Συγκυριακή ή δομική η απειλή του πληθωρισμού;

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάρτιος 2022, τ.1016

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

του Άγγελου Τσακανίκα*

 

 

Ίσως το βασικότερο θέμα που κυριαρχεί στην οικονομική πολιτική το τρέχον διάστημα είναι η άνοδος των τιμών σε πλήθος αγαθών και υπηρεσιών διεθνώς και εγχωρίως. Ο πληθωρισμός είναι ίσως εκείνο το μακροοικονομικό μέγεθος το οποίο υποκινεί ιστορικά σε όλες τις οικονομίες τις μεγαλύτερες πολιτικές εντάσεις, αναμοχλεύει φόβους και επηρεάζει με τον πλέον βραχυπρόθεσμο τρόπο τη συμπεριφορά καταναλωτών και νοικοκυριών ευρύτερα. Η έκφραση «ρίχνει κυβερνήσεις» είναι χαρακτηριστική των συσχετισμών που έχουν οι τιμές με τον εκάστοτε πολιτικό κύκλο. Γι’ αυτούς τους λόγους τα διαθέσιμα εργαλεία διαχείρισής του είναι πολλαπλά, αλλά και σύνθετα.

Στην Ελλάδα το 2021, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) ενισχύθηκε κατά 1,2%, έναντι μείωσης 1,2% την προηγούμενη χρονιά. Ωστόσο, τους τελευταίους μήνες η ανοδική τάση εντάθηκε, καθώς τον Δεκέμβριο ο ΔΤΚ ενισχύθηκε κατά 5,1%, ενώ τον Ιανουάριο του 2022 βρέθηκε στο 6,2%, στον υψηλότερο ρυθμό των τελευταίων 25 ετών (Διάγραμμα 1). Αν και σε έναν βαθμό η σημαντική άνοδος των τιμών στα τέλη του 2021 οφείλεται και σε «αποτέλεσμα βάσης», λόγω του χαμηλού επιπέδου του δείκτη πέρυσι, η καθοριστική συνιστώσα ήταν σαφώς η επίδραση των ενεργειακών αγαθών, η οποία αφορά περίπου 2,7 ποσοστιαίες μονάδες στο δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου.

 

Σε ό,τι αφορά την ενέργεια, πράγματι η μέση διεθνής τιμή του πετρελαίου Brent το προηγούμενο έτος αυξήθηκε πάνω από $70/βαρέλι, από περίπου $40/βαρέλι το 2020 (άνοδος σχεδόν 70%), παρόλο που η ενισχυμένη ισοτιμία ευρώ έναντι του δολαρίου μετρίασε κάπως την άνοδο.

Πώς μεταφέρθηκε όμως αυτή η άνοδος στις επιμέρους κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών; Αν εστιάσουμε στο β΄ εξάμηνο του 2021, η μεγαλύτερη άνοδος καταγράφηκε στη Στέγαση (10,1%) και στις Μεταφορές (8,3%), ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες οι μεταβολές ήταν πολύ ήπιες. Αυτές οι κατηγορίες πρωτοστατούν στην άνοδο και στην αρχή του νέου έτους, με +22% στη Στέγαση, +11,1% στις Μεταφορές και στα Τρόφιμα πλέον στο +5,2% τον Ιανουάριο. Τα Τρόφιμα αποτελούν διαχρονικά άλλωστε την αμέσως επόμενη κατηγορία που επηρεάζεται περισσότερο από τις τιμές των ενεργειακών αγαθών. Άρα είναι γεγονός ότι, κατά μέσο όρο την προηγούμενη χρονιά, οι πιέσεις δεν ήταν τόσο έντονες. Όμως τα νοικοκυριά πλήττονται από την αύξηση των τιμών που είναι μόνιμη, έστω και αν ο ρυθμός ανόδου τους επιβραδύνεται.

Τι αναμένουμε για το επόμενο διάστημα τη φετινή χρονιά; Στο διεθνές περιβάλλον οι εξελίξεις στο κόστος ενέργειας και κυρίως στο πετρέλαιο είναι καθοριστικές. Εκεί οι προοπτικές είναι αβέβαιες και οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές, αν και οι περισσότεροι διεθνείς αναλυτές εκτιμούν σταδιακή αποκλιμάκωση τιμών μετά την άνοιξη. Από τη μία πλευρά, η προσαρμογή της παραγωγής του OPEC+ υστερεί ακόμα σε σχέση με τις αυξημένες ενεργειακές ανάγκες, παρά τις προθέσεις διάφορων χωρών για αύξηση της παραγωγής. Ωστόσο, το πιθανότερο είναι το 2022 να καταγραφεί αύξηση στην παραγωγή πετρελαίου που θα υπερκαλύψει τη ζήτηση. Θα προέλθει από χώρες εκτός OPEC+, οι οποίες προχωρούν διαδοχικά σε διάθεση μέρους των στρατηγικών αποθεμάτων τους (όπως ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία). Άλλωστε, οι προοπτικές ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας το 2022 δεν φαίνεται να επηρεάζονται ιδιαίτερα από το ενεργειακό κόστος, καθώς αναμένεται άνοδος του παγκόσμιου ΑΕΠ στην περιοχή του 4,4%.[1] Οι επιπτώσεις της πρόσφατης «ουκρανικής κρίσης» σε ενεργειακά ζητήματα (τροφοδοσία Ευρώπης, τιμές) είναι πρόωρο να εκτιμηθούν. Σε αυτό το πλαίσιο, αναμένεται διεύρυνση της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, με επιστροφή ουσιαστικά στα επίπεδα του 2019.[2] Αυτή η υψηλή ζήτηση για ενεργειακά προϊόντα θα αποτρέψει μια ουσιαστική υποχώρηση των τιμών παρά την ενδεχομένη μεγάλη προσφορά. Εκτιμάται ότι η μέση τιμή του πετρελαίου το 2022 θα διαμορφωθεί στα $78/βαρέλι από $71/βαρέλι το 2021. Με βάση και τις προβλέψεις για χαμηλότερη ισοτιμία ευρώ/δολαρίου το τρέχον έτος (4,5% απ’ ό,τι το 2021), η μέση τιμή του πετρελαίου σε ευρώ αναμένεται να ενισχυθεί άνω του 10% σε σύγκριση με το 2021.

Στο εσωτερικό περιβάλλον, όπως αναφέρεται και στην πρόσφατη τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ,[3] τα όποια νέα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας αναμένεται να είναι ηπιότερα σε σύγκριση με προηγούμενες εξάρσεις της, επομένως δεν θα επηρεάσουν σημαντικά τη λειτουργία της οικονομίας φέτος. Ακολούθως, θα αναθερμανθούν η απασχόληση και η ζήτηση των νοικοκυριών, με αυξητικό αντίκτυπο στις τιμές. Επίσης, η επίδραση κάποιων ελαφρύνσεων έμμεσης φορολογίας, όπως η έκπτωση ΦΠΑ σε ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες και η μείωση τέλους συνδρομητών κινητής, θα έχουν μικρή ανασχετική επίδραση στις τιμές, καθώς αφορούν μικρό τμήμα των δαπανών των νοικοκυριών. Στην πλευρά του κόστους ενέργειας, κρίσιμος παράγοντας για τις επιπτώσεις τους θα είναι τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων (επιδοτήσεις κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου). Και η αποτύπωσή τους στον δείκτη τιμών αποτελεί ζήτημα, καθώς οι επιδοτήσεις εξαρτώνται από την τρέχουσα κατανάλωση ενέργειας, η οποία δεν παρακολουθείται.

Σημαντική πληροφόρηση για την εξέλιξη των τιμών το επόμενο διάστημα παρέχουν και τα αποτελέσματα των μηνιαίων ερευνών οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Οι τάσεις στις προβλέψεις μεταβολών των τιμών σε όλους τους τομείς είναι ανοδικές παντού, με το σχετικό ισοζύγιο να αυξάνεται αισθητά στο Λιανικό Εμπόριο και ηπιότερα στη Βιομηχανία, στις Ιδιωτικές Κατασκευές και στις Υπηρεσίες.

Στον σχετικό πίνακα αποτυπώνονται οι προβλέψεις των επιχειρήσεων για το επόμενο τρίμηνο, τους τελευταίους μήνες, ως ισοζύγιο προβλέψεων για αύξηση/μείωση τιμών. Διαπιστώνεται ότι στο Λιανικό Εμπόριο το ισοζύγιο των +37 μονάδων στο γ΄ τρίμηνο του 2021 ενισχύθηκε στο +60, με ιδιαίτερα ισχυρή άνοδο στα Τρόφιμα. Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση τον Ιανουάριο του 2022, καθώς σταδιακά όσες επιχειρήσεις περνούν τις αυξήσεις στις τιμές τους γίνονται και ηπιότερες στις προβλέψεις τους, επιταχύνεται η άνοδος σε Οχήματα και στην Ένδυση. Είναι χαρακτηριστικό ότι πλέον ελάχιστες επιχειρήσεις αναμένουν πτώση τιμών βραχυπρόθεσμα και κάτω από τις μισές αναμένουν σταθερότητα.

Στη Βιομηχανία όμως οι προβλέψεις συνεχίζουν να επιταχύνονται, με τις μισές πια επιχειρήσεις να προβλέπουν νέα άνοδο στο επόμενο τρίμηνο. Στον κατασκευαστικό τομέα και ειδικά στις Ιδιωτικές Κατασκευές, οι τιμές δεν επηρεάστηκαν τόσο εντός του 2021 σε σχέση με άλλους τομείς, καθώς επικρατούσαν πτωτικές τάσεις. Όμως και εδώ πάνω από το 40% των επιχειρήσεων αναμένουν άνοδο στο επόμενο διάστημα.

Οι Υπηρεσίες είναι ο τομέας που φαίνεται ακόμα να κινείται πιο ήπια στις προβλέψεις του. Αν και καταγράφεται άνοδος, αυτή είναι γενικά ηπιότερη. Στους επιμέρους κλάδους, τα Ξενοδοχεία-Εστιατόρια πρωτοστατούν στις ανοδικές τάσεις, αν και είναι οι ηπιότερες σε σχέση με Βιομηχανία και Λιανεμπόριο.

Συνοψίζοντας, οι περισσότεροι παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές αναμένεται να ασκήσουν αυξητικές επιδράσεις φέτος. Ιδιαίτερα στο ενεργειακό ζήτημα παρουσιάζεται συνεχώς μεγάλη ρευστότητα (ουκρανική κρίση), ενώ η σημασία της πανδημίας μάλλον θα βαίνει φθίνουσα. Ο πληθωρισμός αναμένεται να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα στο α΄ εξάμηνο, ενώ μετά είναι πλέον πιθανή η επιβράδυνσή του και ειδικά στη διάρκεια του δ΄ τριμήνου η εμφάνιση τεχνικού αντιπληθωρισμού, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι οι πραγματικές τιμές θα είναι χαμηλές. Πάντως, κατά μέσο όρο το 2022 η αύξηση των τιμών δεν θα είναι πολύ μεγαλύτερη από πέρυσι, γύρω από την περιοχή του 1,5-1,8%.

* Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ).

[1]World Economic Outlook Update, ΔΝΤ, Ιανουάριος 2022.

[2] EIA, Short term Energy Outlook, Ιανουάριος 2022.

[3] Η Ελληνική Οικονομία 4/21, ΙΟΒΕ, Ιανουάριος 2022.