεις: ήδη το να επιχειρηθεί – και να προχωρήσει – η έξοδος τής ακόμη σε αρκετή απόσταση από investment grade Ελλάδας για τέτοια διάρκεια έχει σημασία. Όχι δε επειδή το ενδιαφέρον που επιδείχθηκε υπήρξε υπερδεκαπλάσιο (αναμενόμενο, μετά την εξαιρετική επίδοση το Ελληνικού χαρτιού την περσινή χρονιά, που «γλύκανε» ακόμη περισσότερο τους επενδυτές για Ελλάδα – και μάλιστα κατά 90% θεσμικούς μακροπρόθεσμους, όχι τόσο hedge funds), ούτε επειδή όντως συνεχίζει η εξομάλυνση-επέκταση ή μάλλον ολοκλήρωση της καμπύλης των αποδόσεων του Ελληνικού χρέους, ούτε καν επειδή αίσθηση του “Greece is back” είναι χρήσιμον πράγμα, ειδικά υπό τις τωρινές συνθήκες κρίσης (και δεν το λέμε αυτά με την συνήθη τάση προς αυτεπιβράβευση των Κυβερνήσεων της χώρας).

Όμως, το να μιλάς για λήξεις που ξεπερνούν κατά πολλά χρόνια την απώτερη διάρκεια της ρύθμισης που έχει πετύχει η Ελλάδα από τους «εταίρους»/δανειστές μέχρι και το τέλος αυτής της δεκαετίας, με την έξοδο της χώρας από το 3ο Μνημόνιο (το 2018), δηλαδή την «ομπρέλα» προστασίας με αναστολή των τοκοχρεολυσίων του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, είναι μια σημαντική υπόθεση. Άλλωστε, οι μέχρι στιγμής διάρκειες φθάνουν μέχρι το 2042 – τότε που λήγουν τα ομόλογα τα οποία προέκυψαν από την αναδιάρθρωση χρέους του 2ου Μνημονίου (του 2012), ενώ αυτό το 30ετές συν κάποιους μήνες οδηγεί στον Ιανουάριο 2052.

Κατά τα άλλα, βέβαια, τα συγχαρητήρια που ανταλλάσσονται με την αφορμή του 30ετούς χρειάζεται να συνυπολογίζουν ότι με το καλό το συνολικό χρέος της Ελλάδας πάει να διαμορφωθεί στα 345 δις ευρώ (χωρίς τα repos), αντικρυζόμενο από ένα ΑΕΠ των 167,5 δις. Όντως το συνεχιζόμενο σωσίβιο της αγοράς Ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ (από τα 18 δις του 2020 μπορεί να ξεπεράσουν τα 35 μέσα στο 2021) λειτουργεί εξαιρετικά ενισχυτικά, όμως όλα έχουν ένα όριο.

Το άγχος, δε, που δείχνει να έχει καταλάβει φορείς όπως π.χ. το Δημοσιονομικό Συμβούλιο στην επικοινωνία του να προεξοφλήσουν βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας (Απρίλιο-Μάϊο έχουμε S&P και Moody’s, αύριο DBRS) προδίδει μόνον νευρικότητα.