Τρία (συν ένα) στιγμιότυπα Νίκου Νικολάου

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όλα γράφτηκαν για τον Νίκο Νικολάου, που έφυγε στα 91 του αφού πέρασε δεκαετίες – του 1980 έως και του 2000 – αναγνωριζόμενος ως «ο πρύτανης της οικονομικής δημοσιογραφίας» από ένα συνάφι, των δημοσιογράφων, που δύσκολα αναγνωρίζει οτιδήποτε και οποιονδήποτε. Σίγουρα η οικειότητα που είχε με τους κεντρικούς συντελεστές και της πολιτικής και της οικονομικής/επιχειρηματικής σκηνής, ακόμη περισσότερο το πώς – σε «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και «ΒΗΜΑ» και πάλι «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» – μετεξέλιξε το λεγόμενο οικονομικό ρεπορτάζ σε ανάλυση, ή πάλι πώς συνετέλεσε καθοριστικά στην καθιέρωση των οικονομικών ενθέτων / «ροζ σελίδων», με υγιή ωστόσο δυσπιστία/αντίσταση στο να γίνουν μέρος του χρηματιστηριακού παιχνιδιού.

Οπότε… ας καταθέσουμε τρία στιγμιότυπα από το πέρασμα του Νίκου Νικολάου (συν ένα, λίγο απόκρυφο).

Όταν φθινόπωρο του 2001, ο Τάσος Γιαννίτσης προώθησε το (ιστορικό πλέον) νομοσχέδιό του για το Ασφαλιστικό το οποίο βρήκε απέναντι κύμα αντιδράσεων και αποσύρθηκε αδόξως – ο ίδιος ο Τάσος Γιαννίτσης έγραφε αργότερα «πήρα στα σοβαρά ένα θέμα το οποίο, εκτός του πρωθυπουργού, σχεδόν κανένας άλλος δεν ήταν διατεθειμένος να πάρει στα σοβαρά. Ήταν προφανές ότι ΠΑΣΟΚ και Ασφαλιστικό κινούνταν σε διχαστική τροχιά» – ο Νίκος Νικολάου παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την κρίση που δημιουργείται. Με άμεση πρόσβαση στο περιβάλλον Σημίτη (βράδια στο σπίτι του Νίκου Θέμελη), με γνώση των εσωτερικών ισορροπιών στο ΠΑΣΟΚ αλλά και στην ΓΣΕΕ/στο συνολικό συνδικαλιστικό σύστημα, βλέπει την αποτυχία του χειρισμού. Όταν, Φεβρουάριο του 2002, νομοσχέδιο του Δημήτρη Ρέππα (ο οποίος διαδέχθηκε τον Γιαννίτση στην ηλεκτρική καρέκλα) δίνει μια λύση διεξόδου μεν, αλλά μπαλωμάτων, ο Νίκος Νικολάου αρθρογραφεί, στηρίζοντας, ότι «το Ασφαλιστικό λύθηκε για μια γενιά». Του παρατηρείται ότι … γνώριζε πώς τα πράγματα δεν ήταν έτσι, άλλωστε κι ο ίδιος ο Δ. Ρέππας παραδεχόταν ότι είχε δώσει εμβαλωματική πολιτική λύση ανάγκης. Επιμένει. Εξηγεί ότι, για την Κυβέρνηση, προέχει η υλοποίηση του στόχου της ΟΝΕ. Λίγο αργότερα όμως, όταν τελειώνει η δεύτερη Κυβέρνηση Σημίτη, αναζητά – νεότερο – συνάδελφο με τον οποίο είχε έντονη αντιπαράθεση την εποχή του «το Ασφαλιστικό λύθηκε», να αναγνωρίσει ότι στήριζε κάτι που γνώριζε ότι οδηγούσε σε αδιέξοδο «αλλά ο στόχος της ΟΝΕ…». Όταν, δε, ξέσπασε η μεγάλη κρίση και μπήκαμε στην εποχή των Μνημονίων, τότε σε συνέδριο παίρνει την πρωτοβουλία να φέρει την συζήτηση σε πηγαδάκι συμμετεχόντων για να αναγνωρίσει ότι «η εγκατάλειψη του Νόμου Γιαννίτση ήταν μεγάλο σφάλμα». (Όποιος σκεφτεί ότι μια τέτοια αναγνώριση είναι απολύτως λογική, δεν γνωρίζει τον μαγικό κήπο της δημοσιογραφίας. Και δη της οικονομικής).

Δεύτερο στιγμιότυπο: σε ταξίδι στο εξωτερικό ζητείται από τους συμμετέχοντες να δώσουν ένα συνεκτικό βιογραφικό αυτοπαρουσίασης. Ο Νικολάου απευθύνεται σε συνάδελφο με ακαδημαϊκή προϊστορία, «τι γράφει κανείς, εσύ που τα ξέρεις;». Εκείνος που λέει να σημειώσει ότι βρέθηκε (μέχρι το 1955…) εξόριστος στον Αη-Στράτη, προτού βαδίσει τον δρόμο της οικονομικής δημοσιογραφίας, γίνει στενός συνομιλητής των Κυβερνήσεων, να διευθύνει ή/και συνδιευθύνει δυο μεγάλες κατεστημένες εφημερίδες – τέτοια πράγματα. Με αφοπλιστική ευθύτητα ρωτάει: «μα, τι τους ενδιαφέρει αυτό;» Όταν είδε πόσο τους ενδιέφερε, τους συμμετέχοντες Ευρωπαίους, αυτή η πινελιά της διαδρομής ζωής, δεν το πίστευε!

Ένα ακόμη στιγμιότυπο: η μεγάλη κρίση της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ», με την μετάβαση από Ελένη Βλάχου σε Κοσκωτά και η παρολίγον τελική πρόσκρουση στα βράχια, τον στρατεύει στο να πεισθεί ο Αριστείδης Αλαφούζος να την αναλάβει επιχειρηματικά, δηλαδή να την διασώσει. Ο Αλαφούζος το θέλει, όμως διστάζει μπροστά στο χάος της εποχής και στην ιδιαιτερότητα του συναφιού των δημοσιογράφων. (Στα πλαίσια της Ένωσης Ιδιοκτητών, τότε, συμβουλεύεται ποιον κυρίως; Τον Κίτσο Τεγόπουλο). Ο Νικολάου τον πιέζει – όσο βέβαια πιεζόταν ο «κύριος Αλαφούζος»! Παρατηρητής των δρώμενων, ρωτάει τον Νικολάου: «μα καλά, συνειδητοποιεί αυτός που πάει να μπλέξει;» Κάθετος ο Νικολάου: «προέχει να σωθεί η Καθημερινή». (Σημείωση: λίγο μετά την ανάληψη από Αλαφούζο ο Νικολάου φεύγει από την «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και αναλαμβάνει «ΤΟ ΒΗΜΑ»…)

Τελευταίο στιγμιότυπο, αυτό εξ αφηγήσεων: κυκλοφορούσε για τον Νικολάου  το απόκρυφο ανέκδοτο, ότι είχε την ικανότητα να διαβάζει τα έγγραφα – στα γραφεία των στελεχών των υπουργείων που επισκεπτόταν… – ανάποδα. Κι έτσι να «βγάζει αποκλειστικότητες» – στο ξεκίνημά του, στην «ΑΥΓΗ», το «ΕΞΠΡΕΣ», την «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ». Πολύ-πολύ αργότερα, στο περιθώριο συνεδρίου, του αναφέρει κάποιος αυτό το στοιχείο θρύλου του: «Έλα τώρα που χρειαζόμουν να διαβάζω ανάποδα: ήξερα το περιεχόμενο των εγγράφων προτού δακτυλογραφηθούν».

Αυτά.