Βελτίωση στις επιδόσεις της Ελλάδας στην έρευνα & ανάπτυξη…

…αλλά η ανάγκη για μια ενιαία συνεκτική στρατηγική παραμένει

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2022, τ.1014

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

Των Άγγελου Τσακανίκα*
και Πέτρου Δήμα**

 

 Όπως πολλές φορές έχουμε αναφέρει από αυτό εδώ το βήμα, η σημασία της έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α), που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης στις αναπτυγμένες οικονομίες, πρέπει να αναγνωρίζεται και από τους φορείς του εγχώριου παραγωγικού συστήματος ως ένας από τους βασικούς πυλώνες που θα συνεισφέρει στον ουσιαστικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» προβλέπει την κινητοποίηση 444 εκατ. ευρώ από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και συνολικές επενδύσεις 554 εκατ. ευρώ για την άμεση προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας (Ε&Κ), η οποία αναμένεται να έχει οριζόντιες επιδράσεις και στους υπόλοιπους στρατηγικούς πυλώνες του σχεδίου. Ωστόσο, είναι αρκετή αυτή η αναμόχλευση κεφαλαίων για να ξεπεραστούν οι αδυναμίες του παρελθόντος και να επέλθει ουσιαστική τόνωση στο εθνικό σύστημα Ε&Κ της χώρας;

Για να μπορέσουμε να δώσουμε μια τεκμηριωμένη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, θα πρέπει να έχουμε μια βασική κατανόηση του επιπέδου επενδύσεων στο οποίο βρισκόμαστε και του πώς φτάσαμε ως εδώ. Ενώ τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης (2008-2012) οι συνολικές δαπάνες Ε&Α στην Ελλάδα μειώθηκαν, προφανώς λόγω της συνολικής μείωσης των ιδιωτικών επενδύσεων και των οριζόντιων περικοπών στις δημόσιες δαπάνες, από το 2012 και μετά εμφανίζουν σταθερά ανοδική πορεία. Σύμφωνα με τα δεδομένα που παράγει και δημοσιεύει το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ)[1], οι δαπάνες σε Ε&Α ξεπέρασαν τα 2 δισ. ευρώ το 2017 και έφθασαν τα 2,47 δισ. το 2020, σημειώνοντας μια ποσοστιαία αύξηση της τάξεως του 5,8% (135,8 εκατ. ευρώ) σε σχέση με τα επίπεδα του 2019. Στο Διάγραμμα 1 απεικονίζεται η εξέλιξη των συνολικών δαπανών σε Ε&Α, αλλά και η κατανομή τους σε τρεις κύριους τομείς δραστηριοτήτων για την περίοδο 2011-2020. Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν αν μη τι άλλο την ανθεκτικότητα του εθνικού συστήματος Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και καινοτομίας (ΕΤΑΚ) εν μέσω κρίσεων, είτε αυτές είναι οικονομικές είτε άλλου είδους, όπως η πανδημία.

Από την κατανομή των δαπανών, ενώ η μερίδα του λέοντος μέχρι και το 2015 ανήκε στον Τομέα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, με ποσοστά επί των συνολικών δαπανών που ξεπερνούσαν σταθερά το 35%, από το 2016 και έπειτα ο Τομέας των Επιχειρήσεων συγκεντρώνει πλέον το υψηλότερο ποσοστό, κινούμενος σταθερά σε επίπεδα άνω του 40%. Μάλιστα, το 2017 προσέγγισε το 48,8%, ενώ το 2020 το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 46,4%, γεγονός επίσης αρκετά ενθαρρυντικό, καθώς μία από τις βασικές κριτικές απέναντι στο εθνικό σύστημα ΕΤΑΚ είναι ο υπερβολικά μεγάλος ρόλος του Δημοσίου σε αυτό.

Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι και η ένταση των δαπανών σε Ε&Α ως ποσοστό του ΑΕΠ να αυξάνεται. Συγκεκριμένα, σε σχέση με το 2011, η ένταση της Ε&Α στη χώρα έχει υπερδιπλασιαστεί, αντιστοιχώντας στο 1,49% του ΑΕΠ το 2020 (από το 0,68% το 2011 και το 1,27% του 2019)[2]. Βεβαίως, αν θέλουμε να συγκριθούμε με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και ιδιαίτερα με χώρες με τις οποίες είναι δόκιμο και επιθυμητό να εξεταζόμαστε, η προσπάθεια αυτή μάλλον θα πρέπει να ενταθεί.

 

Στο συγκριτικό Διάγραμμα 2, όπου παρουσιάζεται η ένταση της Ε&Α για τις χώρες της ΕΕ το 2020, η Ελλάδα παρά τη βελτίωση στην επίδοσή της υπολείπεται ακόμα σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου (1,49% έναντι 2,32%), με χαμηλότερη ένταση συγκριτικά με χώρες παραπλήσιας ή και μικρότερης οικονομικής δυναμικότητας, όπως η Πορτογαλία (1,58%), η Εσθονία (1,79%), η Τσεχία (1,99%) και η Σλοβενία (2,15%).

Επομένως, τα δεδομένα αυτά σκιαγραφούν μια συνεχόμενη ενίσχυση της Ε&Α στη χώρα, η οποία φαίνεται να παραμένει ανθεκτική τουλάχιστον κατά το πρώτο κύμα οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας. Η ανοδική πορεία των δαπανών Ε&Α σε όλους τους τομείς δραστηριότητας το 2020 φαίνεται να αναδεικνύει και μια αλλαγή στη νοοτροπία αντιμετώπισης της έρευνας τόσο από το Δημόσιο αλλά και από τον ιδιωτικό τομέα, μια συνιστώσα εξίσου σημαντική με τη χρηματική ενίσχυση του μετασχηματισμού της οικονομίας. Όπως τονίζεται και στην πρόσφατη έρευνα της ΔιαΝΕΟσις σε συνεργασία με το Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ) του ΕΜΠ[3], η έρευνα, η αξιοποίηση της γνώσης και η καινοτομία δεν μπορούν να θεωρούνται ακόμα ως «πολυτελείς» δραστηριότητες μπροστά στην αντιμετώπιση άλλων πιο επειγόντων προβλημάτων που προκύπτουν από την υγειονομική και οικονομική κρίση, αλλά ως επιβεβλημένες δραστηριότητες οργανικά συνδεδεμένες με την έξοδο από την κρίση και τη δρομολόγηση μιας ανθεκτικής, διατηρήσιμης και πιο ποιοτικής ανάκαμψης. Ένα ισχυρό υπερεθνικό σύστημα ΕΤΑΚ άλλωστε επέτρεψε τη δημιουργία εμβολίων και μέσων για την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης.

Συνεπώς, η περαιτέρω ενίσχυση του συστήματος ΕΤΑΚ είναι απαραίτητη για τον μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας σε ένα δυναμικό και ανθεκτικό σύστημα καινοτομίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι μεμονωμένες πρωτοβουλίες χρηματοδότησης θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε ένα μόνιμο εθνικό πρόγραμμα έρευνας με στρατηγική στόχευση, το οποίο θα παρέχει χρηματοδότηση που συμπληρώνει τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Η χρηματοδότηση θα πρέπει να ενισχύει οριζόντια τους τομείς δραστηριότητας και να συνοδεύεται από ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει συνεργασίες και συμπράξεις μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και κυρίως μεταξύ της βιομηχανίας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίες μετουσιώνουν τα ερευνητικά ευρήματα σε επιχειρηματική δραστηριότητα.

Τέτοιες συνεργατικές πρωτοβουλίες ήδη λαμβάνουν χώρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη συμφωνία συνεργασίας μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανίων (ΣΕΒ) και του ΕΜΠ, η οποία αναμένεται να προσφέρει πολλαπλά οφέλη στο σύστημα ΕΤΑΚ της χώρας αλλά και να προσπαθήσει να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας. Ωστόσο, η θεσμική τους κατοχύρωση/προστασία και η συνεχόμενη χρηματοδοτική τους ενίσχυση αποτελούν τους πλέον κρίσιμους στόχους στους οποίους θα πρέπει να εστιάσει ο στρατηγικός σχεδιασμός της χώρας.

* O Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ, διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)-ΕΜΠ, επικεφαλής του Γραφείου Μεταφοράς Τεχνολογίας ΕΜΠ και επιστ. υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ.

** Ο Πέτρος Δήμας είναι χημικός μηχανικός ΕΜΠ, κατέχει MSc στα Εφαρμοσμένα Οικονομικά και Χρηματοοικονομική Ανάλυση και είναι υπ. διδάκτωρ του ΕΒΕΟ-ΕΜΠ.

[1] Το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) είναι ο αρμόδιος φορέας της χώρας για την παραγωγή των εθνικών στατιστικών Ε&Α και καινοτομίας.

[2] ΕΚΤ (2021), «Βασικοί Δείκτες Έρευνας και Ανάπτυξης για δαπάνες και προσωπικό το 2020 στην Ελλάδα – Προκαταρκτικά στοιχεία», Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης & Ηλεκτρονικού Περιεχομένου.

[3] ΔιαΝΕΟσις (2021), «Η Ελλάδα που Μαθαίνει, Ερευνά, Καινοτομεί και Επιχειρεί. Μια Ενοποιημένη Συστημική Στρατηγική με Επίκεντρο την Καινοτομία και τη Γνώση και ένα Πλαίσιο για την Υλοποίησή της», ΔιαΝΕΟσις & Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας ΕΜΠ.