To Iνστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ για τις προοπτικές της οικονομίας

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Πριν λίγες μέρες, παρουσιάζαμε/σχολιάζαμε την Τριμηνιαία Έκθεση του ΙΟΒΕ για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι έβλεπε με ανάμεικτες προσδοκίες το άμεσο μέλλον, πάντως καταθέτοντας πολλές επιφυλάξεις. Σήμερα, μια ματιά στην προσέγγιση της «άλλης πλευράς» – ας το πούμε έτσι – δηλαδή του Δελτίου Οικονομικών Εξελίξεων του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, του Ινστιτούτου Εργασίας.

Εδώ, η εκτίμηση της ύφεσης για το 2020 «γράφει» άνω του 10%, με επιπρόσθετη όμως επισήμανση «εστιών οικονομικής και κοινωνικής αστάθειας» που δημιουργούν προβληματισμό και για το 2021 – και μάλιστα προβληματισμό εντεινόμενο, άμα συνυπολογισθεί η «αβεβαιότητα ως προς την εξέλιξη της πανδημίας». (Ήδη, η αβεβαιότητα ως προς την εξέλιξη γίνεται… ισχυρότατη πιθανότητα αρνητικών εξελίξεων).

Ποιες οι εστίες αυτές; Ο αποπληθωρισμός, μείωση μισθών και εισοδημάτων, η μεγάλη κάμψη της απασχόλησης, της κατανάλωσης, των εξαγωγών και των επενδύσεων, καθώς και η υπερδιόγκωση του δημοσίου χρέους. Στον αντίποδα, καταγράφεται – επιμελώς – η έναρξη του εμβολιασμού, η οποία ωστόσο βλέπουμε πόσο χωλαίνει, η προοπτική εισροών ΕΕ και η επανενεργοποίηση βασικών οικονομικών κλάδων ως παράγοντες αισιοδοξίας. Το τελευταίο θυμίζει λίγο την θεωρία του συμπιεσμένου ελατηρίου…

Καθώς στον πυρήνα των προσδοκιών για ανάκαμψη βρίσκονται – και για το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, αυτό – οι επενδύσεις, ας προσεχθεί η σημείωση της κρισιμότητας του «χρόνου που θα χρειαστούν οι επενδυτές, μετά την υγειονομική κρίση, για να διαμορφώσουν τις παραδοχές τους που θα στηρίξουν τις επενδυτικές τους αποφάσεις». Πάλιν με έμφαση στο ότι ομιλεί ερευνητικός φορέας των συνδικάτων, έχουμε την επισήμανση της «σημαντικής κληρονομιάς χρέους». Και μπορεί να αναφέρεται με ανακούφιση η αποδέσμευση από τις «λανθασμένες αρχές της δημοσιονομικής ορθοδοξίας», όμως γίνεται φανερό ότι θα χρειαστούν πρόσθετες πρωτοβουλίες προκειμένου να ενισχυθούν οι αυτόματοι σταθεροποιητές, αλλά ΚΑΙ να στηριχθούν «νέοι θεσμοί απασχόλησης».

Τι λογής πρωτοβουλίες;  Για το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, αύξηση της προοδευτικότητας των συστημάτων φορολογίας εισοδήματος και πλούτου. Εδώ, όντως η διεθνής συζήτηση υποδέχεται παρόμοιες προσεγγίσεις, όμως η Ελληνική πολιτική σκηνή πολύ απέχει και από το να τις βάλει στο ραντάρ της μετά τα χρόνια των Μνημονίων…

Ενδιαφέρον έχει η καταγραφή της – συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρωζώνη – μεγαλύτερης ανθεκτικότητας της μεταποίησης στην Ελλάδα. Απ’ εκεί το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ επαναφέρει την συζήτηση για ισχυρότερη διασύνδεση της μεταποίησης με τις εξαγωγές, αν είναι να προκύψει μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική. Στην δημόσια συζήτηση για τις προτάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη, όπως μεταστοιχειώνεται σε Εθνικό Σχέδιο για τις παρεμβάσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αυτή η διάσταση αξίζει να κρατηθεί, έτσι όπως συμπίπτει και με την προτεραιοιποίηση από τον ΙΟΒΕ.  Σε αντίθεση με την ανθεκτικότητα της μεταποίησης, επισημειώνεται ότι η κάμψη της δραστηριότητας στο εμπόριο, την εστίαση/ξενοδοχία και τις μεταφορές υπήρξε η βαρύτερη σ’ όλη την Ευρωζώνη (πλην Μάλτας) , με -30% έναντι -10%.

Επισημαίνεται επίσης η συγκράτηση του αριθμού των ανέργων. (βέβαια… με τα επίπεδα απασχόλησης να έχουν υποχωρήσει, σε σχέση με το 2019, έτσι όπως  εγκαταλείπουν την αγορά εργασίας άνθρωποι που ζουν την απερήμωσή της, κι έτσι τεχνητά μειώνεται η καταγραφή του ποσοστού ανεργίας. Πέραν τούτου, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ σημειώνει την επίδραση της αύξησης του χρόνου απασχόλησης: 37,1% εργάστηκαν το γ΄3μηνο άνω του 40ωρου. Επιπλέον, η πρακτική της στήριξης των επιχειρήσεων με το σύστημα των επιδοτημένων αναστολών – με την απαγόρευση των απολύσεων για όσον χρόνο διαρκεί η αντισταθμιστική ενίσχυση – συγκρατεί μεν την καταγραφόμενη ανεργία, όμως μεταθέτει την πίεση στην αγορά εργασίας γι αργότερο.

Κάπως σαν υστερόγραφο – θυμίζουμε πάντα ότι πρόκειται για μελέτη ΙΝΕ/ΓΣΕΕ –  καταγράφεται με επιμέλεια η επίπτωση των όσων μέτρων δημοσιονομικής στήριξης εφαρμόζονται στην εικόνα του χρέους. Το οποίο, ως μέσο ποσοστό στην περίοδο 2020-24 «θα κυμανθεί 44,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα έναντι της προ πανδημίας εκτίμησης». Οπότε, παρά την παράλληλη καταγραφή των προσδοκιών από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και της ύπαρξης του μαξιλαριού, δεν δικαιολογεί  εικόνα soft landing (η διατύπωση δική μας).

Γι αυτό, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ επανέρχεται ως κατακλείδα στην επισήμανση ότι οι χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης θα ώφειλαν να στραφούν «σε δραστηριότητες που να συνδυάζουν τον οικο-τεχνολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας με υψηλά πολλαπλασιαστικά οφέλη σε όρους διατηρήσιμης απασχόλησης, εισοδήματος και παραγωγικότητας». Βραχυπρόθεσμα, επισημαίνεται η συζήτηση που γίνεται διεθνώς – Levy Economics Institute – για ένα «μεσαίας κλίμακας πρόγραμμα εγγυημένης απασχόλησης»

Ενώ, πιο κοντά στις δικές μας Ελληνικές προσλαμβάνουσες, σημειώνεται η ανάγκη εξασφάλισης προστατευτικού ρυθμιστικού πλαισίου για την τηλεργασία, αλλά και επαναφορά της λειτουργίας των συλλογικών συμβάσεων.  Εδώ, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εμφανώς παλεύει ενάντια στο ρεύμα…