Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2022, τ.1015

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

Των Άγγελου Τσακανίκα*
και Πέτρου Δήμα**

 

Είναι γεγονός πως ο ενεργειακός μετασχηματισμός της παραγωγής με φόντο την κλιματική αλλαγή αλλά και τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ) βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης σε θέματα βιομηχανικής και ενεργειακής πολιτικής, τόσο στη χώρα μας όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει εδώ και καιρό φιλόδοξους στόχους για τον μετασχηματισμό της κοινότητας σε μια εκσυγχρονισμένη, ενεργειακά αποδοτική και κλιματικά ουδέτερη οικονομία, μέσω του στρατηγικού πλαισίου ρυθμίσεων και δράσεων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας (European Green Deal). Το πλαίσιο αυτό ορίζει δύο βασικούς στόχους, οι οποίοι και αποτελούν τους πυλώνες της στρατηγικής. Ο πρώτος υπαγορεύει πως όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ πρέπει να προσεγγίσουν μηδενικές εκπομπές ΑτΘ μέχρι το 2050. Με δεδομένο ότι η παραγωγή αρκετών χωρών (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας) βασίζεται σε λιγνίτη και άλλα ορυκτά καύσιμα (τα οποία ως γνωστόν εμφανίζουν αντίστοιχα υψηλές εκπομπές), ένας δεύτερος βασικός στόχος είναι ο τρόπος με τον οποίο θα αποσυνδεθεί η οικονομική ανάπτυξη από τη χρήση αυτών των καυσίμων[1].

Για να μετουσιωθεί αυτή η στρατηγική αποσύνδεση σε πράξη, αφενός είναι επιτακτική η στροφή προς τη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στη παραγωγή, αλλά από την άλλη πρέπει και η ίδια η παραγωγή ενέργειας σε κάθε χώρα να «πρασινίσει». Προς αυτή την κατεύθυνση, τα μέλη της ΕΕ κλήθηκαν να καταστρώσουν συγκεκριμένες και αναλυτικές εθνικές στρατηγικές για την ενεργειακή μετάβαση και την κλιματική αλλαγή. Η χώρα μας κατέθεσε το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), το οποίο δημοσιεύτηκε το 2019, και αποτελεί αυτή τη στιγμή το βασικό εργαλείο για τη διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής σε σχέση με την ενέργεια και το κλίμα. Σε αυτό έχουν τεθεί και συγκεκριμένοι στρατηγικοί στόχοι για το 2030, αλλά και πιο μακροπρόθεσμα, φθάνοντας μέχρι το 2050[2].

Ως εκ τούτου, μια βασική διάσταση του ΕΣΕΚ σχετίζεται με την παραγωγή ενέργειας στη χώρα και το δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα της απολιγνιτοποίησης της ηλεκτροπαραγωγής. Πέρα από τα εμφανή περιβαλλοντικά οφέλη που αναμένεται να αναβαθμίσουν σημαντικά το βιοτικό επίπεδο στη χώρα, ένα βασικό ζητούμενο της συγκεκριμένης προσπάθειας είναι η σωστή κατανομή πόρων ώστε το εγχείρημα αυτό όντως να αποτελέσει έναν αναπτυξιακό μοχλό που θα προσφέρει οφέλη στην ελληνική οικονομία. Ταυτόχρονα, καθώς ένα μεγάλο μέρος του συστήματος παραγωγής στηρίζεται στον λιγνίτη, πρέπει να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις από τις απώλειες σε θέσεις εργασίας, σε επενδυμένο κεφάλαιο κ.λπ., δηλαδή να εκτιμηθεί το κόστος της προσαρμογής. Και αυτό δεν είναι προφανές. Μια πρόσφατη μελέτη[3] του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ) ΕΜΠ σε συνεργασία με ερευνητές της Σχολής Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ προσέφερε μια προκαταρκτική προσέγγιση των πολλαπλασιαστικών οικονομικών οφελών που μπορούν δυνητικά να προκύψουν από την υλοποίηση των σχεδιασμένων επενδύσεων προς τη μετάβαση σε ΑΠΕ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα. Η ανάλυση βασίστηκε σε δύο άξονες: αρχικά, στις εκτιμήσεις του ΕΣΕΚ για τη μελλοντική δυναμικότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κάθε τύπου ΑΠΕ, αλλά και στην επεξεργασία των προβλέψεων για την εξέλιξη του τυπικού κόστους ανάπτυξης (σε €/kW) μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με αποκλειστική χρήση ΑΠΕ, όπως αυτή παρουσιάζεται στον Πίνακα 1.

Σε δεύτερο στάδιο, αξιοποιώντας από κοινού τις παραπάνω προβλέψεις με διαρθρωτικά στατιστικά της ελληνικής οικονομίας, προσδιορίστηκαν τα πολλαπλασιαστικά οφέλη που προκύπτουν από μια επενδυτική δαπάνη ύψους περίπου 9 δισ. ευρώ για την ενεργειακή μετάβαση την περίοδο 2020-2030[1]. Για τον σκοπό αυτό αναπτύχθηκε μια ειδική μεθοδολογία μοντελοποίησης που βασίζεται στην ανάλυση εισροών-εκροών (input-output), η οποία επιτρέπει τον υπολογισμό τόσο των άμεσων όσο και των έμμεσων και των προκαλούμενων επιδράσεων μιας τέτοιας επένδυσης στην οικονομία.

Στον Πίνακα 2 παρουσιάζονται τα συνολικά διαρθρωτικά οφέλη σε όρους ΑΕΠ (εκατ. ευρώ) και θέσεων εργασίας που προκύπτουν από την επένδυση σε διάφορες τεχνολογίες ΑΠΕ την περίοδο 2020-2030.

Σύμφωνα με τον Πίνακα 2, η συνολική επίδραση της ενεργειακής μετάβασης της ηλεκτροπαραγωγής στο ΑΕΠ υπολογίζεται στα 6,8 δισ. ευρώ, με σημαντικότερη συνεισφορά από την ηλιακή (3,7 δισ.) και την αιολική ενέργεια (1,3 δισ.) αντίστοιχα. Σε όρους εργασίας, η επένδυση στο σύνολό της αναμένεται να δημιουργήσει περίπου 154,5 χιλιάδες θέσεις εργασίες στο βάθος της δεκαετίας, οι περισσότερες εκ των οποίων συνδέονται με δραστηριότητες αξιοποίησης της ηλιακής (83,9 χιλ.) και της αιολικής (30,7 χιλ.) ενέργειας. Ένα άλλο σημαντικό εύρημα της μελέτης υπαγορεύει πως η θετική αυτή συνεισφορά της μετάβασης σε ΑΠΕ προσφέρει θετικά πολλαπλασιαστικά οφέλη τα οποία αντισταθμίζουν –και μάλιστα ξεπερνούν κατά πολύ– τις αντίστοιχες αρνητικές επιπτώσεις από το κλείσιμο των υφιστάμενων μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που βασίζονται στον λιγνίτη και σε άλλα ορυκτά καύσιμα, τόσο σε όρους ΑΕΠ όσο και σε όρους θέσεων εργασίας.

Συνοψίζοντας, η πράσινη μετάβαση του τομέα της ενέργειας είναι πράγματι μια απαιτητική και δύσκολη αποστολή. Ωστόσο, πέρα από τα περιβαλλοντικά οφέλη ή τις πιθανές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις από την καθυστέρηση στην προσαρμογή (με ρυθμιστικές παρεμβάσεις όπως πρόστιμα κ.λπ.), η μετάβαση αυτή μπορεί να προσφέρει ποσοτικά οφέλη στη χώρα. Πέρα από θετικό περιβαλλοντικό πρόσημο, η στροφή προς τις ΑΠΕ αναμένεται να τονώσει και την εθνική οικονομία, προσφέροντας νέες θέσεις εργασίας που μπορούν να αντισταθμίσουν τις αντίστοιχες απώλειες από το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, αλλά και να δημιουργήσουν περαιτέρω ευκαιρίες για το εργατικό δυναμικό της χώρας. Σε κάθε περίπτωση τα οφέλη από τη διαδικασία αυτή πρέπει να τύχουν συνεκτικής επεξεργασίας και να επικοινωνούνται συχνότερα στον δημόσιο διάλογο. Υπάρχουν δεδομένες ανησυχίες, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπιστούν τεκμηριωμένα και αξιόπιστα και όχι απλώς ως προκαταλήψεις μικρών μειοψηφιών. Στόχος είναι η καλύτερη επικοινωνία προς το κοινό των πραγματικών προεκτάσεων της διαδικασίας της πράσινης μετάβασης τόσο στη βιομηχανία όσο και στην καθημερινότητα των πολιτών. Υπάρχουν κόστη που δεν θα πρέπει να αγνοούνται – αλλά και οφέλη που, όπως δείχνει η επιστημονική έρευνα, είναι εξαιρετικά σημαντικά και πολυποίκιλα.

[1] Η δαπάνη συμφωνεί με τον αντίστοιχο προϋπολογισμό του ΕΣΕΚ.

[1] Regulation (EU) 2018/1999 of the European Parliament and of the Council of 11 December 2018 on the Governance of the Energy Union and Climate Action.

[2] Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (2019), Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ).

[3] Stamopoulos, D., Dimas, P., Sebos, I. & Tsakanikas, A. (2021), “Does Investing in Renewable Energy Sources Contribute to Growth? A Preliminary Study on Greece’s National Energy and Climate Plan”, Energies 14(24): 8537, https://doi.org/10.3390/en14248537.

 

* O Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ, διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)-ΕΜΠ και επιστ. υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ.

** Ο Πέτρος Δήμας είναι χημικός μηχανικός ΕΜΠ, κατέχει MSc στα Εφαρμοσμένα Οικονομικά και Χρηματοοικονομική Ανάλυση και είναι υπ. διδάκτωρ του ΕΒΕΟ-ΕΜΠ.