Το lock-down και το να «πειθαρχήσουμε την κοινωνία» 

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Αν την πρώτη φορά που μπήκε η χώρα σε lock-down – θα το λέμε «το lock-down της άνοιξης 2020» – εκείνο που επεκράτησε ήταν το σοκ, η ανησυχία και η ανασφάλεια για τις εξελίξεις, συν η προσδοκία συγκράτησης της πανδημίας και κάτι σαν ελπίδα εξόδου, τώρα με το δεύτερο lock-down – που ελπίζεται μεν ότι θα βαφτιστεί «το σύντομο φθινοπωρινό του 2020», αν βέβαια δεν μας προκύψει «lock-down τέλους 2020/αρχών 2021» – έχουμε πάλι το σοκ. Όμως μαζί με απογοήτευση, βαθύτερη ανασφάλεια για τους χειρισμούς και τις προοπτικές, συν μετατροπή της προσδοκίας των ανθρώπων σε απαίτηση.

Αυτή η μετατόπιση της κοινής γνώμης, που βαθμιαία εκφραζόταν στις δημοσκοπήσεις πριν επιπέσει επί των κεφαλών μας το δεύτερο lock-down, θα έχει τις πολιτικές επιπτώσεις που θα δούμε την άνοιξη. θα τραντάξει την μείζονα ανοχή-προς-αποδοχή της Κυβέρνησης των τελευταίων μηνών ή, αντιθέτως, θα την σταθεροποιήσει. Θα κάνει την Αντιπολίτευση – αξιωματική και ελάσσονα – να αναζητήσει περιεχόμενο προτάσεων (κατά την υπόδειξη Κώστα Σημίτη) ή θα της προσδώσει ακόμη πιο καταγγελτικό ρόλο. Την ίδια στιγμή όμως, η ίδια η διαχείριση της πορείας (υπό συνθήκες lock-down») θα χρειαστεί μια πολύ ισχυρότερη δόση από εκείνο που είναι τόσο ξένο προς την Ελληνική πρακτική, ώστε συνήθως να μένει αμετάφραστο: rule of reason, αποδοχή της λογικής στην εφαρμογή των όποιων μέτρων.

Το lock-down είναι στον πυρήνα του μια ευρεία απαγόρευση. Που, ωστόσο, επιχειρεί να κρατήσει ζωντανό «κάτι» από την κανονική λειτουργία της κοινωνίας, της οικονομίας, των ανθρώπινων σχέσεων. Έτσι, χρειάστηκε κατεπειγόντως να δοθεί λύση στις μετακινήσεις των – δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων, ας μην χαμογελούν παραξενεμένα οι μονοδιάστατα αστικοί πληθυσμοί! – ανθρώπων που χρειάζεται να πάνε τώρα στα χωριά τους για την συγκομιδή της ελιάς. Δεν πρόκειται εδώ τόσο για την οικονομική δραστηριότητα, όσο για την διατήρηση της αίσθησης ότι «υπάρχει αύριο» στην ζωή.

Πολύ ευρύτερο, το ζήτημα των μετακινήσεων των εργαζομένων μέσα στην περίμετρο του τόπου κατοικίας: κάποια στιγμή, πήγε να απαιτείται διασταύρωση των δηλώσεων των εργοδοτών προς εργαζόμενους με την εγγραφή στην «Εργάνη», με μια λογική ελέγχου της εργασιακής νομοθεσίας. Ευτυχώς δεν άργησε να γίνει αντιληπτό ότι, αν πας ΤΩΡΑ υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης να κάνεις ελέγχους, όχι μόνον θα διαταράξεις τις σχέσεις όσων δουλεύουν με το κομμάτι, με εργολαβία, με ατυπικές μορφές, αλλά και την επιβίωση όσων – ξεκάθαρα! – δουλεύουν στην μαύρη αγορά για την επιβίωση. (Στο προηγούμενο lock-down άνθισε το γιαπί, οι μετασκευές κοκ, κυρίως επειδή ήταν μεγάλη η ανάγκη μεταναστών αλλά και ανέργων για ένα μεροκάματο). Η ιδέα της άσκησης ελέγχου νομιμότητας μέσα στην κρίση επιβίωσης είναι αφεαυτής σοκαριστική, γι αυτό και αφέθηκε κατά μέρος – ελπίζεται!

Η άλλη πλευρά του ίδιου θέματος είναι η (δύσκολα κατανοητή) επιλογή ΑΥΤΗΣ της στιγμής για προώθηση του εργασιακού νομοσχεδίου, που επί μήνες επωαζόταν και που θα φέρει ριζικές τομές στην διευθέτηση του χρόνου εργασίας, των υπερωριών, συν στα της κήρυξης απεργιών. Η αίσθηση και μόνον ότι τώρα ακριβώς που η εργασία βρίσκεται στο απόλυτο ναδίρ της διαπραγματευτικής της δύναμης, τώρα με την τηλεργασία σε απλαισίωτη ανάπτυξη υπό πίεση. ΤΩΡΑ πάει να γίνει το μεγάλο βήμα νομοθετημένης ελαστικοποίησης της εργασίας, δείχνει πόση απουσία λογικής και ενσυναίσθησης κινδυνεύει να διαγνωσθεί στην δημόσια ζωή.

Αντανάκλαση του ίδιου φαινομένου άγνοιας (ή, μάλλον, αγνόησης…) της έννοιας μιας rule of reason και στο θέμα της διευθέτησης της τηλεκπαίδευσης; αφού είδαμε την υψηλής έντασης «μάχη» προκειμένου να μείνουν ανοιχτά τα σχολεία, ύστερα το σε fast-forward κλείσιμο των Λυκείων, ύστερα των Γυμνασίων και το πέρασμα σε τηλεδιδασκαλία, και αφού επανήλθαν τα (διόλου προσχηματικά!) προβλήματα νοικοκυριών με περιορισμένη πρόσβαση σε αξιόπιστο ίντερνετ, ή/και με πολλά μέλη τα οποία διεκδικούν ταυτόχρονα την ίδια γραμμή μέσα στην ημέρα (τηλεργασία γονιών+τηλεμαθήματα παιδιών), ή /και με σχολεία με περιορισμένη υποδομή/κομπιούτερ, ΤΩΡΑ ανακινήθηκε ζήτημα ελέγχου των απουσιών για όσους δεν προσέρχονται τακτικά στα τηλεμαθήματά τους.

Η διάσταση ενός «να πειθαρχήσουμε την κοινωνία», διάσταση που ήδη καταδείχθηκε όχι τόσο με την πρωτοβουλία διπλασιασμού των προστίμων (από τα 150 στα 300 ευρώ) και τον πολλαπλασιασμό των ελέγχων για το τυχόν «σπάσιμο» του lock-down μετά από τους ελέγχους για την τήρηση της υποχρέωσης μάσκας και σε ανοιχτούς χώρους (είχε προηγηθεί η τηλεοπτικοποιημένη επιβολή του νόμου, με την Αστυνομία να διενεργεί ελέγχους μασκοφορίας στα υπερσυνωστισμένα λεωφορεία: υλικό για ντοκιμαντέρ του μέλλοντος) είναι μια διάσταση που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα βοηθήσει στον διακηρυγμένο στόχο – που είναι θυμίζουμε, η επίτευξη της αποκλιμάκωσης της πανδημίας.

Άλλωστε, το ίδιο ίσχυσε/θα ισχύσει και με την υπόθεση της απαγόρευσης των πορειών για 17 Νοέμβρη ή  και για την δολοφονία Γρηγορόπουλου (άμα το τρέχον lock-down πάει μια-δυο βδομάδες παραπέρα). Έχοντας σταθερά αποτύχει να αποτρέψουν ή έστω να ελέγξουν τα έκτροπα, οι Κυβερνήσεις δεκαετιών, τώρα ανακοινώνουν πρώτα – δια Μιχ. Χρυσοχοΐδη – απαγόρευση πορειών και, ύστερα, ως εκ περισσού σχεδόν, ανακοινώνεται συνεννόηση με τα κόμματα, τις νεολαίες, τους φορείς που θεωρούν ότι η τιμή μνήμης σε κάποια γεγονότα έχει ακόμη περιεχόμενο.

Χρειάζεται λογική και σοβαρότητα στην τήρηση του lock-down. Το «να πειθαρχήσουμε την κοινωνία» είναι άλλη διαδικασία, που μπορεί να τραυματίσει την πρώτη. Όταν κατορθώσουν οι πολιτικοί αρχηγοί να τα συζητήσουν, αυτά, στην Βουλή θάταν χρήσιμο να το ξεκαθαρίσουν – και τι εννοούν, και τι επιδιώκουν.