Το κύμα ακρίβειας, η αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος και η απόσυρση των μέτρων στήριξης της περιόδου της πανδημίας δημιουργούν τις συνθήκες για νέα αύξηση των «κόκκινων δανείων»

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάϊος 2022, τ.1018

ΤΡΑΠΕΖΕΣ

του Δημήτρη Πεφάνη

Επί ποδός πολέμου βρίσκονται τραπεζίτες, funds, servicers αλλά και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης για την πορεία των κόκκινων δανείων. Η εκτίναξη του πληθωρισμού και οι φόβοι για βίαιη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης έχουν σημάνει συναγερμό, καθώς φουντώνει ο φόβος για μια νέα γενιά επισφαλειών που απειλεί να εκτροχιάσει την πορεία της οικονομίας.

«Ενώ καταφέραμε να διαχειριστούμε σχεδόν ιδανικά τα κόκκινα δάνεια της πανδημίας, κινδυνεύουμε να την πατήσουμε από την ενέργεια και τον πληθωρισμό», τονίζει με νόημα εκπρόσωπος εταιρείας διαχείρισης κόκκινων δανείων.

Και όντως, η σημερινή συγκυρία αποτελεί την «τέλεια καταιγίδα» για μια ενδεχόμενη εκτίναξη των επισφαλειών. Η κατακόρυφη αύξηση στο κόστος της ενέργειας αλλά και βασικών ειδών και πρώτων υλών μειώνει αντίστοιχα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και τη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή, η ψυχολογία της αγοράς επιβαρύνεται από την παγκόσμια αβεβαιότητα, καθώς κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει μέχρι πότε θα συνεχιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία και ποιες θα είναι οι συνέπειές του στην παγκόσμια οικονομία. Παράλληλα, μετά και όσα είδαμε από τη Σαγκάη, η πανδημία συνεχίζει να δείχνει τα δόντια της και παραμένουν οι φόβοι για το τι άλλο μπορεί να συμβεί. Και τέλος, τα προγράμματα στήριξης για τους δανειολήπτες, τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις, φτάνουν στο τέλος τους, με αποτέλεσμα να χάνονται και τα όποια σωσίβια υπήρχαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Καμπανάκι από την Τράπεζα της Ελλάδος

Ιδιαίτερη έμφαση στον κίνδυνο δημιουργίας μιας νέας γενιάς κόκκινων δανείων δίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, με τον διοικητή της Γιάννη Στουρνάρα να χτυπά καμπανάκι για τις συνέπειες του πληθωρισμού.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει σε σχετική της έκθεση η Τράπεζα της Ελλάδος, η αρνητική επίδραση του υψηλού πληθωρισμού στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών θα περιορίσει την αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης.

Έτσι, συνεχίζει η ΤτΕ, το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος παραγωγής λόγω της ενεργειακής κρίσης, θα επηρεάσει αρνητικά την κερδοφορία των επιχειρήσεων.

Αναλυτικά, η έκθεση του διοικητή για το 2021 περιλαμβάνει δύο μεγάλες κατηγορίες δανείων, που θα μπορούσαν να δώσουν νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ):

– Τα ρυθμισμένα ανοίγματα ύψους 15,3 δισ. ευρώ

– Τα δάνεια που εξέρχονται του καθεστώτος κρατικής προστασίας και επιστρέφουν σε κανονικές δόσεις

Σύμφωνα με τον Γ. Στουρνάρα, δεδομένης της επίδρασης της πανδημίας, εκτιμάται ότι «σημαντικό ποσοστό από τα δάνεια στα οποία έχει εφαρμοστεί κάποιου είδους ρύθμιση ενδέχεται να καταγραφεί ως μη εξυπηρετούμενο το 2022». Και προσθέτει πως ακόμη και πριν από το ξέσπασμα του πολέμου υψηλό ποσοστό των δανείων που αναδιαρθρώνονταν εμφάνιζε ξανά καθυστέρηση σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη συνομολόγηση των ευνοϊκότερων για τον οφειλέτη όρων αποπληρωμής. Τέλος, ο Γ. Στουρνάρας αναφέρει το γεγονός ότι μέρος από τα δάνεια που τελούν υπό καθεστώς στήριξης, π.χ. μέσω προγραμμάτων όπως το «Γέφυρα», είναι πιθανόν να καταγραφεί ως ΜΕΔ, όταν παρέλθει η περίοδος διευκόλυνσης.

Θετικά τα πρώτα δείγματα

Σε πείσμα πάντως όλων των παραπάνω, τα μέχρι στιγμής δείγματα που υπάρχουν από τις τράπεζες και τους servicers δείχνουν ότι ναι μεν η ανησυχία είναι δικαιολογημένη, ακόμη όμως οι όποιες συνέπειες δεν είναι καταστροφικές. Όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, για το α΄ τρίμηνο του 2022 τα δεδομένα είναι μάλλον καλύτερα από τα τελευταία τρίμηνα του 2021. Και αυτό παρά το γεγονός ότι τον Μάρτιο είχαμε κατακόρυφη αύξηση στο κόστος της ενέργειας και των καυσίμων, ως συνέπεια της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Αντίστοιχα, ακόμη και οι πρόδρομοι δείκτες καθυστερήσεων, ενώ έχουν «τσιμπήσει», όπως εξάλλου αναμενόταν, δεν δείχνουν την εικόνα μιας μη αναστρέψιμης κατάστασης. Όπως εξηγούν τραπεζικά στελέχη, αυτή τη στιγμή στην αγορά και κατ’ επέκταση μεταξύ των δανειοληπτών κυριαρχεί η αβεβαιότητα, όχι όμως ο πανικός. Και η κατάσταση σε καμία περίπτωση δεν θυμίζει το διάστημα 2010-2012 ή αυτό του 2015.

Εντούτοις, παραδέχονται ότι τα πράγματα είναι εξαιρετικά ρευστά και ότι η πορεία των παγκόσμιων και εγχώριων εξελίξεων μπορεί να οδηγήσει την εικόνα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Βαρόμετρο η κρατική ενίσχυση αλλά και η πορεία της οικονομίας

Υπό αυτά τα δεδομένα, όπως τονίζουν τραπεζικά στελέχη, κομβικό ρόλο στο τι θα συμβεί με τα κόκκινα δάνεια και τη συμπεριφορά νοικοκυριών και επιχειρήσεων θα παίξει η κυβερνητική στήριξη. Σε αντίποδα βέβαια με τα όσα συνέβησαν με την πανδημία, δεν πρόκειται –όπως όλα δείχνουν– να υπάρξουν νέα μορατόρια πληρωμών ή άλλα προγράμματα τύπου «Γέφυρα» για τους δανειολήπτες. Εντούτοις, όπως εξηγούν τραπεζικοί αναλυτές, το κράτος μπορεί έμμεσα να στηρίξει τις τράπεζες χρηματοδοτώντας άλλα κόστη, και κυρίως αυτό της ενέργειας, που έχουν εκτροχιάσει τον οικογενειακό και επιχειρηματικό προϋπολογισμό.

«Αν κάποιος έχει να διαλέξει ανάμεσα στο να πληρώσει τον λογαριασμό του ρεύματος και το δάνειό του, κατά πάσα πιθανότητα θα επιλέξει το ρεύμα για να μην του το κόψουν», εξηγεί τραπεζικό στέλεχος. «Αν όμως το κράτος τον βοηθήσει με το λογαριασμό του ρεύματος, είναι πολύ πιθανό να διαθέσει χρήματα και για να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες».

Αντίστοιχα, στην περίπτωση των επιχειρήσεων, προφανώς θα προτιμήσουν να καλύψουν πρώτα τα λειτουργικά τους έξοδα, είτε αυτά αφορούν την ενέργεια είτε το κόστος των πρώτων υλών, και εν συνεχεία θα αποπληρώσουν –αν μπορούν– τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες.

Συνεπώς, η κρατική ενίσχυση, έστω και έμμεσα, παίζει κομβικό ρόλο στο αν θα υπάρξει μια νέα γενιά κόκκινων δανείων ή αν οι επιπτώσεις θα εξομαλυνθούν σε σημαντικό βαθμό.

Αντίστοιχα, εξίσου σημαντική είναι η πορεία της οικονομίας και κυρίως του τουρισμού τους επόμενους μήνες. Όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, αν τελικά τα έσοδα από τον τουρισμό φτάσουν στα επίπεδα του 2019, δηλαδή πέριξ των 18-19 δισ. ευρώ, θα αποτελέσουν ένα εξαιρετικά σημαντικό ανάχωμα για τις επιχειρήσεις αλλά και για τα νοικοκυριά. Και, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Τράπεζας Πειραιώς, ο τουρισμός θα επιτρέψει στην ανάπτυξη να διαμορφωθεί στο επίπεδο του 3-4% για το 2002, χαμηλότερα μεν από τις αρχικές προβλέψεις, αλλά και πάλι αρκετά υψηλά δεδομένης της συγκυρίας.

Μάλιστα, πέρα από τον άμεσο οικονομικό αντίκτυπο, η αυξημένη εισροή τουριστών θα παίξει σημαντικό ρόλο και στην ψυχολογία της αγοράς, η οποία με τη σειρά της θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την αντιμετώπιση του τραπεζικού χρέους. Και αυτό γιατί, αν η ψυχολογία είναι θετική και οι προοπτικές της οικονομίας ευοίωνες, οι δανειολήπτες παραδοσιακά πληρώνουν τα χρέη τους, θέλοντας να έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν εντός συστήματος. Στον αντίποδα, σε περιόδους απαισιοδοξίας και έλλειψης προοπτικών, προτιμούν να παίξουν άμυνα, διατηρώντας την όποια ρευστότητα αντί να τη δώσουν στην τράπεζα.

Ο γρίφος του πληθωρισμού

Τέλος, άμεσα συνυφασμένη με τα παραπάνω είναι η πορεία του πληθωρισμού, η οποία και θα καθορίσει το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την Τράπεζα Πειραιώς, για το δεύτερο εξάμηνο του 2022 αναμένεται σημαντική αποκλιμάκωση του τιμαρίθμου, ώστε τους τελευταίους μήνες του χρόνου να διαμορφωθεί στα επίπεδα πέριξ του 4%.

Έτσι, μολονότι σε ετήσια βάση θα φτάσει το 7%, η εικόνα των τελευταίων μηνών θα είναι σαφώς βελτιωμένη. Αντίστοιχα, για τα επόμενα χρόνια, μέχρι και το 2025, η Τράπεζα εκτιμά πως ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί πέριξ του 2%. Αντίστοιχα, στις πιο πρόσφατες προβλέψεις του, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κάνει λόγο για ανάπτυξη της τάξης του 3,5% φέτος και αντίστοιχα πληθωρισμό 4,5% σε ετήσια βάση.

Εφόσον ισχύσει το σενάριο αυτό, τραπεζικές πηγές εκτιμούν πως η αγορά μπορεί να αντέξει το πληθωριστικό σοκ. «Οι επιχειρήσεις έχουν επιβιώσει από τα μνημόνια και την πανδημία. Και μπορούν να αντέξουν κάποιους μήνες υψηλού πληθωρισμού», αναφέρει κορυφαίος τραπεζίτης.

Αν όμως ο τιμάριθμος παραμείνει σε δυσθεώρητα ύψη, τα πράγματα δυσκολεύουν. Γιατί, όπως εξηγούν τραπεζικά στελέχη, αν μπούμε στον επόμενο χειμώνα με τις τιμές της ενέργειας στα σημερινά επίπεδα, δεν αρκεί ούτε ο τουρισμός, ούτε η οποιασδήποτε μορφής κρατική ενίσχυση για να ανασχέσει το τσουνάμι των κόκκινων δανείων που θα σαρώσει την αγορά.