Οικονομική Επιθεώρηση, Iανουάριος 2021, τ. 1002

Του Αντώνη Κεφαλά

Το επερχόμενο τσουνάμι του 2021

Η επιβίωση του φιλελεύθερου καπιταλισμού, μοντέλου που επικράτησε μεταπολεμικά,

εξαρτάται από τη διάθεση και ικανότητά του να ανατρέψει την τάση διεύρυνσης

των ανισοτήτων και να αποτρέψει την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους

Παρά το οικονομικό και κοινωνικό τσουνάμι που έρχεται διακόσια χρόνια μετά, είναι στο χέρι μας να μετατρέψουμε το 2021 σε έτος της οικονομικής και κοινωνικής αναγέννησης της χώρας.

Δύο πράγματα απαιτούνται πάνω απ’ όλα: πρώτον, η συνειδητοποίηση ότι είμαστε σε σημείο βαθιάς κρίσης. Η φύση της και μορφή της δεν έχουν καμία σχέση με τις προηγούμενες – για τις οποίες τόσο γκρινιάζαμε και για τις οποίες κοντέψαμε να αποποιηθούμε κάθε ευθύνη. Από την ανταπόκρισή μας κρίνεται το μέλλον μας ως σύγχρονου κράτους και συνεκτικής κοινωνίας. Και, δεύτερον, η λυπηρή αναγνώριση ότι θα γευτούμε τους κόπους μας όχι σήμερα – μερικά χρόνια αργότερα.

Δυστυχώς, η επί 30 τουλάχιστον χρόνια ολιγωρία και αντίστασή μας στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα έκαναν κράτος και αγορές οικονομικά πιο αποτελεσματικά και κοινωνικά πιο υπεύθυνα έχει κοστίσει. Διότι, σήμερα, παραμένουμε μια κοινωνία διχασμένη, ένα κράτος αναποτελεσματικό, μια οικονομία καθυστερημένη. Η τεχνολογική πρόοδος (ψηφιοποίηση και τεχνητή νοημοσύνη) και η κλιματική αλλαγή εντείνουν τα προβλήματα, τα καθιστούν πιο επείγοντα και επιβάλλουν τη λήψη σαφών αποφάσεων ως προς τους στόχους μας, τις προτεραιότητες που θα δώσουμε και τις μεθόδους υλοποίησης που θα εφαρμόσουμε.

Παρηγοριά για τα δεινά που έρχονται και κίνητρο για τόλμη και φυγή προς τα εμπρός μπορεί, ίσως, να αποτελέσει το γεγονός ότι, μεταξύ άλλων, η Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα – αν και όχι με την ίδια ένταση και την ίδια κρισιμότητα. Στην πλειοψηφία τους, αυτές οι κοινωνίες είναι θεσμικά πιο ανθεκτικές από εμάς, οικονομικά πιο αποτελεσματικές, κοινωνικά πιο συνεκτικές. Δοκιμάζονται όμως. Και ανταποκρίνονται στη δοκιμασία με τη συνειδητοποίηση που απαιτεί η σοβαρότητα και το επείγον του προβλήματος.

Αυτό και μόνο αναδεικνύει το βαρύτερο φορτίο που εμείς, ως κοινωνία, έχουμε να επωμισθούμε.

Το πρόβλημα της ανισότητας σήμερα

Ο καπιταλισμός μπορεί να είναι το μόνο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής –από την Κίνα μέχρι τις ΗΠΑ και από τη Ρωσία μέχρι την Αυστραλία– αλλά στην εποχή μας δίνεται μια τεράστια ιδεολογική μάχη για το πώς θα αντιμετωπιστούν αφενός τα εγγενή προβλήματά του, όπως η ταχεία απαξίωση του παραγωγικού ιστού, η αλλαγή στο ήθος εργασίας, οι θετικές και αρνητικές επιπτώσεις της τεχνολογίας, αφετέρου εξωγενείς παράγοντες όπως η κλιματική αλλαγή, η μαζική μετανάστευση και οι πανδημίες.

Στο επίκεντρο είναι η ανισότητα – πάσης μορφής: από το εισόδημα και την παιδεία, μέχρι τη γέννα και τον θάνατο. Η πρόοδος που έγινε στη μείωσή τους στα τριάντα χρόνια από το 1945 μέχρι το 1975 έχει ανατραπεί. Το κοινωνικό κράτος δέχτηκε επιθέσεις πρώτα από τον στασιμοπληθωρισμό της περιόδου 1975-1985 και στη συνέχεια από την αντίσταση στην επέκταση του ρόλου του κράτους στα χρόνια 1980-1990.

Πράγματι, το εκκρεμές είχε εκτιναχθεί πολύ υπέρ του κράτους. Ο παρεμβατισμός ως αντίδοτο στον στασιμοπληθωρισμό υποχώρησε στη νεοφιλελεύθερη πολιτική Ρίγκαν-Θάτσερ, μόνο που για μία ακόμη φορά το εκκρεμές πήγε πολύ μακριά προς την αντίθετη κατεύθυνση: την πλήρη απελευθέρωση και την επικράτηση του καπιταλισμού-καζίνο. Οι ανισότητες διευρύνθηκαν, οι κρίσεις διαδέχονταν η μία την άλλη (1987, 1997, 2002, 2008) και το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται και πάλι σε αδιέξοδο αντίστοιχο με αυτό του 1929-30.

Η επιβίωσή του με τη μορφή του μεταπολεμικού φιλελεύθερου καπιταλισμού εξαρτάται από τη διάθεση και ικανότητά του να ανατρέψει την τάση διεύρυνσης των ανισοτήτων και να αποτρέψει την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους.

Η εναλλακτική λύση που προσφέρεται, του αυταρχισμού είτε της δεξιάς είτε της αριστεράς, ή ακόμη της κλεπτοκρατικού καπιταλισμού, δεν συνάδει ούτε με το καθεστώς της δημοκρατίας, ούτε με το κράτος δικαίου, ούτε με την ιερότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το 2021 για την Ελλάδα

Η πανδημία σταμάτησε στη γέννησή της την ανάκαμψη της οικονομίας. Μετά από μία δεκαετία της βαθύτερης ύφεσης στην ιστορία της, η χώρα είχε βρει το αναπτυξιακό της βήμα. Η πανδημία το άφησε μετέωρο.

Τα μέτρα στήριξης είναι από τη φύση τους συντηρητικά. Στηρίζουν αυτό που υπάρχει. Η διαδικασία εκσυγχρονισμού, επομένως, στην οποία πρόσβλεπε η κοινωνία, υποχρεωτικά αναχαιτίστηκε.

Αυτό σημαίνει πως, όταν βγούμε από την κρίση και ανασταλούν τα μέτρα, τότε θα φανεί η ζημιά που θα έχει γίνει σε έναν ήδη από πριν καταστραμμένο παραγωγικό ιστό. Θα φανεί πως έχουμε στηρίξει εταιρείες που θα κλείσουν μόλις ανοίξει ξανά η οικονομία, θέσεις εργασίας που είναι ήδη χαμένες, δάνεια που είναι ήδη κόκκινα. Μέσα στο περιβάλλον αυτό το κράτος θα ζητά επιστροφές προκαταβολών, καταβολές φόρων και εισφορών, αποπληρωμές δανείων.

Στην προβληματική μικροοικονομία θα προστεθεί η δημοσιονομική ανισορροπία και πιθανώς η έξωθεν πίεση για μείωση του χρέους.

Η εισροή πόρων από την ΕΕ (Next Generation EU Fund), καθώς και από ξένες επενδύσεις, θα συνεισφέρει στην αντιμετώπιση της δύσκολης συγκυρίας. Το ίδιο και η συνέχιση της ήδη εντυπωσιακής προόδου που συντελείται στον τομέα της ψηφιοποίησης του κράτους.

Όλα αυτά, όμως, δεν θα αποδώσουν τα προσδοκώμενα αν δεν υπάρξει σαφής προετοιμασία για την επόμενη της πανδημίας ημέρα και, παράλληλα, σαφής πολιτική βούληση για την υιοθέτηση αποτελεσματικής πολιτικής μείωσης των ανισοτήτων. Η γκάμα των μέτρων επεκτείνεται από την άμεση εφαρμογή του νέου πτωχευτικού κώδικα και την ίδρυση της bad bank, μέχρι τον εκσυγχρονισμό του ΟΑΕΔ και του ΕΦΚΑ και την ανάδειξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης σε θέμα απόλυτης προτεραιότητας.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, βασικός στόχος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης οφείλει να είναι η χρηματοδότηση των επενδύσεων στις υποδομές, στο εθνικό σύστημα υγείας και στην ενέργεια, με παράλληλη μέριμνα για την προστασία του περιβάλλοντος.

Το σχέδιο που έχει δημοσιευτεί δεν παρέχει αναγκαία αυτά τα εχέγγυα. Αντίθετα, ακολουθεί την πεπατημένη των επιδοτήσεων, αφήνοντας έτσι να ενισχυθεί η λαθεμένη προσδοκία μεγάλου μέρους του επιχειρηματικού κόσμου ότι το Ταμείο Ανάκαμψης είναι το μάννα εξ ουρανού της ρευστότητας.

Η κυβέρνηση μπορεί να ελπίζει σε μια περίοδο χάριτος – δηλαδή σε περίοδο χαμηλών επιτοκίων και αναστολής των απαιτήσεων για αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και μείωσης του εξωτερικού χρέους.

Αν την έχει, τότε τα βήματά της θα είναι πιο εύκολα. Αν όχι, τότε η αντιδραστική πολιτική πίεση του αριστερού και δεξιού συντηρητισμού θα είναι μεγάλη και τα βήματά της διστακτικά.

Μιλάμε, όμως, για τον αναγκαίο μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Οι κρίσεις προσφέρονται για παρόμοιες ανατροπές – φτάνει να επικρατεί η πολιτική βούληση και να υπάρχει η στήριξη της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, η πρόκληση είναι σαφής. Να κατανοήσει, όμως, πως πολιτικά στέκεται μόνη της. Δεν θα βρει καμία μορφή συμπαράστασης από την αντιπολίτευση, μείζονα ή ελάσσονα. Αυτό καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την ενημέρωση του κοινωνικού συνόλου – σε βάθος και πλάτος, αδιάκοπα και με ειλικρίνεια.

Διαφορετικά…