Ο επικεφαλής του γραφείου του ΔΝΤ στην Ελλάδα κατά την πρώτη περίοδο των Μνημονίων επιχειρεί να διαγράψει την πορεία που θα πρέπει να ακολουθηθεί τα επόμενα χρόνια προκειμένου το δημόσιο χρέος να είναι βιώσιμο

του Μπομπ Τραα*

Στις αρχές του 2020, πριν χτυπήσει ο Covid, για την ελληνική οικονομία επικρατούσε αισιοδοξία. Στη συνέχεια ήρθαν κι άλλα καλά νέα: τα πραγματικά επιτόκια έπεφταν κατακόρυφα, φθάνοντας ακόμα και σε αρνητικά επίπεδα. Οι Αρχές δήλωναν (και σε μένα προσωπικά) ότι «το πρόβλημα είχε λυθεί», υπονοώντας ότι «με τόσο χαμηλά επιτόκια, η Ελλάδα δεν είχε πρόβλημα χρέους και με το κόστος του χρέους τόσο χαμηλό ήταν η ώρα για φοροελαφρύνσεις, που θα εφαρμοστούν άμεσα».

Κατάλαβα, μετά τον αναστεναγμό ανακούφισης με την έξοδο από τα «προγράμματα» τον Αύγουστο του 2018 (κατόρθωμα που ολοκλήρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ), ότι αυτό σήμαινε ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να επανέλθουν στην κανονικότητα. Δηλαδή, όταν είστε στην κυβέρνηση, εξυπηρετήστε τους πελάτες σας. Και, όταν είστε στην αντιπολίτευση, εναντιωθείτε… ακόμα και στις πολιτικές της κυβέρνησης που είναι λογικές. Η ιδέα είναι ότι πρέπει να διώξεις τον άλλον από την εξουσία, να αναλάβεις και να αρχίσεις να εξυπηρετείς τους δικούς σου πελάτες. Ο κύκλος επαναλαμβάνεται.[1]

Στο βιβλίο του “Το σχέδιο του Οδυσσέα: το μεγάλο ταξίδι προς ένα βιώσιμο χρέος” (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις economia) ο Μομπ Τραα επιχειρεί να διαγράψει τη μελλοντική πορεία που θα πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική οικονομία, προκειμένου το δημόσιο χρέος να καταστεί βιώσιμο. Στο πλαίσιο αυτό χρησιμοποιεί μια σειρά από δείκτες, τους σημαντικότερους από τους οποίους επικαιροποίησε και παρουσιάζει στο παρόν άρθρο

Είπα ένα ανέκδοτο ενός ζευγαριού με μεγάλο σπίτι και SUV, αγορασμένα με δάνεια. Τους κάλεσε ο φίλος τους τραπεζίτης λέγοντας ότι, επειδή τα επιτόκια ήταν τόσο χαμηλά, είχαν την επιλογή να παραιτηθούν από τις πληρωμές εξυπηρέτησης του χρέους για τους επόμενους 6 μήνες. Οι τόκοι απλώς θα κεφαλαιοποιούνταν στο δάνειο και θα μπορούσαν να το φροντίσουν όταν ξεκινούσαν ξανά οι πληρωμές. Το ζευγάρι ενθουσιάστηκε. Θα μπορούσαν να πάνε διακοπές στην Ίμπιζα, που πάντα ήθελαν. Ο τραπεζίτης τους είχε λύσει το πρόβλημά τους. Οι περισσότεροι είδαν το ανέκδοτό μου σαν αστείο.[2]

Μετά ήρθε ο Covid. Η κυβέρνηση, σε περιόδους οικονομικής πίεσης και σε ένα κεϋνσιανό πλαίσιο, και εντός ορίων, καλείται να υποστηρίξει τη δραστηριότητα ώστε να αποτρέψει οι υγιείς παραγωγικές δυνάμεις να παρασυρθούν στη δίνη. Κάτι που συνέβη όταν η ΕΕ ανέστειλε τα κριτήρια του Μάαστριχτ επικαλούμενη την έκτακτη ανάγκη. Η Ελλάδα ξόδεψε περισσότερα για την ανακούφιση από τον Covid, σε σχέση με το ΑΕΠ, από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το χρέος αυξήθηκε κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία, από το τέλος του 2018 έως το τέλος του 2020, έναντι 10 ποσοστιαίων μονάδων στον μέσο όρο της ΕΕ των 27 (η Ιρλανδία, που βρισκόταν επίσης σε κρίση τη δεκαετία του 2010, μείωσε τον δείκτη χρέους) (Πίνακας 1).

Στη συνέχεια, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι ο στόχος για τον πληθωρισμό δεν ήταν πλέον «κοντά, αλλά κάτω από το 2 τοις εκατό», αλλά μάλλον «2 τοις εκατό κατά μέσο όρο μεσοπρόθεσμα». Οι χρηματοπιστωτικές αγορές και οι επενδυτές κοιτάχτηκαν σαστισμένοι και ρώτησαν αν κάποιος ήξερε τι σήμαινε αυτό. Τι είναι ο «μέσος όρος»; Σε ποιο χρονικό πλαίσιο; Ο στόχος είχε χαθεί και ο πληθωρισμός απογειώθηκε.

Δεν βοήθησαν οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού ως αποτέλεσμα της μετάστασης των γεωπολιτικών ισορροπιών στην κατεύθυνση αποστροφής του ανταγωνισμού διεθνώς. Η μετατόπιση της ζήτησης από υπηρεσίες σε αγαθά κατά τη διάρκεια της πανδημίας συνέβαλε στην ανατροπή των σχετικών τιμών. Και ο κ. Πούτιν, δρώντας πάντα οπορτουνιστικά, εισέβαλε στην Ουκρανία για να δείξει στη μητέρα πατρίδα πόσο σπουδαίος ήταν και για να αποφύγει μια ημι-λειτουργική δημοκρατία (από την παλιά ΕΣΣΔ) στο κατώφλι της Ρωσίας. Οι τιμές της ενέργειας αυξάνονταν και εκείνος κρατούσε τα κλειδιά για την προμήθεια πετρελαίου και φυσικού αερίου. Και βέβαια, στην αγορά τα επιτόκια αυξάνονται όταν εμφανίζεται ο κίνδυνος του πληθωρισμού.

Ως αποτέλεσμα, εκεί που «το πρόβλημα είχε λυθεί», Ιταλία και Ελλάδα ξαφνικά αντιμετώπισαν μια τέλεια καταιγίδα, με τη Γαλλία, την Ισπανία και το Βέλγιο (και επομένως την Ευρώπη) να ακολουθούν από κοντά. Στο τέλος του 2021 η Ιταλία, η Ελλάδα και η Γαλλία είχαν πάνω από 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (η Ισπανία 27 ποσοστιαίες μονάδες) περισσότερο χρέος σε σύγκριση με τον μέσο όρο των ετών της ευρωκρίσης (κατά προσέγγιση το 2010-2017) (Πίνακας 1). Η Δανία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Ολλανδία και η Σουηδία είχαν 4-39 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ λιγότερο χρέος. Οι χώρες με πάρα πολύ χρέος το αύξησαν κι εκείνες με λιγότερο το μείωσαν.

Πίνακας 1: Δείκτες δημοσίου χρέους, ΕΕ-27 (% του ΑΕΠ)

μεταβολή κατά την πανδημία[6] μέσο επίπεδο κατά την ευρωκρίση[7] επίπεδο το 2021[8] μεταβολή[9]
ΕΕ-27 10 83,9 88,1 4,2
Βέλγιο 13 104,2 108,2 4,0
Βουλγαρία 3 21,4 25,1 3,7
Τσεχία 6 39,7 41,9 2,2
Δανία 8 41,9 36,7 -5,2
Γερμανία 8 75,2 69,3 -5,9
Εσθονία 11 9,1 18,1 9,0
Ιρλανδία -5 94,9 56 -38,9
Ελλάδα 20 172,5 193,3 20,8
Ισπανία 20 91,8 118,4 26,6
Γαλλία 17 93 112,9 19,9
Κροατία 14 74,3 79,8 5,5
Ιταλία 21 129,7 150,8 21,1
Κύπρος 17 89,9 103,6 13,7
Λετονία 6 41,7 44,8 3,1
Λιθουανία 13 39,2 44,3 5,1
Λουξεμβούργο 4 20,7 24,4 3,7
Ουγγαρία 11 76,8 76,8 0,0
Μάλτα 10 61,2 57 -4,2
Ολλανδία 2 63,3 52,1 -11,2
Αυστρία 9 82,3 82,8 0,5
Πολωνία 8 53,3 53,8 0,5
Πορτογαλία 14 124,6 127,4 2,8
Ρουμανία 13 36 48,8 12,8
Σλοβενία 10 65,5 74,7 9,2
Σλοβακία 10 50,1 63,1 13,0
Φινλανδία 9 56,6 65,8 9,2
Σουηδία 1 40,6 36,7 -3,9

Πηγή: Eurostat

Το σοκ του Covid έπληξε όλες τις χώρες. Άρα, η διαφορά στην απόδοση οφείλεται στην εσωτερική πολιτική και όχι σε ένα ασύμμετρο γεγονός. Τα επιτόκια αυξάνονται για όλους. Η ΕΚΤ θα πρέπει να μειώσει ξανά τον πληθωρισμό. Δεδομένου ότι είχε σταυρώσει τα χέρια υιοθετώντας την οπτική του «μέσου πληθωρισμού», βρέθηκε να κυνηγά τις εξελίξεις και γι’ αυτό ίσως χρειαστεί μια πιο βίαιη διόρθωση εκείνης που θα ήταν απαραίτητη.[3] Αυτό αυξάνει τα ασφάλιστρα κινδύνου (risk premia), με την Ελλάδα και την Ιταλία να είναι και πάλι τα χαρακτηριστικά παραδείγματα κράτους με πρόβλημα χρέους. Όπως σημειώθηκε, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γαλλία και το Βέλγιο δεν υστερούν πολύ, αλλά έχουν χαμηλότερα spreads κινδύνου, γεγονός που δείχνει ότι οι αγορές πιστεύουν ότι είναι πιο ανθεκτικές στη διαχείριση των προκλήσεων. Ωστόσο, το χάσμα μεταξύ χωρών χαμηλού και υψηλού χρέους διευρύνεται.

Οι αγορές χρειάζονται διαφοροποίηση μεταξύ ισχυρών και αδύναμων επιδόσεων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ένα σύστημα τιμών παρέχει πολύτιμες πληροφορίες. Για τους επενδυτές αυτό σημαίνει: να προσέχετε πόσα κεφάλαια διαθέτετε σε πελάτες υψηλού κινδύνου. Για τις κυβερνήσεις αυτό σημαίνει: οι πολιτικές μας είναι πολύ χαλαρές και δεν λειτουργούν για να κρατήσουν τη χώρα ασφαλή, επομένως πρέπει να διορθώσουμε το πλοίο και να δείξουμε στους πολίτες, τους επενδυτές και τις χώρες-εταίρους ότι μπορούμε να κάνουμε αυτή τη δουλειά. Αφού έχασε τον στόχο του πληθωρισμού, η ΕΚΤ αποφάσισε τώρα ότι πρέπει να στρεβλώσει αυτά τα σήματα της αγοράς.

Η ΕΚΤ θέλησε να αποτρέψει τον «κατακερματισμό της αγοράς», κρίνοντας αφενός ότι οι αγορές κάνουν λάθος ή είναι εξαιρετικά ευμετάβλητες, αφετέρου ότι οι δημοσιονομικές Αρχές δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά κι άρα πρέπει να την κάνει εκείνη (δύο αξιοσημείωτοι ισχυρισμοί). Πρότεινε, έτσι, ένα νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, που επιδοτεί το κόστος δανεισμού για τις χώρες υψηλού κινδύνου και «φορολογεί» τις χώρες χαμηλότερου κινδύνου. Εάν επιδοτήσετε την κακή απόδοση, θα έχετε περισσότερη. Εάν «φορολογήσετε» την καλή απόδοση, θα έχει λιγότερη. Η επιδότηση και η φορολόγηση είναι δημοσιονομική πολιτική. Γιατί είναι αυτή η δουλειά της ΕΚΤ και πώς παρέχει αυτό κίνητρα σε όσους έχουν χαμηλή απόδοση να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους;[4]

Ο κ. Ντράγκι ήταν στην ΕΚΤ και είπε το περίφημο «η ΕΚΤ θα κάνει ό,τι χρειαστεί»… για να σώσει την Ευρωζώνη. Τώρα είναι ο πρωθυπουργός της Ιταλίας. Η Ιταλία χρειάζεται υψηλότερους φόρους, χαμηλότερες δαπάνες και μεταρρυθμίσεις για να αυξηθεί η συμμετοχή στην αγορά εργασίας και να βελτιωθεί η παραγωγικότητα. Θα κάνει τώρα ο κ. Ντράγκι στην Ιταλία ό,τι χρειάζεται για να σώσει την Ευρωζώνη; Τώρα αντιμετωπίζει πραγματικό κόστος.

Τα δεδομένα μάς λένε γιατί οι αγορές είναι κουρασμένες. Οι Πίνακες 2 και 3 παρουσιάζουν δημογραφικά δεδομένα και δεδομένα για την αγορά εργασίας (πληθυσμός και απασχόληση) και το μακροοικονομικό πλαίσιο (παραγωγικότητα, πραγματικό ΑΕΠ, πληθωρισμός και ονομαστικό ΑΕΠ). Μοίρασα τα δεδομένα μεταξύ του παρελθόντος πριν από το 2022 και του μέλλοντος 2022-2100. Το μέλλον αντικατοπτρίζει ένα βασικό σενάριο, με δημογραφικά στοιχεία από τη Eurostat και τους υπολογισμούς των τάσεών μου. Μπορούμε να συνοψίσουμε τα ευρήματα.

Πίνακας 2: Δείκτες δημογραφικών μεγεθών και αγοράς εργασίας ΕΕ-27 (%)

μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης πληθυσμού μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης πληθυσμού 15-75 ετών ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας[10] ποσοστό ανεργίας ρυθμός αύξησης απασχόλησης
1960-2021 2022-2100 διαφορά 1960-2021 2022-2100 διαφορά 2000-2021 2022-2100 διαφορά 2000-2021 2022-2100 διαφορά 2000-2021 2022-2100 διαφορά
ΕΕ-27 0,4 -0,1 -0,5 0,5 -0,3 -0,8 62,5 65,9 3,4 9,2 6,2 -3 0,6 -0,2 -0,8
Βέλγιο 0,4 0 -0,4 0,4 -0,1 -0,5 59,7 62,6 2,9 7,5 5,3 -2,2 0,8 -0,1 -0,9
Βουλγαρία -0,2 -0,5 -0,3 -0,1 -0,7 -0,6 58,9 64,2 5,3 11,4 6 -5,4 0,6 -0,6 -1,2
Τσεχία 0,2 -0,1 -0,3 0,3 -0,2 -0,5 65,3 68,2 2,9 5,8 4,1 -1,7 0,5 -0,2 -0,7
Δανία 0,4 0,1 -0,3 0,5 -0,1 -0,6 71,2 71,4 0,2 5,6 5 -0,6 0,3 -0,1 -0,4
Γερμανία 0,2 0 -0,2 0,3 -0,2 -0,5 66,2 71,6 5,4 6,2 4,3 -1,9 0,6 -0,1 -0,7
Εσθονία 0,2 -0,2 -0,4 0,2 -0,3 -0,5 68,3 72,9 4,6 8,8 5,3 -3,5 0,6 -0,3 -0,9
Ιρλανδία 1 0,3 -0,7 1,2 0,2 -1 68,4 69,6 1,2 8 5,6 -2,4 1,5 0,2 -1,3
Ελλάδα 0,4 -0,3 -0,7 0,5 -0,5 -1 59,1 61,2 2,1 15,9 7,3 -8,6 -0,1 -0,3 -0,2
Ισπανία 0,7 -0,1 -0,8 1 -0,2 -1,2 64,1 67 2,9 15,9 10,2 -5,7 1,2 -0,1 -1,3
Γαλλία 0,6 0 -0,6 0,6 -0,1 -0,7 62 63,2 1,2 9 7,3 -1,7 0,8 -0,1 -0,9
Κροατία 0 -0,5 -0,5 0,2 -0,7 -0,9 57,2 60,1 2,9 12,4 6,9 -5,5 0,5 -0,6 -1,1
Ιταλία 0,3 -0,2 -0,5 0,4 -0,4 -0,8 55,7 58,6 2,9 9,5 8 -1,5 0,4 -0,3 -0,7
Κύπρος 0,7 0,3 -0,4 0,9 0,1 -0,8 65,7 68,4 2,7 7,8 5,8 -2 2 0,1 -1,9
Λετονία -0,2 -0,7 -0,5 -0,2 -0,9 -0,7 65,9 70 4,1 11,1 6,7 -4,4 -0,3 -0,8 -0,5
Λιθουανία 0 -0,6 -0,6 0,2 -0,8 -1 65,8 71,1 5,3 10,5 6,1 -4,4 0 -0,8 -0,8
Λουξεμβούργο 1,2 0,3 -0,9 1,2 0,1 -1,1 61 66,3 5,3 4,9 4,4 -0,5 3,2 0,1 -3,1
Ουγγαρία 0 -0,1 -0,1 0,1 -0,3 -0,4 58 63,5 5,5 6,7 4 -2,7 0,9 -0,3 -1,2
Μάλτα 0,8 0,3 -0,5 0,9 0,1 -0,8 57,8 67,3 9,5 5,9 4 -1,9 3,3 0,1 -3,2
Ολλανδία 0,7 0 -0,7 0,9 -0,1 -1 71,6 72 0,4 5,6 4,5 -1,1 0,8 -0,2 -1
Αυστρία 0,4 0 -0,4 0,4 -0,1 -0,5 66,3 69,5 3,2 5,3 4,7 -0,6 0,7 -0,1 -0,8
Πολωνία 0,4 -0,4 -0,8 0,7 -0,6 -1,3 58,1 60,3 2,2 10,8 4,4 -6,4 0,7 -0,6 -1,3
Πορτογαλία 0,2 -0,3 -0,5 0,4 -0,5 -0,9 66 68,3 2,3 9,7 6,3 -3,4 -0,1 -0,5 -0,4
Ρουμανία 0,1 -0,5 -0,6 0,2 -0,7 -0,9 57,7 62,1 4,4 8 5,1 -2,9 -1,2 -0,6 0,6
Σλοβενία 0,5 -0,1 -0,6 0,5 -0,3 -0,8 64,1 66,6 2,5 6,7 5,2 -1,5 0,3 -0,3 -0,6
Σλοβακία 0,5 -0,3 -0,8 0,8 -0,5 -1,3 65,5 66,7 1,2 12,7 6,8 -5,9 1 -0,5 -1,5
Φινλανδία 0,4 -0,2 -0,6 0,6 -0,4 -1 66,9 68,7 1,8 8,3 7,9 -0,4 0,4 -0,4 -0,8
Σουηδία 0,5 0,3 -0,2 0,5 0,2 -0,3 72 75,8 3,8 7,2 5,7 -1,5 1 0,3 -0,7

Πηγή: Eurostat

Στον Πίνακα 2:

  • Ο πληθυσμός της ΕΕ-27 αναμένεται να μειωθεί, περιορίζοντας την οικονομική ανάπτυξη. Η αύξηση του πληθυσμού στην Ελλάδα και την Ιταλία είναι περίπου -0,25 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως χαμηλότερα από την ΕΕ-27.
  • Ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας (16-74) μειώνεται ταχύτερα από τον συνολικό πληθυσμό λόγω της γήρανσης. Αυτό περιορίζει την ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού. Αναμένεται να μειωθεί κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην ΕΕ-27 και κατά περίπου 0,5 ποσοστιαίες μονάδες στην Ελλάδα και την Ιταλία επιπλέον του μέσου όρου.
  • Η συμμετοχή του εργατικού δυναμικού στην ΕΕ-27 αναμένεται να αυξηθεί κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες, ως αποτέλεσμα των πολιτικών που στοχεύουν στη συμμετοχή περισσότερων ηλικιωμένων και γυναικών. Αυτό είναι ευνοϊκό για το ΑΕΠ. Η Ιταλία έχει το χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην ΕΕ και η Ελλάδα είναι ελαφρώς πάνω από την Ιταλία. Η αύξηση των ποσοστών συμμετοχής σε Ελλάδα και Ιταλία είναι ελαφρώς κάτω από τον μέσο όρο.
  • Το βασικό σενάριο υποθέτει ότι η ΕΕ-27 μπορεί να μειώσει το μέσο ποσοστό ανεργίας κατά ένα τρίτο, από 9% σε 6%. Αυτό είναι ευνοϊκό για το ΑΕΠ. Η διακύμανση της ανεργίας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη από την Ιταλία. Κατά συνέπεια, το μελλοντικό ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα μειώνεται περισσότερο από ό,τι στην Ιταλία.
  • Η αύξηση της απασχόλησης στην ΕΕ-27 είναι -0,2% ετησίως, αντικατοπτρίζοντας τη δημογραφική μετάβαση σε μικρότερο πληθυσμό. Αυτό είναι αρνητικό για την ανάπτυξη του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα και την Ιταλία, η αύξηση της απασχόλησης είναι -0,3%, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο.

Πίνακας 3: Μακροοικονομικοί δείκτες ΕΕ-27 (%)

μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης απασχόλησης μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης παραγωγικότητας εργασίας[11] μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης πραγματικού ΑΕΠ μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης αποπληθωριστή ΑΕΠ μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης ονομαστικού ΑΕΠ
1960-2021 2022-2100 διαφορά 1960-2021 2022-2100 διαφορά 1995-2021 2022-2100 διαφορά 1995-2021 2022-2100 διαφορά 1995-2021 2022-2100 διαφορά
ΕΕ-27 0,6 -0,2 -0,8 0,7 0,9 0,2 1,6 0,7 -0,9 1,7 2 0,3 3,3 2,8 -0,5
Βέλγιο 0,8 -0,1 -0,9 0,7 0,8 0,1 1,8 0,8 -1 1,5 2 0,5 3,3 2,8 -0,5
Βουλγαρία 0,6 -0,6 -1,2 2,5 1,6 -0,9 2,2 1 -1,2 4,6 2 -2,6 6,8 3 -3,8
Τσεχία 0,5 -0,2 -0,7 2 1,6 -0,4 2,4 1,4 -1 4,3 2 -2,3 6,8 3,4 -3,4
Δανία 0,3 -0,1 -0,4 1 0,9 -0,1 1,6 0,9 -0,7 1,8 2 0,2 3,4 2,9 -0,5
Γερμανία 0,6 -0,1 -0,7 0,5 0,7 0,2 1,2 0,6 -0,6 1,1 2 0,9 2,4 2,7 0,3
Εσθονία 0,6 -0,3 -0,9 3 2 -1 4,2 1,7 -2,5 5,3 2 -3,3 9,7 3,7 -6
Ιρλανδία 1,5 0,2 -1,3 3,7 1,5 -2,2 6 1,7 -4,3 2,4 2 -0,4 8,7 3,8 -4,9
Ελλάδα -0,1 -0,3 -0,2 0,2 1 0,8 0,8 0,7 -0,1 1,5 2 0,5 2,4 2,7 0,3
Ισπανία 1,2 -0,1 -1,3 0,1 0,5 0,4 1,8 0,4 -1,4 2 2 0 3,8 2,5 -1,3
Γαλλία 0,8 -0,1 -0,9 0,3 0,7 0,4 1,5 0,6 -0,9 1,3 2 0,7 2,8 2,7 -0,1
Κροατία 0,5 -0,6 -1,1 1,5 1,6 0,1 2,2 1 -1,2 2,5 2 -0,5 4,8 3,1 -1,7
Ιταλία 0,4 -0,3 -0,7 -0,3 0 0,3 0,5 -0,3 -0,8 2,3 2 -0,3 2,8 1,8 -1
Κύπρος 2 0,1 -1,9 0,4 1 0,6 2,7 1,1 -1,6 1,8 2 0,2 4,6 3,2 -1,4
Λετονία -0,3 -0,8 -0,5 3,7 1,9 -1,8 3,7 1,1 -2,6 4,8 2 -2,8 8,9 3,2 -5,7
Λιθουανία 0 -0,8 -0,8 4,1 2,1 -2 4,2 1,3 -2,9 5,5 2 -3,5 10 3,3 -6,7
Λουξεμβούργο 3,2 0,1 -3,1 -0,1 0,1 0,2 3,3 0,2 -3,1 2,7 2 -0,7 6,1 2,2 -3,9
Ουγγαρία 0,9 -0,3 -1,2 1,6 1,3 -0,3 2,5 1 -1,5 3,4 2 -1,4 6,1 3 -3,1
Μάλτα 3,3 0,1 -3,2 0,6 0,7 0,1 3,1 0,8 -2,3 3,4 2 -1,4 6,6 2,9 -3,7
Ολλανδία 0,8 -0,2 -1 0,6 0,7 0,1 1,9 0,6 -1,3 1,7 2 0,3 3,6 2,6 -1
Αυστρία 0,7 -0,1 -0,8 0,6 0,8 0,2 1,6 0,7 -0,9 1,5 2 0,5 3,1 2,7 -0,4
Πολωνία 0,7 -0,6 -1,3 2,9 1,9 -1 3,9 1,3 -2,6 2,9 2 -0,9 6,9 3,3 -3,6
Πορτογαλία -0,1 -0,5 -0,4 0,6 0,8 0,2 1,2 0,4 -0,8 2,1 2 -0,1 3,4 2,4 -1
Ρουμανία -1,2 -0,6 0,6 5,3 2,2 -3,1 3,1 1,6 -1,5 5,7 2 -3,7 9,1 3,7 -5,4
Σλοβενία 0,3 -0,3 -0,6 2 1,5 -0,5 2,7 1,3 -1,4 1,9 2 0,1 4,7 3,4 -1,3
Σλοβακία 1 -0,5 -1,5 2,5 1,7 -0,8 3,5 1,2 -2,3 3,9 2 -1,9 7,6 3,2 -4,4
Φινλανδία 0,4 -0,4 -0,8 0,9 1,1 0,2 2,1 0,7 -1,4 1,5 2 0,5 3,6 2,8 -0,8
Σουηδία 1 0,3 -0,7 1,1 1,1 0 2,4 1,4 -1 1,5 2 0,5 3,9 3,5 -0,4

Πηγή: Eurostat

Στον Πίνακα 3:

  • Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην ΕΕ-27 και στον κόσμο παρουσίασε πτωτική τάση. Ωστόσο, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2009 και η πανδημία του 2020 ήταν ασυνήθιστα σοβαρές. Ως αποτέλεσμα, επιτρέπω μια ελαφρά ανάκαμψη, κατά μέσο όρο, για το μελλοντικό βασικό σενάριο, από 0,7% ετησίως σε 0,9% ετησίως. Αυτό είναι θετικό για το ΑΕΠ. Η αύξηση της παραγωγικότητας στο παρελθόν στην Ιταλία ήταν από τις χαμηλότερες, με μείωση 0,3% ετησίως. Η Ελλάδα αναπτύχθηκε 0,2% ετησίως. Για το μέλλον Ιταλία και Ελλάδα αναμένεται να αυξήσουν ελαφρώς την παραγωγικότητα, με την Ιταλία να εξακολουθεί να βρίσκεται στον πάτο της ΕΕ-27.
  • Το πραγματικό ΑΕΠ είναι το γινόμενο της απασχόλησης και της παραγωγικότητας (Q=L*(Q/L)). Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να επιβραδυνθεί στην ΕΕ-27 από 1,6% ετησίως στο παρελθόν σε 0,7% στο μέλλον. Αυτό αντανακλά τις δημογραφικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στην παραγωγικότητα, καθώς και αλλαγές στη σύνθεση μεταξύ των χωρών της ΕΕ (σύγκλιση σε πιο μέτριο μέσο όρο).[5]
  • Υιοθετείται η υπόθεση ότι η ΕΚΤ ανακτά τον έλεγχο του πληθωρισμού αρκετά γρήγορα, κι ως εκ τούτου ο μελλοντικός πληθωρισμός διαμορφώνεται στο 2%. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ στην ΕΕ-27 αναμένεται να επιβραδυνθεί από 3,3% στο παρελθόν σε 2,8% στο μέλλον. Η μελλοντική ονομαστική ανάπτυξη στην Ιταλία αναμένεται να είναι κατά μέσο όρο 1,8%, στην Ελλάδα 2,7%.

Η Ιταλία είναι ουραγός σε όρους αναμενόμενης αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Αυτό αντανακλά τον συρρικνούμενο και γηράσκοντα πληθυσμό, το χαμηλότερο στην Ευρώπη ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας, καθώς και τη στασιμότητα της παραγωγικότητας. Δεδομένου ότι ο δείκτης μακροπρόθεσμου χρέους αντανακλά το δημοσιονομικό έλλειμμα και την ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας, μπορούμε να πούμε ότι για να τηρήσει η Ιταλία το κριτήριο χρέους του Μάαστριχτ θα πρέπει να έχει μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα που δεν υπερβαίνει το 0,6*1,8=1,1% του ΑΕΠ (σε σύγκριση με τα ελλείμματα 3% που επιτρέπονται βάσει των υφιστάμενων δημοσιονομικών κανόνων, που προϋποθέτουν 60% χρέος και 5% ονομαστική ανάπτυξη).

Στο παρελθόν, η Ιταλία είχε κατά μέσο όρο ελλείμματα 3,5% του ΑΕΠ – ποσοστό τριπλάσιο από αυτήν τη μελλοντική κατανομή. Εάν η Ιταλία συνέχιζε να έχει μέσο έλλειμμα 3,5% αλλά η ανάπτυξη επιβραδυνόταν στο 1,8% ετησίως, ο λόγος του χρέους θα μετακινούνταν σε περίπου 200% του ΑΕΠ (Πίνακας 4).

Πίνακας 4: Δημοσιονομικοί δείκτες ΕΕ-27 (% ΑΕΠ)

μέσος όρος δημοσιονομικού ισοζυγίου 2000-2021[12] αναμενόμενος ρυθμός αύξησης ονομαστικού ΑΕΠ 2022-2100 εκτιμώμενο μελλοντικό ποσοστό χρέους[13] εκτιμώμενο μέσο επιτρεπόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα[14]
ΕΕ-27 -2,7 2,8 98 -1,7
Βέλγιο -2,4 2,8 85 -1,7
Βουλγαρία -0,6 3 21 -1,8
Τσεχία -2,8 3,4 81 -2,1
Δανία 0,9 2,9 -30 -1,8
Γερμανία -1,3 2,7 50 -1,6
Εσθονία 0 3,7 1 -2,2
Ιρλανδία -3,8 3,8 99 -2,3
Ελλάδα -6,6 2,7 242 -1,6
Ισπανία -4,2 2,5 172 -1,5
Γαλλία -4 2,7 149 -1,6
Κροατία -3,6 3,1 119 -1,8
Ιταλία -3,5 1,8 198 -1,1
Κύπρος -2,8 3,2 87 -1,9
Λετονία -2,6 3,2 82 -1,9
Λιθουανία -2,5 3,3 73 -2
Λουξεμβούργο 1,4 2,2 -65 -1,3
Ουγγαρία -4,7 3 154 -1,8
Μάλτα -3,1 2,9 108 -1,7
Ολλανδία -1,6 2,6 60 -1,6
Αυστρία -2,5 2,7 90 -1,6
Πολωνία -3,9 3,3 116 -2
Πορτογαλία -4,8 2,4 200 -1,4
Ρουμανία -3,7 3,7 100 -2,2
Σλοβενία -3,5 3,4 105 -2
Σλοβακία -4,3 3,2 133 -1,9
Φινλανδία 0,4 2,8 -13 -1,7
Σουηδία 0,3 3,5 -9 -2,1

Πηγή: Eurostat

Για την Ελλάδα, η μέση μελλοντική αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται στο 2,7% ετησίως. Εάν η Ελλάδα θέλει να τηρήσει το όριο χρέους του Μάαστριχτ του 60%, αυτό συνεπάγεται ανώτατα επιτρεπόμενα ελλείμματα 0,6*2,7=1,6% του ΑΕΠ. Στο παρελθόν, τα ελλείμματα της Ελλάδας ήταν κατά μέσο όρο 6,6% του ΑΕΠ. Εάν αυτό το επίπεδο των ελλειμμάτων συνεχιζόταν, κατά μέσο όρο, με τον νέο μελλοντικό μέσο ρυθμό ανάπτυξης, τότε το χρέος θα εκτοξευόταν έως και στο 242% του ΑΕΠ.

Οι παραπάνω υπολογισμοί είναι η μαθηματική απεικόνιση της συνέχισης των προηγούμενων πολιτικών με τα αλλαγμένα δημογραφικά στοιχεία. Τα μαθηματικά δεν έχουν ψυχολογία. Αλλά αν συνδυάσουμε τα παραπάνω με την ανθρώπινη ψυχολογία, που μπορεί να αλλάξει στη στιγμή, τότε μπορούμε να έχουμε ραγδαία επιδεινούμενες καταστάσεις χρέους προτού φτάσει σε κρίσιμη τιμή. Αυτό το ξέρουμε από το παρελθόν. Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ υποστήριζε ότι κάποιος χρεοκοπεί στην αρχή αργά και μετά ξαφνικά.

Δεδομένου ότι η ψυχολογία μπορεί να αλλάξει γρήγορα, οι κυβερνήσεις πρέπει να ενεργούν πριν από τα κακά νέα κι όχι να αντιδρούν σε αυτά. Αυτό ισχύει επίσης για την ΕΚΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η προδιάθεση της αισιοδοξίας είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης, αλλά είναι καλύτερο, για την ανάλυση κινδύνου, να φέρουμε τα δημόσια οικονομικά σε καλή κατάσταση προτού εμφανιστούν νέοι κραδασμοί. Τώρα έχουν προκύψει σημαντικοί κλυδωνισμοί, επομένως είναι μια ιστορία που προμηνύει ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα γίνουν νευρικές. Ο πιο αδύναμος κρίκος σε μια αλυσίδα σπάει πρώτος. Η Ιταλία και η Ελλάδα παραμένουν στο μέτωπο των ανησυχιών για τη βιωσιμότητα στην ΕΕ. Αντί να καλύπτει τα προβλήματα στους φόρους και τις επιδοτήσεις, η ΕΕ πρέπει να πιάσει αυτόν τον ταύρο από τα κέρατα.

Η Ιταλία και η Ελλάδα, καθώς και άλλες χώρες που έχουν ήδη χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ, πρέπει να προσαρμοστούν επαρκώς, σε έναν μετρημένο ρυθμό που δεν μπλοκάρει την οικονομία. Λίγες κυβερνήσεις που γνωρίζω έχουν παρουσιάσει πειστικές μακροπρόθεσμες πορείες προσαρμογής. Η Ιταλία και η Ελλάδα σίγουρα δεν το έχουν κάνει. Στηρίζονται στο Σχέδιο Ανάκαμψης για την Ευρώπη, που όμως είναι δώρο άλλων (άλλο ένα καθεστώς φόρων κι επιδοτήσεων). Αυτό δεν δείχνει εσωτερική αποφασιστικότητα. Όταν εξαντληθούν αυτά τα χρήματα (ελπίζουμε ότι θα αξιοποιηθούν σωστά…), οι χώρες θα βρεθούν και πάλι στην αφετηρία. Οι χώρες υψηλού χρέους πρέπει να πείσουν με προσαρμογή και όχι να ζητήσουν περισσότερες επιδοτήσεις.


* Ο Μπομπ Τραα υπήρξε επικεφαλής του γραφείου του ΔΝΤ στην Ελλάδα από το 2010 μέχρι το 2013. Σήμερα εργάζεται ως ανεξάρτητος μακροοικονομολόγος. Είναι συγγραφέας βιβλίων για τις οικονομίες της Ελλάδας, του Εκουαδόρ, των ΗΠΑ και της Ολλανδίας, τα οποία διατίθενται μέσω της Amazon

[1] Δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη χώρα από την Ελλάδα όπου η κοινωνία ξοδεύει τόση ενέργεια για να μαντέψει πότε θα γίνουν οι επόμενες (πρόωρες) εκλογές. Αυτό στρεβλώνει τις πολιτικές και μειώνει την παραγωγικότητα.

[2] https://www.youtube.com/watch?v=In1etlAhcwU

[3] Το πόσο γρήγορα θα μειωθεί ο πληθωρισμός είναι ασαφές. Ο πληθωρισμός καίει μεγάλο μέρος του χρέους («κάτι θεόσταλτο», όπως είπε πρόσφατα ένας Έλληνας οικονομολόγος) αλλά είναι φόρος για τους φτωχούς. Θέλουμε να φορολογήσουμε τους φτωχούς για να περικόψουμε το χρέος;

[4] Υπάρχει ένας σίγουρος θεσμικός κανόνας: εάν διορίσετε έναν πολιτικό, ο θεσμός θα πολιτικοποιηθεί και θα επιδιώξει να αποκτήσει περισσότερη εξουσία. Εάν διορίσετε έναν τεχνοκράτη, θα είναι πιο τεχνοκρατικός και θα διατηρεί τον έλεγχο. Η ΕΚΤ πολιτικοποιεί.

[5] Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποθέτει επίσης ότι η μελλοντική σύγκλιση των χωρών στην ΕΕ-27 θα είναι «από κάτω» προς τις υψηλότερες επιδόσεις (μια υπόθεση με «ανοδική προδιάθεση»). Η μελέτη μου συγκεντρώνει ανεξάρτητα σενάρια για κάθε χώρα, με τις χώρες που κινούνται ταχύτερα να συγκλίνουν ελαφρώς πιο γρήγορα από τις πιο αργές (υπόθεση τεχνικά ουδέτερη). Η Επιτροπή αναθεώρησε κατ’ επανάληψη τις εκτιμήσεις της προς τα κάτω και φαίνεται ότι οι τελευταίες μακροπρόθεσμες προοπτικές είναι και πάλι υπερβολικά αισιόδοξες. Συνεχίζει να αντικατοπτρίζει αυτήν την «ανοδική προδιάθεση» στη σύγκλιση.

[6] Μεταβολή του ποσοστού του δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ (%) σε ποσοστιαίες μονάδες, την περίοδο 2018-2021.

[7] Μέσος όρος του ποσοστού του δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ (%) την περίοδο 2010-2017. Τα 12 από τα 27 κράτη-μέλη πληρούν το κριτήριο του Μάαστριχτ το χρέος να μην υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ, ενώ 4 κράτη-μέλη έχουν ποσοστό μεγαλύτερο του 100% του ΑΕΠ.

[8] Μέσος όρος του ποσοστού του δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ (%) το 2021. Τα 13 από τα 27 κράτη-μέλη πληρούν το κριτήριο του Μάαστριχτ το χρέος να μην υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ, ενώ 7 κράτη-μέλη έχουν ποσοστό μεγαλύτερο του 100% του ΑΕΠ.

[9] Μεταβολή του ποσοστού του δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ (%) σε ποσοστιαίες μονάδες το 2021 σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 2010-2017.

[10] Το εργατικό δυναμικό περιλαμβάνει εργαζομένους και ανέργους. Το ποσοστό συμμετοχής είναι το μερίδιο του εργατικού δυναμικού στον πληθυσμό 15-75 ετών.

[11] Πραγματικό ΑΕΠ ανά απασχολούμενο.

[12] Τα 14 από τα 27 κράτη-μέλη πληρούν το κριτήριο του Μάαστριχτ για έλλειμμα μικρότερο του 3% του ΑΕΠ, ενώ 6 κράτη-μέλη έχουν έλλειμμα μεγαλύτερο του 4% του ΑΕΠ.

[13] Εκτιμά το ποσοστό του χρέους στο ΑΕΠ εφόσον τα ελλείμματα του παρελθόντος συνεχιστούν και επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη. Τα 8 από τα 27 κράτη-μέλη πληρούν το κριτήριο του Μάαστριχτ το χρέος να μην υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ, ενώ 11 κράτη-μέλη έχουν χρέος υψηλότερο του 100% του ΑΕΠ και Ελλάδα, Πορτογαλία και Ιταλία έχουν χρέος υψηλότερο του 200% του ΑΕΠ.

[14] Μέγιστο έλλειμμα προκειμένου το δημόσιο χρέος να μην υπερβεί το 60% του ΑΕΠ.