Το 20ό Κογκρέσο του Κόμματος και η Διακήρυξη του Νέου Κινεζικού Αιώνα

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2022, τ.1014

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ 2022

του Βασίλη Τρίγκα

Στο 19ο Κογκρέσο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας το 2017 ο Κινέζος πρόεδρος Σι Ζινπίνγκ διακήρυξε για πρώτη φορά στη μετα-μαοϊκή εποχή της Κίνας ότι το κινεζικό σοσιο-οικονομικό σύστημα –ο Σοσιαλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά, όπως επίσημα αποκαλείται– αποτελεί μοντέλο για τα κράτη που επιζητούν τον ταχύ εκμοντερνισμό χωρίς παράλληλα να απεμπολούν την εθνική τους κυριαρχία. Το επόμενο έτος, το 2018, οι περιορισμοί στην κυβερνητική θητεία του προέδρου ήρθησαν και μόλις πρόσφατα η επίσημη ιστορική ανασκόπηση της σύγχρονης κινεζικής ιστορίας κατατάσσει τον Σι στο ίδιο επίπεδο με τον Μάο Τσετούνγκ, τον ιδρυτή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Είναι σχεδόν δεδομένο ότι στο 20ό Kογκρέσο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας τον Νοέμβριο του 2022 ο Σι από θέση πρωτοκαθεδρικής και αδιαμφισβήτητης ισχύος θα διακηρύξει ακόμα πιο επιβλητικά την ανάκαμψη της Κίνας από την περίοδο της εκατονταετούς της παρακμής και τη νέα ηγετική θέση του κεντρικού βασιλείου στη διεθνή σκηνή.

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Αυτή η εντατική και αυξανόμενη ρητορική της Κίνας ως μοντέλου και ηγέτιδος δύναμης αποτελεί μια σημαντική στρατηγική μεταβολή από το χαμηλό προφίλ και τους ήπιους διπλωματικούς τόνους που είχε υιοθετήσει το Πεκίνο μετά το άνοιγμά του στις αγορές το 1978 με τις ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Σιαοπίνγκ. Πρωτογενείς ιστορικές πηγές δείχνουν ξεκάθαρα ότι ιδίως μετά τα γεγονότα της Τιεν Ανμέν το 1989 η αμερικανική ηγεμονία είχε τρομοκρατήσει τους Κινέζους στρατηγιστές.

Οι Κινέζοι ηγέτες εκτίμησαν και αξιολόγησαν το σημαντικό εύρος της αμερικανικής υπεροχής και ξεκινώντας από τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ απέφυγαν την αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, υιοθετώντας μια συνετή Υψηλή Στρατηγική. Παρακάμπτοντας την τριβή της εσωτερικής πολιτικής: τις εθνικιστικές εξάρσεις της μάζας και την αυτονόητη προτίμηση του στρατού στην προβολή ισχύος, η Κίνα τελικά επέλεξε μια στρατηγική ήπιας αμβλύνσεως της αμερικανικής ηγεμονίας, με στόχο να καταρρίψει σταδιακά και αθόρυβα τα πλεονεκτήματα των ΗΠΑ στον πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό τομέα. Το επίγραμμα του Ντενγκ Σιαοπίνγκ «Τάο Γκουάνγκ Γιανγκ Χουί», δηλαδή «κρύψτε την ισχύ και κερδίστε χρόνο» αποτελεί την επιτομή αυτής της σώφρονος στρατηγικής.

Η Κίνα λοιπόν από το 1989 και μετά πράγματι άμβλυνε την πολιτική ισχύ των ΗΠΑ, εντασσόμενη μεν σε θεσμούς υπό την ηγεσία της Ουάσινγκτον στην Ασία-Ειρηνικό (π.χ. APEC και Περιφερειακό Φόρουμ της ASEAN), αλλά υπέσκαψε τη θεσμοθέτηση αυτών των οργανισμών εκ των έσω. Οικονομικά, η Κίνα άσκησε εκτεταμένες πιέσεις για να αποκτήσει το καθεστώς Μόνιμου Εμπορικού Εταίρου (PNTR), προσπαθώντας να περιορίσει την καταναγκαστική ισχύ των ΗΠΑ (economic coercion). Στρατιωτικά, η Κίνα επένδυσε σε όπλα χρήσιμα για παράκτια άμυνα (Deterrence and Anti-Access Area Denial)/A2AD) και αγνόησε τις εκκλήσεις της στρατιωτικής της ηγεσίας για επενδύσεις σε οπλικά συστήματα υπεράκτιας προβολής ισχύος.

Ωστόσο, καθώς το χάσμα ισχύος μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ περιορίστηκε, η κινεζική ηγεσία σταδιακά αναθεώρησε τη στρατηγική «Τάο Γκουάνγκ Γιανγκ Χουί». Το σημείο καμπής φαίνεται να είναι το έτος 2008, όταν η αμετροέπεια της Wall Street συνέτριψε τη Main Street και μαζί το αμερικανικό όνειρο της μεσαίας τάξης. Όπως ο τότε ισχυρός αναπληρωτής πρωθυπουργός και νυν αντιπρόεδρος της Κίνας Γουάνγκ Τσισάν εμφατικά είπε στον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Χανκ Πόλσον, πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση οι Κινέζοι έβλεπαν τους Αμερικανούς ως διδασκάλους στη χάραξη μακροοικονομικής πολιτικής. Μετά την κρίση οι όροι, ανέφερε ο Γουανγκ, ίσως έχουν αναστραφεί.

Το 2017, οι τεκτονικές αλλαγές στη Δύση (το Brexit στην Ευρώπη και η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ) στις ΗΠΑ έκαναν τους Κινέζους ηγέτες να μιλούν για «πρωτοφανείς αλλαγές ανεπανάληπτες σε έναν αιώνα». Η φράση αυτή, την οποία ο Σι Τζινπίνγκ επικαλείται επανειλημμένως, υποδηλώνει μια εκτίμηση της κινεζικής ηγεσίας ότι η δομή του διεθνούς συστήματος έχει μεταβληθεί σημαντικά. Η Κίνα έχει αναγεννηθεί, ενώ η Δύση παρακμάζει αναπόφευκτα. Με αυτή τη στρατηγική θεώρηση να μονοπωλεί την οπτική της κινεζικής ηγεσίας δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Σι Τζινπίνγκ είναι ο πρώτος Κινέζος πρόεδρος μετά το 1978 που δεν έχει χρησιμοποίησει ποτέ τον όρο «Τάο Γκουάνγκ Γιανγκ Χουί».

Υπό την ηγεσία του Σι, η Κίνα έχει αρχίσει να «χτίζει» μια σφαίρα επιρροής όχι μόνο σε περιφερειακό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων (AIIB) αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Επιπροσθέτως, η Κίνα έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκτήσει θέσεις επιρροής στις δομές του ΟΗΕ και ήδη ηγείται των τεσσάρων εκ των δεκαπέντε ειδικών οργανισμών του ΟΗΕ. Στον στρατιωτικό τομέα, το δόγμα αμύνης της Κίνας έχει μετατοπιστεί από την έμφαση στην επάκτια άμυνα προς την υπεράκτια προβολή ισχύος, μιας και η Κίνα επιδιώκει να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα στο εξωτερικό και να εξασφαλίσει ασφαλείς εισροές φυσικών πόρων. Όπως αναφέρει ο Rush Doshi στο σημαντικό πρόσφατο πόνημά του για την κινεζική υψηλή στρατηγική, «The Long Game: China’s Grand Strategy to Displace American Order», ο τελικός στόχος της Κίνας είναι η δημιουργία μιας «ζώνης άρχουσας επιρροής» στην εγγύς περιοχή της και «μερικής ηγεμονίας» στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Ο Σι λοιπόν θα μιλήσει στο 20ό κογκρέσο του κόμματος το 2022 υπό αυτή την οπτική της ανόδου της Κίνας και της αναπόφευκτης παρακμής της Δύσης. Ο κίνδυνος αυτής της στρατηγικής θεώρησης όμως είναι ότι η Κίνα ίσως υποεκτιμά την ενδογενή ικανότητα των ανοικτών κοινωνιών για μια προοδευτική αναθεώρηση και αναγέννηση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται ωριμότερη από ποτέ στην προσπάθειά της για «στρατηγική αυτονομία», ενώ οι ΗΠΑ έχουν αποδείξει μια μοναδική ανθεκτικότητα στην παρακμή, ιδίως όταν μια εξωτερική απειλή δρα ως ενοποιητικός κοινωνικός καταλύτης κάνοντας την πολιτική να τελειώνει στην ακτογραμμή (politics ends at the water’s edge). Ο Doshi, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι η απειλή της Κίνας, με τη σπάνια διακομματική σύμπνοια, μπορεί να καταλύσει μια αμερικανική εσωτερική ενδυνάμωση.

Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ θα πρέπει να είναι όμως προσεκτικές, διότι η ανορθολογική διόγκωση της κινεζικής απειλής θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν νέο κόκκινο τρόμο (red scare). Αυτό θα υπονόμευε τη διμερή συνεργασία με την Κίνα σε βασικούς τομείς της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Η παγκόσμια ευημερία θα υπέφερε άσκοπα. Η Δύση μπορεί να επανακάμψει χωρίς να διογκώνει δημαγωγικά την κινεζική απειλή αλλά μελετώντας τις επιτυχίες της Κίνας και εφαρμόζοντας μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν την ευμάρεια της δικής της μεσαίας τάξης και καλλιεργούν μια ευοίωνη αντίληψη των νέων γενεών για το μέλλον.

Εν τω μεταξύ οι Κινέζοι στρατηγιστές θα πρέπει να μελετήσουν με προσοχή την ικανότητα των ΗΠΑ για αναγέννηση και ενδυνάμωση. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι ένας Ινδός μετανάστης δεύτερης γενιάς (ο Rush Doshi) θεωρείται σήμερα ως ένας από τους στρατηγικούς διανοούμενους που θα διαμορφώσουν τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα θα πρέπει να προβληματίσει τους Κινέζους στρατηγιστές, που μονοδιάστατα προβλέπουν και προσβλέπουν στην αναπόφευκτη παρακμή των ανοιχτών κοινωνιών. Τόσο στη Ουάσινγκτον όσο και στο Πεκίνο μια λιγότερο ιδεολογική και περισσότερο συνετή αξιολόγηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων Δύσης-Ανατολής θα ήταν εποικοδομητική για τη διμερή τους συνεργασία και την ανάγκη ομόνοιας για την επίλυση προβλημάτων που παρακάμπτουν τα στενά εθνικά σύνορα.