Οικονομική Επιθεώρηση, Noέμβριος 2020, τ. 1000

από τον Τhe Economist

Το Ανώτατο Δικαστήριο και οι εκλογές

Οι προσδοκίες του Ντόναλντ Τραμπ

μπορεί να μην φέρουν συναίνεση του Δικαστηρίου

«Πιστεύω πως οι εκλογές θα καταλήξουν στο Ανώτατο Δικαστήριο», είχε πει ο Ντόναλντ Τραμπ στις 23 Σεπτεμβρίου· την ίδια πρόγνωση επανέλαβε στο πλαίσιο του ντιμπέιτ του με τον Τζο Μπάιντεν στις 29 Σεπτεμβρίου. «Έχει μεγάλη σημασία να έχουμε στη θέση τους 9 δικαστές» πριν από τις εκλογές, σύμφωνα με τον Τραμπ, ώστε «να κοιτάξουν τα ψηφοδέλτια». Υστερώντας στις δημοσκοπήσεις, ο Τραμπ αμφισβήτησε αβάσιμα την εγκυρότητα της επιστολικής ψήφου και έχει αρνηθεί να δεσμευθεί σε μια ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας, αν χάσει. Προσδοκά ότι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ θα έρθει εις επικουρίαν του αν δεν κατορθώσει να φέρει ξεκάθαρη νίκη στις 3 Νοεμβρίου. Όμως, μπορεί τελικά να βρεθεί σε κίνδυνο εκεί όπου πιστεύει ότι θα έχει ασφαλές λιμάνι – ακόμη κι αν η επιλογή του για τη διαδοχή της Ρουθ Μπάντερ Γκίνσμπουργκ, η Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ, προλάβει να καταλάβει την έδρα της εγκαίρως.

Δεν υπάρχει αποχρών λόγος να πιστέψει κανείς ότι ένα Ανώτατο Δικαστήριο, στο οποίο η εποχή Τραμπ θα έχει ορίσει 3μελή, θα τον φέρει αναγκαστικά στον Λευκό Οίκο για μία ακόμη τετραετία. Πρώτα-πρώτα, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην προσφυγή Μπους κατά Γκορ, που τελικά οδήγησε σε επικράτηση του Τζορτζ Μπους έναντι του Αλ Γκορ 35 μέρες μετά τις αμφίρροπες εκλογές του 2000, δεν είναι κατ’ ανάγκην πρόκριμα για το 2020. Οι τότε συνθήκες, όπου ο αγώνας κρίθηκε σε κοντινή αντιπαράθεση για τους 25 εκλέκτορες της Φλόριντα, δεν είναι και τόσο πιθανό να επαναληφθούν φέτος: αρχές Οκτωβρίου, οι δημοσκοπήσεις δίνουν 335 ψήφους εκλεκτόρων, που του αφήνουν άνετο προβάδισμα.

Αν όμως ο Ντόναλντ Τραμπ φανεί να χάνει τη μέρα των εκλογών, ή πάλι αν βγαίνει νικητής προτού καταμετρηθεί ο αναμενόμενος μεγάλος αριθμός των επιστολικών ψήφων («μπορεί να μην γνωρίζουμε επί μήνες» ποιος θα έχει κερδίσει, έλεγε με πικρία στο ντιμπέιτ), ο Πρόεδρος δείχνει έτοιμος να συνεχίσει τον αγώνα στα δικαστήρια. Προκειμένου να αποκρούσει «νοθεία άνευ προηγουμένου», ο Ντ. Τραμπ είναι έτοιμος να αραδιάσει σειρά δικηγόρων προκειμένου να σταματήσει την καταμέτρηση των ψήφων στις Πολιτείες εκείνες όπου θα έχει προσωρινό προβάδισμα. Πρόκειται για twesty, εξηγούσε, όταν οι εκλογικοί κανόνες σε Πολιτείες «όπου άρχουν οι Δημοκρατικοί» επιτρέπουν καταμέτρηση της επιστολικής ψήφου «επτά μέρες μετά τις εκλογές». Μερικές μάχες θα λάβουν χώρα σε πολιτειακά δικαστήρια, άλλες σε ομοσπονδιακά. Και αν οι ετυμηγορίες δεν τον ικανοποιήσουν, θα δοκιμάσει την τύχη του στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο αναδιαμόρφωσε από το 2016 έως σήμερα.

Αν όμως τα πράγματα φθάσουν μέχρις εκεί, ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να βρει απέναντί του τους δικαστές – οι οποίοι οφείλουν τη βασική τους πίστη στον νόμο και όχι σ’ αυτόν. Μια συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη καταγγελία για λαθροχειρία στο πλαίσιο της επιστολικής ψήφου μπορεί να βρει ευήκοον ους, όμως γενικευμένες κραυγές για υπερκαταμέτρηση ή για καλπονοθεία –όπως όταν, το 2016, επιχείρησε να σταματήσει την καταμέτρηση ψήφων σε δύο κομβικές περιφέρειες στη Φλόριντα μόλις έδειξε να στενεύει η διαφορά– δύσκολα θα μεταφρασθούν σε νομικές προσφυγές. Ως φύλακας της τιμής ενός Δικαστηρίου που στοχεύει να προφυλάξει από τις αιτιάσεις για πολιτικοποίηση, ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερς δεν θα έχει λόγο να δώσει τη νίκη στον Τραμπ με τόσο αδύναμα επιχειρήματα. Αλλά και οι συνάδελφοί του μάλλον αντίστοιχα θα κινηθούν. Τον Ιούλιο οι δύο πρώτοι δικαστές που ορίστηκαν επί Τραμπ (ο Νιλ Γκόρσατς και ο Μπρετ Κάβανο) έδειξαν αντανακλαστικά ανεξαρτησίας όταν εν πολλοίς στήριξαν τον εισαγγελέα της Νέας Υόρκης, που ζήτησε να αποκτήσει πρόσβαση σε σειρά ετών οικονομικών στοιχείων του Ντόναλντ Τραμπ. Αλλά και η πλέον πρόσφατη υποψήφια της εποχής Τραμπ για το Ανώτατο Δικαστήριο Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ, θα κινδυνεύσει να σπιλώσει τη φήμη της (ιδιαίτερα τώρα, στην αρχή της θητείας της), αν συνταχθεί με κομματική γραμμή για στήριξη της επανεκλογής του Προέδρου, ο οποίος μόλις πριν από λίγο θα την είχε προτείνει ως υποψήφια. Χώρια που θα μπορούσε να ζητήσει να αυτοεξαιρεθεί. […]

Μπορεί να υπάρξουν αμφισβητήσεις διαδικασιών ψηφοφορίας ενώπιον της Δικαιοσύνης. Οι πέντε δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχουν ορισθεί επί Ρεπουμπλικανών δεν έχουν ισχυρή φήμη υπεράσπισης των δικαιωμάτων ψήφου ή στήριξης κανόνων που θα καθιστούσαν ασφαλέστερη την ψήφο λόγω Covid-19: τον Απρίλιο μπλόκαραν, με απόφαση 5-4, απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που θα επεξέτεινε τις προθεσμίες ψηφοφορίας στις προκαταρκτικές εκλογές στο Ουισκόνσιν. Αντίστοιχα έκριναν για την Αλαμπάμα, αν και όχι στο Ροντ Άιλαντ.

Άλλο όμως είναι να μπλοκάρονται διαδικασίες ψηφοφορίας, εντελώς άλλο να αμφισβητείται η καταμέτρηση ψήφων μετά την κάλπη. Άμα ο Ντόναλντ Τραμπ χάσει και το Ανώτατο Δικαστήριο δεν διατηρήσει εν ζωή την προεδρία του, το θέμα είναι αν ο ίδιος θα δεχθεί το αποτέλεσμα χωρίς πρόσθετες δραματοποιήσεις. Πάντως, στο ντιμπέιτ με Μπάιντεν δεν υπήρξε καθησυχαστικός: «Δεν θα τελειώσει καλά αυτή η ιστορία», είπε.